Π.Π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, MMH

11.02.2010


Στον Ηλία Ελευθερουδάκη

Μας είδες όλους πόσο είμαστε μικροί.
Ζούσαμε εκεί, υπηρετώντας μιαν ιδέα.
Με την αρρώστια εκάναμε παρέα
και με γυναίκες σε ώρα των πικρή.

Φορούσαμε άσπρες μπλούζες, σαν αγγέλοι
και περγελούσαμε το παν και το Θεό.
Καθένας έβλεπε στον άλλο έναν εχθρό
και φίλο μόνο αν είχαμε οφέλη.

Οι αδερφές ( οι σπλαχνικές ) μορφές κοινές.
Η Διευθύνουσα, μια ανόητη φαντασμένη.
Όλοι οι γιατροί ηθικά υστερημένοι
κι ο Διευθυντής, νευράκια και σκηνές.

Είμαστε θεοπρόβλητοι και “μύσται” μα κακοί.
Mικροί-μεγάλοι ένα παράξενο κοπάδι.
Καμία ακτίνα στης Ψυχής μας το σκοτάδι,
κανένα φως στο Μαιευτήριο-Φυλακή.

Αναδευόμαστε το ημερονύχτι με βρωμιές,
με τα αίματα της γυναίκας, που γεννούσε.
Κάθε μαθήτρια σαν βαριόταν, βλαστημούσε
τις αργοπορημένες τις νυχτερινές.

Οι συνδεσμοπηξίες, ο ρυθμός της διαστολής,
οι Wertheim, οι αποξέσεις – τι οδύνες !
Άρχιζε ο πρώτος ύπνος με μορφίνες
κι έφτανε ο τελευταίος με διαρκείς.

Δίχως νόημα, δίχως κανένανε σκοπό,
σπλάχνα κόβαμε και ράβαμε. Ιστορίες
με τους στρεπτόκοκκους, τις αιμορραγίες
και τη βλακεία μας είχαμε όλο τον καιρό.

Και μια βραδιά, σ’ ένα κρεβάτι σηπτικό
ξεψύχησε η φτωχούλα η χαρά μας.
Α ! Πως εζάρωσε από τότε η καρδιά μας,
και πόσο έγινε το ΜΜΗ πληχτικό . . .

Την άλλη μέρα, δίχως άργητα πολλή,
αποχαιρέτησες Ηλία, με ειρωνεία
την ειδικότητα, το σκυλολόι, την αγωνία
και την προοπτική για τη ζωή μας, τη θολή.

Κάποια απασχόληση θα υπήρχε και για Σε.
Θάνατο οι καλυπτρίδες Σου δεν σκέπουν.
Τα μάτια Σου μόνο μικρόβια βλέπουν,
τ’ αντιδραστήρια μετρώνται με cc.

Aίμα στα δάχτυλά Σου δεν θωρείς,
οι πόνοι πια δεν φτάνουν ώς τ’ αυτιά Σου.
Απλώνεις στα γυαλιά τα χρώματά Σου
κι οι αδερφές είν’ υπηρέτριες της στιγμής.

Δεν θα ρθει πια ο Διευθυντής, ούτε η Ροδέα
να Σου ριχτούν με υστερικούς παροξυσμούς.
Χαίρεσαι τους δικούς σου λογισμούς
και παλιοτόμαρα δεν θα
χεις για παρέα.

Α ! Πόσο αξίζει ένας τέτοιος λυτρωμός,
όλος αντρίκεια απόφαση κι ευθύνη !
Η Ανάγκη να μην Σε καταπίνει
και να σε ορίζει ο δικός σου ορισμός.

Μα τέτοιο θάρρος δεν εφώλιαζε σε μας.
Άδοξα κουβαλάμε το σταυρό μας,
κι από τον ίδιο μισητοί τον εαυτό μας,
βλάκες τιτλούχοι “με όλας τας τιμάς”.

Τα χρόνια βέβαια, να περάσουν δεν θ’ αργήσουν.
Τι θα
χει μείνει, Ηλία, απ’ όλα αυτά ;
Η τύψη της μικρότητας, που φωναχτά
θα δείχνει όσους δεν θέλανε να ζήσουν . . .

Πικρή βροχή, 1990

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s