[[ Οι πρώτες 150 αναρτήσεις ]]
21.11.2009
.
Οι Νέοι Ήχοι στο Παμπάλαιο Νερό συμπλήρωσαν αισίως 150 αναρτήσεις. Ο κατάλογος που ακολουθεί, αντίστροφος σε ό,τι αφορά τη σειρά με την οποία παρουσιάστηκαν τα ποιήματα, παρέχει ίσως τη δυνατότητα για μια δεύτερη, εποπτικότερη ματιά.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΟΥΖΑΚΗΣ, Με πλάτη τη μυρτιά
20.11.2009

.
Πού καταχώνιασες όλα τα πουλιά;
Νομίζεις έτσι η ντροπή πως θα ξεπλύνει;
Σ’ ακούν οι μέλισσες μέσα στα κελιά
Λιώνει η κηρήθρα τους, την άφησες και σβήνει
Βουΐζοντας όσα σου ’γραφα παλιά
Όταν γονάτιζε στην πένα η οδύνη
Λόγια ανήμερα μες σε ζεστή φωλιά
Πετροχελίδονου που τα ’χτισε να μείνει
Με γύρω του κλαράκια μας, κλαμένα μικρά χαρτιά
Στον κήπο που φιληθήκαμε με πλάτη τη μυρτιά
soulforpoetry.blogspot.com, 2008
Ι.Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ, Των ερώτων η εποχή
19.11.2009

.
Τα φύλλα ο αέρας θα σκορπίζει
στην άσφαλτο θα πέφτει η βροχή
και στις βουνοκορφές που θα χιονίζει
θα λειώνει των ερώτων η εποχή.
Με χιόνι, με βροχή και με λιακάδα
χειμώνας θα ’ναι πάντα στις ψυχές
του ήλιου δεν θα καίει η νιφάδα
θα ζούμε στου ανέμου τις πτυχές.
Θα γέρνουμε Ιούλιο στο τζάκι
η ζέστη της αγάπης σαν διαβεί.
Κι αφού μας φύγουν όλοι, ένα παιδάκι
αυτό που κάποτ’ ήμασταν θα ’ρθεί.
Το χέρι στην καρδιά μας θ’ ακουμπήσει
προτού παγώσει να ’χει ζεσταθεί
δακρύζοντας τα μάτια θα μας κλείσει
και πίσω απ’ το φεγγάρι θα χαθεί.
gianniskyriazis.blogspot.com, 2009
ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ, Απομυθο-ποίηση
18.11.2009
.
Λάτρεις πιστοί της απιστίας,
δήθεν αμόλυντοι κι αθώοι
και συγγενείς εξ αγχιστείας
με το λοιπό ανθρωπολόι.
Τρώμε απ’ την πείνα που μας τρώει –
φταιν οι εποχές της ασιτίας
που σκεύη γίναμε αχρηστίας,
των ποιητών εμείς το σόι.
Τώρα ο Πήγασος μουλάρι.
Κι οι Μούσες κάνουνε σαφάρι
μέσα στην ζούγκλα του εαυτού μας.
Τώρα μια ποίηση για. . . γνώστες,
μέχρι που μόνοι αναγνώστες
θα ’μαστε εμείς κάθε γρα-φτού μας !
Nobel λόγω ατεχνίας, 2008
ΑΧΘΟΣ ΑΡΟΥΡΗΣ, Του Πολυτεχνείου
17.11.2009

.
Για την επέτειο του Πολυτεχνείου δημοσιεύουμε σήμερα εκτός σειράς το ποίημα του Άχθου Αρούρη (Νίκου Σαραντάκου) που γράφτηκε το 1973, μετά από την εξέγερση του Πολυτεχνείου, αλλά παρέμεινε ανέκδοτο μέχρι πρόσφατα, οπότε και αναρτήθηκε από τον εγγονό του, Νίκο Σαραντάκο, στη σελίδα του στο ίντερνετ.
.
Φουκαραδάκι ο δύστυχος, είχε τελειώσει
νυχτερινό γυμνάσιο. Για σπουδές
ελπίδα δεν τ’ απόμενε ούτε τόση
Δε βάφονται τ’ αυγά με τις πορδές !
Δούλευε εφαρμοστής. Δουλειά του πάγκου,
θέλει σίγουρο χέρι και μυαλό ξουράφι.
Κι ήταν ο πιο ξυπνός στου Μαστροβάγγου
— Δω μέσα ρε παιδιά, πηγαίνω στράφι !
— Ε ! όχι δα ρε Μπάμπη, εδώ μαστόροι
πολύ παλιοί σου βγάζουν το καπέλο.
Τι παραπάνω θά ’ θελες αγόρι;
— Θα ’θελα να σπουδάσω, μα όσο κι αν θέλω…
Πολυτεχνείο το λεν, δεν είν’ αστεία,
αν βρίσκονταν παράδες κι αν. . . και αν. . .
για φροντιστήρια, δίδακτρα, βιβλία. . .
(κι ας λεν πως είναι η παιδεία «Δωρεάν»)
Εν τέλει τα κατάφερε και μπήκε
μέσ’ στη σχολή που επόθει, μιαν εσπέρα
στα τέλη του Νοέμβρη. Και μια σφαίρα
στα φλογισμένα στήθη τον ευρήκε.
sarantakos.com, 2008
ΣΤΙΧΑΚΙΑΣ, 44
16.11.2009

.
Στη μια μεριά του χάρτη κάνουν πάρτι,
η glamour fiesta τους θαμπώνει τον πλανήτη.
Θα αλλάξουν όλα, θα το δεις, ώς την Τετάρτη,
αφού ο Πρόεδρος ορκίζεται την Τρίτη.
Ο επί γης Θεός αλλάζει χρώμα.
Κομψά ντυμένος μ’ ένα στιλ που μαγνητίζει —
θα διώξει βόμβες, πόλεμο κι ακόμα
ό,τι κακό την οικουμένη βασανίζει.
Θα αναστηθούν νεκροί. Διαμελισμένα
κορμιά θα ενώσουν τα χαμένα τους τα μέλη
Τα σπίτια θα ξαναχτιστούν ένα προς ένα
και θα διατίθεται πισίνα για όποιον θέλει . . .
Οι βόμβες θα επιστρέψουν όλες πίσω
όταν πατήσει το κουμπί rewind, κι εμείς
θα αναρωτιόμαστε όλοι «πώς θα ζήσω
σε τέτοιο κόσμο τόσο τέλειας κοπής . . .»
Στο Αφγανιστάν θα σουλατσάρουνε τουρίστες
από U.S.A, από Europe και Japan
και θα γεμίζουν με χορεύτριες οι πίστες
κι οι σερβιτόροι θα είναι πρώην ταλιμπάν.
Σε τέτοιο κόσμο πώς θα ζήσω που έχω μάθει
να βλέπω αίμα εγώ να ρέει σε Blu-Ray,
σε τέτοιο κόσμο πώς θα ζήσω δίχως λάθη;
Πάει και τέλειωσε ! Το Σύμπαν καταρρέει . . .
Αυτές τις ώρες ίσως θα ’ταν για καλό μας
κανείς μας τίποτα μην πει. Να μη μιλήσει.
Ας κάνουμε —από συνήθεια— το σταυρό μας
και ας μουντζώσουμε —με τρόπο— προς τη Δύση.
stixakias.wordpress.com, 2009
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ, Εικόνες από μια νέα
13.11.2009

.
ΣΑΝ ΧΑΪΚΟΥ
.
α΄
Κρίνο βαστάω
Κι έχω ντύσει με χώμα
Τον άγγελό μου
β΄
Πήγαν τα μάτια
Εκδρομή στο κορμί σου
Κοίτα βραδιάζει
γ΄
Μπουκιές σκοτάδι
Στο στόμα μου χώνω τα
Μαύρα μαλλιά σου
δ΄
Γιορτές των ώμων
Στις μασχάλες σας θάλλουν
Τρυφερά πένθη
ε΄
Μικρό βυζάκι
Χόρτασε το φιλί μου
Να μεγαλώσεις
στ΄
Καινούργιο θαύμα
Η ρόγα σου αυγαταίνει
Στα δάχτυλά μου
ζ΄
Σ’ ένα ντιβάνι
Τρυφερός γαλαξίας
Με μαύρες τρύπες
η΄
Μαύρα ασφοδίλια
Του κορμιού σου φιλάνε
Τα Δερβενάκια
θ΄
Άσπρο φεγγάρι
Στην κοιλιά σου φωλιάζει
Πάρε με μέσα
ι΄
Τόσο υπάρχεις
Που ’ναι πλάσμα δικό σου
Κι η φαντασία
ια΄
Μπροστά σου πρέπει
Ενός λεπτού σιγή σε
Όλες τις λέξεις
ιβ΄
Σαν καμικάζι
Πάνω στ’ άσπρο κορμί σου
Θέλω να πέσω
ιγ΄
Εικόνες σκορπάς
Που τις μαζεύουν κρυφά
Τα δυό μου μάτια
ιδ΄
Μόνο ο καθρέφτης
Να σε βλέπει αντέχει
Δίχως να σπάει
ιε΄
Κι ο Γιάννης Ρίτσος
Να σε θωρούσε γυμνή
Θα σταματούσε
ιστ΄
Ώς κι ο αέρας
Το κορμί σου φυσώντας
Σπούδασε γλύπτης
ιζ΄
Καθώς η φλόγα
Όλα στάχτη τα κάνεις
Κι ας τρεμοσβήνεις
ιη΄
Είσαι το άλφα
Το βήτα το όμικρον
Είσαι το ωμέγα
ιθ΄
Στη χούφτα βυζί
Καιρό θα κάνεις να πιεις
Από ποτήρι
κ΄
Κάθε σου λέξη
Ένα ακόμα σου χέρι
Που με χαϊδεύει
κα΄
Κορμί που σκύβεις
Τη μικρή μου κάμαρη
Κάνεις μουσείο
κβ΄
Σαν φύλλο χαρτί
Ο Έρως σε τύπωσε
Σε δύο όψεις
κγ΄
Τριαντάφυλλο
Μπρος πίσω γαρούφαλο
Από πού να ’μπω;
κδ΄
Τρυφερά χείλη
Στο στόμα στη γλώσσα μου
Να ’ναι τα πάνω;
κε΄
Τρελλό μου στόμα
Άντε μίλησε τώρα
Με δύο γλώσσες
κστ΄
Από τα πάνω
Γλυκά με κηδεύουνε
Τα δυό σου στήθη
κζ΄
Δύο ληστεύαν
Ο ένας τον άλλονα
τα ’δωσαν όλα
κη΄
Τα δυό σου πόδια
Τρυφερές συμπληγάδες
Καλά περνάω
κθ΄
Σαν πέντε σκυλιά
Πάνω σου έχουν χιμήξει
Κι οι πέντε αισθήσεις
λ΄
Σπέρνω καθρέφτες
Τα δυό τρελλά μου μάτια
Μήπως χορτάσω
λα΄
Τρυφερά πόσο
Το ταβάνι κοιτάνε
Οι δυό σου φτέρνες
λβ΄
Τι θέλουν αυτοί
Δυό τρελλοί που παλεύουν
Μες στον καθρέφτη
λγ΄
Τρελλά μου πουλιά
Μ’ άσπρο ούζο κερνάτε
Μαύρες μασχάλες
λδ΄
Το σπέρμα μου δες
Στο τρυφερό σου πόδι
Πώς λάμπει λευκό
λε΄
ΕΙΣΑΙΟΑΡΤΟΣ
ΕΙΣΑΙΟΟΙΝΟΣΔΕΝΕ
ΧΕΙΑΛΛΗΖΩΗ
λστ΄
Τρεις μαύρες φλόγες
Στο κορμί σου φωλιάζουν
Όταν κοιμάσαι
λζ΄
Το καλοκαίρι
Έρχεται για να φοράς
Μικρά σανδάλια
λη΄
Μεσημεράκι
Σ’ ένα μικρό σύννεφο
Έχεις σκαλώσει
λθ΄
Πέφτει βροχούλα
Τι σίγουροι που ’μαστε
Στ’ άσπρα σεντόνια
μ΄
Εσύ κοιμάσαι
Και μένα το φεγγάρι
Με κοροϊδεύει
μα΄
Γεμάτη φωλιές
Κι εγώ γυρνώ ξέσκεπο
Πουλί μονάχο
μβ΄
Έλα αέρα
Φέρε μου τις φωνές της
Από τα ξένα
μγ΄
Απ’ του έρωτά σου
Τις στάσεις μου ’κρυβες μια
Την απουσία
.
Γραφέως κάτοπτρον, 1989
ΤΑΚΗΣ ΠΑΥΛΟΣΤΑΘΗΣ, Νέος επιστήμων
12.11.2009

.
Κατεβαίνεις κομψά δυο-δυο τα σκαλιά
π’ αγκομαχώντας εγώ ανεβαίνω
αφ’ υψηλού κυριολεκτικά μου ρίχνεις πολυάσχολο «γεια»
«γεια» μιλάω και γω μα στην ουσία σωπαίνω.
Τί να γίνει διακοπή ρεύματος μωρό μου
για κανέναν δεν λειτουργεί ο ανελκυστήρ
μα σ’ όλο τον πέμπτο όροφο εσύ είσαι ο αστήρ
κι εγώ απ’ τους τόσους μονάχα ένας μνηστήρ.
Τί να γίνει διακοπή ρεύματος μωρό μου
μα εσένα σε βρίσκει σε προσπάθεια
ήσσονα μπρος σε κατήφορο
κι εμένα στο ζόρικο μπρος στον ανήφορο.
Είναι το ξέρω γενικό το κακό
μα εσύ σε στρωμένη δουλειά παίρνεις μισθό
ενώ εμείς δίπλα στου ελεύθερου επαγγέλμα-
τος τον τροχό περιμένουμε τον Γκοντό
και γενικότερα ακόμα γενικό
είναι το κακό, το μόνο π’ αλλάζει
είναι του καθενός το μερτικό.
Όλο και πιο χρυσή Πηνελόπη το παίζεις
δεν μ’ ακούς τίποτε εσχάτως δεν ακούς
έχεις βάλει πλώρη για τον έβδομο
όροφο στης επιτυχίας τον ουρανό.
Με παίρνεις στο τηλέφωνο
να μάθεις τί κάνω με ρωτάς
σε ρωτάω για τον «φόνο» δεν μ’ απαντάς
σου λέω για το «κρίνο» αλλού το πας.
Τί θέλεις να κάνω τί θέλεις να κάνω
χτυπάω μύγες, χτυπάω μύγες
σβήνω τα φώτα.
Αχρονολόγητο ποίημα, πρώτη δημοσίευση :
Ποιήματα και πεζά (1964-1999), 2006
ΠΑΝΑΓΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ, Assente siluetta
11.11.2009

.
Άνοιξε του Μάρτη το νεφρί,
καταρράκτες ρίχνει στο Tirreno,
κάβο να φανεί δεν περιμένω
κι η πορεία πάντα δυτική.
Η γραμμή μου πάνω στον καιρό,
Ηράκλειες πάλι θα περάσω,
τί κι αν προσπαθώ να την ξεχάσω
τ’ όραμά της μπρος μου λυγερό.
Φέρμα· ο χρόνος μέσα στο μυαλό,
δάχτυλα που παίζουν με σφιλάτσο,
ήτανε μαγκιόρο το στραπάτσο
κι αν περάσαν χρόνια δεν ξεχνώ.
Βγήκε μια νυχτιά στον πηγαιμό
για ταξίδι που ’μελλε λογκάδο
από να σκοτώνω να τη θάβω
κάλλιο να τη βλέπω στο φτερό.
Κράτησε η μπόρα ξαφνικά.
Άνοιξ’ η θολούρα στο μυαλό μου,
το μεδούλι μες στο κόκαλό μου
ψιθυρίζει: «μήπως σ’ αγαπά;»
Τώρα στον ορίζοντα δειλά
βλέπω μιαν απούσα σιλουέτα
ώρα να μαζέψω την μπαρκέτα
φούντο ’κτώ κλειδιά τη δεξιά.
Το μπάρκο, 2005
ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ, Αγωνία
10.11.2009

.
Χαμένες σκέψεις, θλίψη γυαλί
δρόμος συρμάτινος ακροβατεί.
Τραγούδι η αγάπη, πλάνος ρυθμός
στο βάθος έστεκε ο χωρισμός.
Δεν έχεις γλώσσα, μονάχα μνήμη
ο αδελφός μπροστά σου δεν διακρίνει.
Θέριεψε ο αγέρας, λήθη καμία
εσύ φοβέριζες την ουτοπία.
Πέτρα σκληρή κι οξειδωμένη
εικόνα πίσω σου, μια γη καμένη.
Δεν σε χωρούσε η αγωνία
στη ζώνη χάιδευες μια λάμα κρύα.
Νυχτερινή άσκηση, 2005
Δ.Π. ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ, Δελφική αίσθηση
09.11.2009

.
Να σ’ ακούσω, πώς ;
να μ’ ακούσεις, γιατί ;
ό,τι αφήσαμε φως
μας πατεί.
Μη με χάσεις, φωνή
έχω γίνει νερών,
στα φαράγγια αντιχτύπημα
αετήσιων φτερών.
Μη με χάσεις, η αφή
είναι μνήμη και ηχώ
άλλου κόσμου.
Λάλον ύδωρ ξυπνώ
στο εννοσίγαιο βουνό
και βαθαίνει ο Πλειστός μου.
Η ασώματη, 1983
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΣΜΟΠΟΥΛΟΣ, Παντούμ
06.11.2009

.
στον Νάσο Βαγενά
Λάδι της νύχτας. Μηνίσκος κοφτερό γυαλί.
Αλλιώς: χαλάζι αόρατο θα βρέξει.
Στο στήθος πυροβολισμός η πρώτη λέξη.
Παγώνει το αίμα, πέτρινο κλαδί.
Αλλιώς: χαλάζι αόρατο θα βρέξει.
Γαλάζιες φλόγες στάζουν στο τραπέζι.
Από τα μέρη του θανάτου αν θες να φέξει
σμίξε με τις σκιές στο θέατρο που παίζει.
Γαλάζιες φλόγες στάζουν στο στασίδι.
Αποκρυπτογραφείς το σχήμα των πραγμάτων
με τη σιωπή, Μενέλαε Σολεϊμετζίδη.
Άνοιξη· λύπη θαλερή στο βυθό των σωμάτων.
Αποκρυπτογραφείς το σχήμα των πραγμάτων.
Τα οικόπεδά σου λάμπουν στη σελήνη.
Στο πατρικό σου με κερνούν μαύρο κονιάκ οι κάτω
και με κοιτούν αμίλητοι για ό,τι είναι να γίνει.
Τα οικόπεδά σου λάμπουν στη σελήνη.
Φυτεύεις κήπους μουσικής για τους λαθραίους.
Στον τόπο αυτό πουλί δεν έχει μείνει.
Ο ουρανός πονά τους αρουραίους.
Λατομείο, 2002
ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ, Παντουμάκι
05.11.2009

.
Ανάβει το φως μες στη διάφανη ημέρα
το φως που ακουμπά σ’ έναν κόσμο σκοτάδι
καθώς κυβερνάς στην σιγή ατμοσφαίρα
γλυκό λαμπυρίζει του πόθου το λάδι.
Το φως που ακουμπά σ’ έναν κόσμο σκοτάδι
γλιστρά στου ψαριού σου κορμιού τη σελήνη
γλυκά λαμπυρίζει του πόθου το λάδι.
κι η νύχτα που αυξάνει τη ζώνη σού λύνει.
Γλιστρά στου ψαριού σου κορμιού τη σελήνη
το χέρι τ’ απλό που διαβάζει την ύλη
κι η νύχτα που αυξάνει τη ζώνη σού λύνει
σ’ αφήνει στου κοίλου σπασμού την καμπύλη.
Το χέρι τ’ απλό που διαβάζει την ύλη
διδάσκει στον νου το τερπνό μεσημέρι
σ’ αφήνει στου κοίλου σπασμού την καμπύλη
ν’ ανθίζεις της πίκρας το ελάχιστο αστέρι.
Διδάσκει στον νου το τερπνό μεσημέρι
καθώς κυβερνάς στην σιγή ατμοσφαίρα
ν’ ανθίζεις της πίκρας το ελάχιστο αστέρι
ανάβει το φως μες στη διάφανη ημέρα.
Το βιβλίο της Μαριάννας, 1993

.
Φύκια ’ναι τα στεφάνια της
κοχύλια τα προικιά της . . .
ΑΛ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
Τ’ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
Φύκια κοχύλια νεκρά κοράλλια
ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ
Οι φώκιες θρηνούν μ’ έναν τρόπο δικό τους.
Λυγάν τα νησιά και το πέλαγο τρέμει
(πού πας Ακριβούλα στον πάτο του σκότους;)
και φύκια γενήκαν λυκόφως κι ανέμοι.
Λυγάν τα νησιά και το πέλαγο τρέμει.
Μαυρίζει και πάλι του ονείρου το κύμα
και φύκια γενήκαν λυκόφως κι ανέμοι,
πετρώνει το δάκρυ στερεύει το ποίημα.
Μαυρίζει και πάλι του ονείρου το κύμα
σε θάλασσα που ’βγαλε νύχια και δόντια
πετρώνει το δάκρυ στερεύει το ποίημα
και πέφτουν ψηλάθε σαγίτες κι ακόντια.
Σε θάλασσα που ’βγαλε νύχια και δόντια
τ’ αστέρια βυθάν σαν στ’ αγκίστρι μολύβι
και πέφτουν ψηλάθε σαγίτες κι ακόντια
κι οι νύχτες αλέθουν κι η μέρα συντρίβει.
Τ’ αστέρια βυθάν σαν στ’ αγκίστρι μολύβι
σε μπάγκους στρωμένους σπασμένα κοχύλια
κι οι νύχτες αλέθουν κι η μέρα συντρίβει
τους κόρφους τα χέρια τα μάτια τα χείλια.
Σε μπάγκους στρωμένους σπασμένα κοχύλια
κοιμούνται οι ψυχές μ’ αγκαλιά τον καημό τους.
Τους κόρφους τα χέρια τα μάτια τα χείλια.
οι φώκιες θρηνούν μ’ έναν τρόπο δικό τους.
Ποίηση, τχ. 12, 1998
ΤΑΣΟΣ Ν. ΚΑΡΑΜΗΤΣΟΣ, Παντούμ 2
03.11.2009

.
Χιονίζει κι απόψε το έστρωσε πάλι
Βρεγμένα τα ξύλα καπνίζουν στο τζάκι
Κρυώνω και πίνω αισθάνομαι ζάλη
Μας ρήμαξε ο πόνος και γίναμε ράκη
Βρεγμένα τα ξύλα καπνίζουν στο τζάκι
Κυλάει ο χρόνος κι αφήνει σημάδια
Μας ρήμαξε ο πόνος και γίναμε ράκη
Τα γήπεδα που έτρεχα μείνανε άδεια
Κυλάει ο χρόνος κι αφήνει σημάδια
Στο δέρμα αυλάκια βαθιά οι ρυτίδες
Τα γήπεδα που έτρεχα μείνανε άδεια
Στενέψανε οι δρόμοι γεμίσαν παγίδες
Στο δέρμα αυλάκια βαθιά οι ρυτίδες
Μα νοιώθω ανάγκη για ένα σου χάδι
Στενέψανε οι δρόμοι γεμίσαν παγίδες
Στερεύει το κρύο νερό στο πηγάδι
Μα νοιώθω ανάγκη για ένα σου χάδι
Να γείρω στον κόρφο σου το άσπρο κεφάλι
Στερεύει το κρύο νερό στο πηγάδι
Χιονίζει κι απόψε το έστρωσε πάλι
tnkaramitsos.blogspot.com, 2008
ΛΙΛΗ ΝΙΟΡΚΗ, Παντούμ
02.11.2009

.
Τη στιγμή στο κορμί σου κρατάς ζηλεμένα
τα φορέματα αστράφτουν στον καθρέφτη της σάλας
τα πατώματα τρίζουν τα μάτια αναμμένα
τα τακούνια αντηχούν στα πλακάκια της σκάλας
Τα φορέματα αστράφτουν στον καθρέφτη της σάλας
τζαμωτά δακρυσμένα το φως διυλίζουν
τα τακούνια αντηχούν στα πλακάκια της σκάλας
πλατανόφυλλα γύψινα τα γείσα στολίζουν
Τζαμωτά δακρυσμένα το φως διυλίζουν
παγωμένη η ανάσα του σπιτιού σε τυλίγει
πλατανόφυλλα γύψινα τα γείσα στολίζουν
σκούρα έπιπλα, τούλια και η σόμπα είναι λίγη
Παγωμένη η ανάσα του σπιτιού σε τυλίγει
τα τακούνια σου ανάψαν φωτιές στα πλακάκια
σκούρα έπιπλα, τούλια και η σόμπα είναι λίγη
καμφορά και μπαγιάτικος καπνός στα τασάκια
Τα τακούνια σου ανάψαν φωτιές στα πλακάκια
ο ζεϊμπέκικος μες στο μυαλό σου γυρίζει
καμφορά και μπαγιάτικος καπνός στα τασάκια
πατσουλί και μπαχάρι το δέρμα σου αχνίζει
Ο ζεϊμπέκικος μες στο μυαλό σου γυρίζει
τα πατώματα τρίζουν τα μάτια αναμμένα
πατσουλί και μπαχάρι το δέρμα σου αχνίζει
τη στιγμή στο κορμί σου κρατάς ζηλεμένα
nuxterina.blogspot.com, 2007
ΝΙΚΟΣ ΦΩΚΑΣ, Κουτσοβλαχική
30.10.2009

.
Τι θλιβερό να χάνεται μια γλώσσα !
Να χάνεται μαζί της μέσ’ στα τόσα
Ό,τι στα ελληνικά λέμε «τι κάνεις;»
Ή «δος ημίν» ή «το καθήκι ο Φάνης».
Και πάλι όχι ακριβώς: μια γλώσσα είν’ άλλος
Σταθμός από τη δίπλα, εξίσου λάλος·
Τον σβήνεις αν κινήσεις τη βελόνα –
Μια κίνηση μικρή μα γλωσσοκτόνα . . .
Κλαίω για τα ελληνικά μα ποιος της χρήστης
Θα κλάψει και γι’ αυτήν, ποιος ποιητής της
Αληθινός, καθώς μικροί-μεγάλοι
Σ’ αυτήν ξενομιλούν; – εγώ και πάλι !
Εγώ και πάλι, αφού ποιητής δεν είναι
Δικός της να την κλάψει, ακούστε τήνε
Κι ας μην καταλαβαίνετε· σας λέει
Γι’ αγάπες, για θανάτους και για κλέη –
Εγώ και πάλι, που θρηνώ το γνήσιο
Στον άθλιο τόπο αυτόν τον πιθηκίσιο !
Κοχυβαδάκια, 1994

.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΑΙ Ή ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΙ ΕΥΕΡΓΕΤΑΙ
Ο ένας μετέφρασε Ροΐδη,
ο έτερος Παπαδιαμάντη,
κι ο τρίτος τους τον Σολωμό
– όλους τους σε γλώσσα δημοτική.
Από πολλών ετών πια ξέρω ήδη
ότι κι άλλο ένα μας διαμάντι
μέρα-νύχτα μεταφράζει Βιζυηνό
–ομοίως στη γλώσσα τη νεοελληνική–
και ότι τόνε καίει φούργια τόση,
που όπου νά ’ν’ θα τον εκδώσει.
Έκδοτος εγώ στην κακία, σχεδόν πεντηκοντούτης,
τέσσερεις εχθρούς είχα μόνο στα γράμματα,
κι είχα για τη γούνα ολωνών τους ράμματα . . .
Πείτε μου, πού ναν το φανταστώ, εντούτοις,
πως αντί τα κείμενά μου να τους σβήσουν,
ασβοί εκείνοι ζέχνοντες σε φιλολογικό πατάρι,
θε να μού ’καναν, του καψερού, τη χάρη
όλοι να παν μαζί, παρέα, ν’ αυτοκτονήσουν ; . . .
ΕΥΧΑΙ ΕΙΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗΝ
Αφού εξέμπλεξες με Νιόνιο Σολωμό και με Ροΐδη,
με Βιζυηνό Γεώργιο, ου μην αλλά και μπαρμπ-Αλέκο,
κι αφού τον μεν οίνον έκαμες κρασί, το δε όξος ξύδι,
με θαυμασμό διαβάζω σε τόντις ανυπόκριτο,
και de profundis της καρδίας μου σου εύχομαι:
«Άιντε, παιδί μου, γύρνα στ’ αθηνέικα, που ξέρεις,
Χριστόπουλο και Βηλαρά και, μ’ ό,τι άλλο έχουμε,
και του μαστρο-Βιτσέντζου το “Ρωτόκριτο”
– ε, κι ας κάμει κομμάτι υπομονή και ο Σεφέρης,
δεδομένου, μάλιστα, ότι προηγείται το πιλάφι
που θα μας-ε σερβίρεις, σεφ, να φάμε για Καβάφη.»
Εκατόν δύο ματς, 2008
ΔΟΥΚΑΣ ΚΑΠΑΝΤΑΗΣ, Η Ελληνική
28.10.2009

.
Είναι πολλοί γκουρού που απαγορεύουν
στους μαθητές το μέλλον ν’ ατενίζουν,
γιατί το μπλέκουν, λεν, μ’ αυτά που ελπίζουν,
κι από τη λίμνη-φάντασμα ψαρεύουν.
Τέτοια σκεπτόμουν, όταν ξαφνικά,
δεν ξέρω πώς, μπορεί και να ’χε σχέση,
θυμήθηκα την πρώτη μου τη σχέση,
κι άρχισα να φωνάζω δυνατά:
«Ποιος παίζει πάλι Βʹ Εθνική
και θέλει ν’ ανεβεί κατηγορία; *
Φωστήρα μου, θα γράψεις Ιστορία,
δεν είναι παρελθόν η Ελληνική !»
Αουτσάιντερ και φόβητρο των πάντων,
Φωστήρα μας, φονέα των γιγάντων.
.
* Αρχή Αγωνιστικής Περιόδου 2003-2004.
Αγοράκια κοριτσάκια, 2004
ΕΛΕΝΗ ΑΡΒΕΛΕΡ, Γλώσσα ελληνική
27.10.2009

.
Μάθετε να μιλάτε καλά ελληνικά !
Στην γλώσσα αυτή δικάζει ο Πανταχού Παρών.
Ήγγικεν οσονούπω η βασιλεία των ουρανών.
Κι εκεί, στου φοβερού κριτήριου τον χώρο,
ίσως δεν βρείτε μεσολαβητή και δικηγόρο,
αφού η Παναγιά μιλάει μονάχα εβραϊκά,
κι ο Παύλος τρέχει και δεν φτάνει, άρον-άρον,
την υπεράσπιση να κάνει πολυπληθών βαρβάρων.
Για τον καθένα οι Άγγελοι, σε απλή δημοτική
έγραψαν και κρατούν κιτάπια μ’ έπαινους και ψόγους.
Δεν είν’ λοιπόν ανάγκη σοφούς να πείτε λόγους.
Η γλώσσα του παππού και της γιαγιάς αρκεί.
Μέμφομαι τον αιώνα, 2001

