.

( Μικρό διάλειμμα στους άλλους καβγάδες ).

Φίλος είναι μα νευριάζει απερίσκεπτα καθώς
δηλώνω συγγενής των Απάτσι, των Τσερόκι, των Σαγιέν.
Από την Τσικοντότσκα στο Μπάφαλο περπάτησα και δεν
γνωρίζω αν γυρίσω πίσω· λίγα τα ψωμιά μου, άλλο φως

δεν υπάρχει πάρεξ των παιδικών χρόνων εκείνο
που μιλούσε με τη σελήνη με τους γρύλους με τη σιγή,
σταυροπόδι ο καπνός χάιδευε τον ήλιο και των σπαρτών τη γη
για λίγο μόνο κόκκινα μπαϊράκια, παιχνίδι πες, στον αχινό

του βάθους μάς έριξαν. Α, φίλε, πόσο φαρμάκι έχει το Ουράνιο
του χώματός μας που σκεπάζει όσια κόκκαλα, βακούφια ιερά
κι ανώνυμα – για να κομπάζεις τώρα εσύ πατριώτης φανερά

επαγγελματίας μα τίποτε άλλο ωραίο δίκαιο ή σπάνιο
( Τώρα του κόσμου οι άποικοι ανελέητα μας ντουφεκίζουν·
θαρρείς στα ξένα οι μάνες φοβισμένα πίτσκα νανουρίζουν ).


Χαιρετισμοί, 1999