.

στον Νάσο Βαγενά

Λάδι της νύχτας. Μηνίσκος κοφτερό γυαλί.
Αλλιώς: χαλάζι αόρατο θα βρέξει.
Στο στήθος πυροβολισμός η πρώτη λέξη.
Παγώνει το αίμα, πέτρινο κλαδί.

Αλλιώς: χαλάζι αόρατο θα βρέξει.
Γαλάζιες φλόγες στάζουν στο τραπέζι.
Από τα μέρη του θανάτου αν θες να φέξει
σμίξε με τις σκιές στο θέατρο που παίζει.

Γαλάζιες φλόγες στάζουν στο στασίδι.
Αποκρυπτογραφείς το σχήμα των πραγμάτων
με τη σιωπή, Μενέλαε Σολεϊμετζίδη.
Άνοιξη· λύπη θαλερή στο βυθό των σωμάτων.

Αποκρυπτογραφείς το σχήμα των πραγμάτων.
Τα οικόπεδά σου λάμπουν στη σελήνη.
Στο πατρικό σου με κερνούν μαύρο κονιάκ οι κάτω
και με κοιτούν αμίλητοι για ό,τι είναι να γίνει.

Τα οικόπεδά σου λάμπουν στη σελήνη.
Φυτεύεις κήπους μουσικής για τους λαθραίους.
Στον τόπο αυτό πουλί δεν έχει μείνει.
Ο ουρανός πονά τους αρουραίους.

Λατομείο, 2002

.

Ανάβει το φως μες στη διάφανη ημέρα
το φως που ακουμπά σ’ έναν κόσμο σκοτάδι
καθώς κυβερνάς στην σιγή ατμοσφαίρα
γλυκό λαμπυρίζει του πόθου το λάδι.

Το φως που ακουμπά σ’ έναν κόσμο σκοτάδι
γλιστρά στου ψαριού σου κορμιού τη σελήνη
γλυκά λαμπυρίζει του πόθου το λάδι.
κι η νύχτα που αυξάνει τη ζώνη σού λύνει.

Γλιστρά στου ψαριού σου κορμιού τη σελήνη
το χέρι τ’ απλό που διαβάζει την ύλη
κι η νύχτα που αυξάνει τη ζώνη σού λύνει
σ’ αφήνει στου κοίλου σπασμού την καμπύλη.

Το χέρι τ’ απλό που διαβάζει την ύλη
διδάσκει στον νου το τερπνό μεσημέρι
σ’ αφήνει στου κοίλου σπασμού την καμπύλη
ν’ ανθίζεις της πίκρας το ελάχιστο αστέρι.

Διδάσκει στον νου το τερπνό μεσημέρι
καθώς κυβερνάς στην σιγή ατμοσφαίρα
ν’ ανθίζεις της πίκρας το ελάχιστο αστέρι
ανάβει το φως μες στη διάφανη ημέρα.

Το βιβλίο της Μαριάννας, 1993

.

Φύκια ’ναι τα στεφάνια της
κοχύλια τα προικιά της . . .

ΑΛ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

Τ’ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Φύκια κοχύλια νεκρά κοράλλια

ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ


Οι φώκιες θρηνούν μ’ έναν τρόπο δικό τους.
Λυγάν τα νησιά και το πέλαγο τρέμει
(πού πας Ακριβούλα στον πάτο του σκότους;)
και φύκια γενήκαν λυκόφως κι ανέμοι.

Λυγάν τα νησιά και το πέλαγο τρέμει.
Μαυρίζει και πάλι του ονείρου το κύμα
και φύκια γενήκαν λυκόφως κι ανέμοι,
πετρώνει το δάκρυ στερεύει το ποίημα.

Μαυρίζει και πάλι του ονείρου το κύμα
σε θάλασσα που ’βγαλε νύχια και δόντια
πετρώνει το δάκρυ στερεύει το ποίημα
και πέφτουν ψηλάθε σαγίτες κι ακόντια.

Σε θάλασσα που ’βγαλε νύχια και δόντια
τ’ αστέρια βυθάν σαν στ’ αγκίστρι μολύβι
και πέφτουν ψηλάθε σαγίτες κι ακόντια
κι οι νύχτες αλέθουν κι η μέρα συντρίβει.

Τ’ αστέρια βυθάν σαν στ’ αγκίστρι μολύβι
σε μπάγκους στρωμένους σπασμένα κοχύλια
κι οι νύχτες αλέθουν κι η μέρα συντρίβει
τους κόρφους τα χέρια τα μάτια τα χείλια.

Σε μπάγκους στρωμένους σπασμένα κοχύλια
κοιμούνται οι ψυχές μ’ αγκαλιά τον καημό τους.
Τους κόρφους τα χέρια τα μάτια τα χείλια.
οι φώκιες θρηνούν μ’ έναν τρόπο δικό τους.

Ποίηση, τχ. 12, 1998

.

Χιονίζει κι απόψε το έστρωσε πάλι
Βρεγμένα τα ξύλα καπνίζουν στο τζάκι
Κρυώνω και πίνω αισθάνομαι ζάλη
Μας ρήμαξε ο πόνος και γίναμε ράκη

Βρεγμένα τα ξύλα καπνίζουν στο τζάκι
Κυλάει ο χρόνος κι αφήνει σημάδια
Μας ρήμαξε ο πόνος και γίναμε ράκη
Τα γήπεδα που έτρεχα μείνανε άδεια

Κυλάει ο χρόνος κι αφήνει σημάδια
Στο δέρμα αυλάκια βαθιά οι ρυτίδες
Τα γήπεδα που έτρεχα μείνανε άδεια
Στενέψανε οι δρόμοι γεμίσαν παγίδες

Στο δέρμα αυλάκια βαθιά οι ρυτίδες
Μα νοιώθω ανάγκη για ένα σου χάδι
Στενέψανε οι δρόμοι γεμίσαν παγίδες
Στερεύει το κρύο νερό στο πηγάδι

Μα νοιώθω ανάγκη για ένα σου χάδι
Να γείρω στον κόρφο σου το άσπρο κεφάλι
Στερεύει το κρύο νερό στο πηγάδι
Χιονίζει κι απόψε το έστρωσε πάλι

tnkaramitsos.blogspot.com, 2008

.

Τη στιγμή στο κορμί σου κρατάς ζηλεμένα
τα φορέματα αστράφτουν στον καθρέφτη της σάλας
τα πατώματα τρίζουν τα μάτια αναμμένα
τα τακούνια αντηχούν στα πλακάκια της σκάλας

Τα φορέματα αστράφτουν στον καθρέφτη της σάλας
τζαμωτά δακρυσμένα το φως διυλίζουν
τα τακούνια αντηχούν στα πλακάκια της σκάλας
πλατανόφυλλα γύψινα τα γείσα στολίζουν

Τζαμωτά δακρυσμένα το φως διυλίζουν
παγωμένη η ανάσα του σπιτιού σε τυλίγει
πλατανόφυλλα γύψινα τα γείσα στολίζουν
σκούρα έπιπλα, τούλια και η σόμπα είναι λίγη

Παγωμένη η ανάσα του σπιτιού σε τυλίγει
τα τακούνια σου ανάψαν φωτιές στα πλακάκια
σκούρα έπιπλα, τούλια και η σόμπα είναι λίγη
καμφορά και μπαγιάτικος καπνός στα τασάκια

Τα τακούνια σου ανάψαν φωτιές στα πλακάκια
ο ζεϊμπέκικος μες στο μυαλό σου γυρίζει
καμφορά και μπαγιάτικος καπνός στα τασάκια
πατσουλί και μπαχάρι το δέρμα σου αχνίζει

Ο ζεϊμπέκικος μες στο μυαλό σου γυρίζει
τα πατώματα τρίζουν τα μάτια αναμμένα
πατσουλί και μπαχάρι το δέρμα σου αχνίζει
τη στιγμή στο κορμί σου κρατάς ζηλεμένα

nuxterina.blogspot.com, 2007

.

Τι θλιβερό να χάνεται μια γλώσσα !
Να χάνεται μαζί της μέσ’ στα τόσα

Ό,τι στα ελληνικά λέμε «τι κάνεις;»
Ή «δος ημίν» ή «το καθήκι ο Φάνης».

Και πάλι όχι ακριβώς: μια γλώσσα είν’ άλλος
Σταθμός από τη δίπλα, εξίσου λάλος·

Τον σβήνεις αν κινήσεις τη βελόνα –
Μια κίνηση μικρή μα γλωσσοκτόνα . . .

Κλαίω για τα ελληνικά μα ποιος της χρήστης
Θα κλάψει και γι’ αυτήν, ποιος ποιητής της

Αληθινός, καθώς μικροί-μεγάλοι
Σ’ αυτήν ξενομιλούν; – εγώ και πάλι !

Εγώ και πάλι, αφού ποιητής δεν είναι
Δικός της να την κλάψει, ακούστε τήνε

Κι ας μην καταλαβαίνετε· σας λέει
Γι’ αγάπες, για θανάτους και για κλέη –

Εγώ και πάλι, που θρηνώ το γνήσιο
Στον άθλιο τόπο αυτόν τον πιθηκίσιο !

Κοχυβαδάκια, 1994

.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΑΙ Ή ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΙ ΕΥΕΡΓΕΤΑΙ

Ο ένας μετέφρασε Ροΐδη,
ο έτερος Παπαδιαμάντη,
κι ο τρίτος τους τον Σολωμό
– όλους τους σε γλώσσα δημοτική.
Από πολλών ετών πια ξέρω ήδη
ότι κι άλλο ένα μας διαμάντι
μέρα-νύχτα μεταφράζει Βιζυηνό
–ομοίως στη γλώσσα τη νεοελληνική–
και ότι τόνε καίει φούργια τόση,
που όπου νά
ν’ θα τον εκδώσει.

Έκδοτος εγώ στην κακία, σχεδόν πεντηκοντούτης,
τέσσερεις εχθρούς είχα μόνο στα γράμματα,
κι είχα για τη γούνα ολωνών τους ράμματα . . .
Πείτε μου, πού ναν το φανταστώ, εντούτοις,
πως αντί τα κείμενά μου να τους σβήσουν,
ασβοί εκείνοι ζέχνοντες σε φιλολογικό πατάρι,
θε να μού
καναν, του καψερού, τη χάρη
όλοι να παν μαζί, παρέα, ν’ αυτοκτονήσουν ; . . .


ΕΥΧΑΙ ΕΙΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗΝ

Αφού εξέμπλεξες με Νιόνιο Σολωμό και με Ροΐδη,
με Βιζυηνό Γεώργιο, ου μην αλλά και μπαρμπ-Αλέκο,
κι αφού τον μεν οίνον έκαμες κρασί, το δε όξος ξύδι,
με θαυμασμό διαβάζω σε τόντις ανυπόκριτο,
και de profundis της καρδίας μου σου εύχομαι:
«Άιντε, παιδί μου, γύρνα στ’ αθηνέικα, που ξέρεις,
Χριστόπουλο και Βηλαρά και, μ’ ό,τι άλλο έχουμε,
και του μαστρο-Βιτσέντζου το “Ρωτόκριτο”
– ε, κι ας κάμει κομμάτι υπομονή και ο Σεφέρης,
δεδομένου, μάλιστα, ότι προηγείται το πιλάφι
που θα μας-ε σερβίρεις, σεφ, να φάμε για Καβάφη.
»

Εκατόν δύο ματς, 2008

.

Είναι πολλοί γκουρού που απαγορεύουν
στους μαθητές το μέλλον ν’ ατενίζουν,
γιατί το μπλέκουν, λεν, μ’ αυτά που ελπίζουν,
κι από τη λίμνη-φάντασμα ψαρεύουν.

Τέτοια σκεπτόμουν, όταν ξαφνικά,
δεν ξέρω πώς, μπορεί και να
χε σχέση,
θυμήθηκα την πρώτη μου τη σχέση,
κι άρχισα να φωνάζω δυνατά:

«Ποιος παίζει πάλι Βʹ Εθνική
και θέλει ν’ ανεβεί κατηγορία; *
Φωστήρα μου, θα γράψεις Ιστορία,
δεν είναι παρελθόν η Ελληνική !»

Αουτσάιντερ και φόβητρο των πάντων,
Φωστήρα μας, φονέα των γιγάντων.

.

* Αρχή Αγωνιστικής Περιόδου 2003-2004.

Αγοράκια κοριτσάκια, 2004

.

Μάθετε να μιλάτε καλά ελληνικά !
Στην γλώσσα αυτή δικάζει ο Πανταχού Παρών.
Ήγγικεν οσονούπω η βασιλεία των ουρανών.
Κι εκεί, στου φοβερού κριτήριου τον χώρο,
ίσως δεν βρείτε μεσολαβητή και δικηγόρο,
αφού η Παναγιά μιλάει μονάχα εβραϊκά,
κι ο Παύλος τρέχει και δεν φτάνει, άρον-άρον,
την υπεράσπιση να κάνει πολυπληθών βαρβάρων.

Για τον καθένα οι Άγγελοι, σε απλή δημοτική
έγραψαν και κρατούν κιτάπια μ’ έπαινους και ψόγους.
Δεν είν’ λοιπόν ανάγκη σοφούς να πείτε λόγους.
Η γλώσσα του παππού και της γιαγιάς αρκεί.

Μέμφομαι τον αιώνα, 2001

.

Γράφει μια επαρχιώτικη διαφήμιση
(Για την προσέλκυση όχι ξένων μα Ρωμιών
Στο κέντρο λέει –στ’ αγγλικά–
«Το μπλε πετράδι»)
Sirtaki night κι εξηγεί Συρτάκι βράδυ.
Θαυμάστε γλωσσικό κι ανθρώπινο ποιόν
Ιδιαίτερα στο δεύτερό της ήμισυ !

Το δίλημμα είναι αμείλικτο και πρόδηλο·
Ποιοι ακόμα δεν το αντιλαμβάνονται και ποιοι
Μειδιούν στο ξένο το ερπετό καλοσυνάτα
Που πάει να γίνει του σπιτιού μας άλλη γάτα;
Λοιπόν· ή θ’ αφεθούμε να μας καταπιεί
Ή το χαλάμε – πύθωνα ή κροκόδειλο.

Κοχυβαδάκια, 1995

.

Η ΠΟΝΕΜΕΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΥΟ ΨΥΧΩΝ
ΣΕ ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΑΠΙΑ ΚΑΙ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΗ

―――

Η ΤΙΜΙΑ ΕΞΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ,
ΜΑΣΤΙΓΙΟ ΣΤΗΝ ΥΠΝΩΤΤΟΥΣΑ ΗΘΙΚΗ ΜΑΣ

.

Αν είχα μια κόρη 16 χρονώ
θα έκανα να διαβάσει κρυφά
αυτό το βιβλίο και θα ήμουν
ήσυχος ότι ποτέ δε θα κινδύνευε
να παραστρατήσει…

ΓΡ. ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ, «Ο Κατήφορος»

.

Τη λέγαν Φωτεινίτσα κι όχι Κάρμεν
μα κάθονταν με τέτοια χάρη στο σκαμπώ
ολόιδια η Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ–
και της χαμογελούσαν όλοι οι μπάρμεν.

Είχε τα μέσα, λέγαν, με τον Πάριο
και θα
βγαινε μια μέρα στο πλατώ
με το κόκκινο φούξια ξώπλατο
έχοντας βρει κι έναν καλό ιμπρεσάριο.

Όλοι της δίναν κάργα υποσχέσεις :
«Εσύ θα τραγουδάς με περιεχόμενο. . .».
«Αν δε σε δω μια μέρα στον Ορχομενό
σ’ ένα σκυλάδικο σου επιτρέπω να με χέσεις»,

ήταν τα λόγια του κουρέα του Θανάση
που μεγαλώσανε μαζί στην Κοκκινιά.
Μ’ αυτή είχεν αμολήσει πετονιά
να πιάσει χοντρό ψάρι όπου προφτάσει.

Της δώσαν κάποια μέρα ένα ρολάκι
σε κάποιο μικροσόου στην T.V.
να σειέται και δήθεν να τιτιβί-
ζει ένα σεγκόντο σε πλαίη μπακ του Δάκη.

Βρήκε κι έναν ροκά που στεκε σούζα
πού μάτια πια για τ’ άμοιρο παιδί,
καίγονταν ο φτωχός σαν το δαδί
και το
ριξε στις ασωτείες και στα ούζα.

Γνώρισε κι έναν ψευτογάλλο ατζέντη
μα μόλις τη δοκίμασε είπε: «Νο !
εσύ παιδί μου κάνεις μόνο για πορνό,
μόνο ξεβράκωτη άμα βγεις θα γίνει γλέντι».

Τόλμησε να του πει : «Δεν πάω στο βούρκο
και το κορμί μου εγώ δεν το πουλ
ώ»
(πού να
χε υπόψη της και τον Ξενόπουλο).
Όμως τα λόγια της αυτά τον κάναν τούρκο.

Της βάρεσε ένα γυριστό χαστούκι,
«Τί θες να γίνεις μωρή κλώσσα αφού
σαι ψάρι και στο κάτω-κάτω ζεμανφού,
άντε να μου χωθείς σ’ ένα κουτούκι».

Μ’ αυτή εκεί, στο πείσμα, στο αντέτι !
Κάτι θα γίνει και για μένα, δεν μπορεί,
δεν είναι κι όλοι τους πια σωματέμποροι,
δεν πρόκειται εγώ να γίνω Μπέττυ.

Όμως στο τέλος όλα βγήκαν ουτοπία
και ακολούθησε το δρόμο το γνωστό
(έβγαλε κι ένα σβωλαράκι στο μαστό
κι έτρεχε στους γιατρούς για θεραπεία).

Χρόνια στην καταφρόνια και στη χλεύη
κι έπεφτε από αγκαλιά σε αγκαλιά.
Σκαλί-σκαλί κατέβηκε όλα τα σκαλιά
ώσπου πια δεν είχε άλλο να κατέβει.

Μα όλα στη ζωή είναι μοιραία
και κάποιο βράδυ από μια πόρτα σκοτεινή
ακούει τ’ όνομά της : «Φωτεινή !».
Γυρνά και βλέπει τον Θανάση τον κουρέα.

Της άπλωσε το χέρι κι είπε: «Έλα»,
μ’ αυτή είχε πια τελείως βουβαθεί.
(Μακριά σ’ ένα τζουμπόξ, ένα βαθύ
πονετικό τραγούδι έλεε η Μαρινέλα).

Την έσφιξε απαλά το παλικάρι,
«Μόνο μια λέξη ακόμα : μη μιλάς».
Κι αυτή μια θλιβερή πρώην «Σταρ Ελλάς»
αφέθηκε στην αγκαλιά του, ένα ζυμάρι.

Μιαν ιστορία σάς αφηγούμαι πονεμένη
που προκαλεί σε δυο καρδιές βαθύ σεισμό.
Δε σας τη λέω για παραδειγματισμό –
απ’ το
να αυτί σάς μπαίνει, απ’ τ’ άλλο βγαίνει.

Μιαν ιστορία κι αυτή σαν τόσες άλλες,
που χρέος ανθρώπινο επιβάλλει να την πω,
ίσως και κάνω κάνα ρήγμα στο ρεπό
της ηθικής σας, ασυνείδητες  κ ο υ φ ά λ ε ς
.

Ο Κατήφορος, 1986


.

Κάποτε ανήκω στη σιγή μου.
Άλλοτε, πάλι, στη μορφή μου.

Μα όταν στ’ αλήθεια φτερουγίζω,
χάος με αγγίζει και το αγγίζω.

Αχτίδες νυχτόβιες, 2009

.

Μερικοί περπατούν μόνοι τους σκυφτοί και μουρμουρίζουν.
Φτάνουν στις αποβάθρες και βρίζουν δυνατά τους αέρηδες.
Κάθε κακό που μας έτυχε τους το καταλογίζουν.
Κλείνουν τα μάτια και βλέπουν να τους περιτριγυρίζουν
μπουλούκια από επικίνδυνους, άξεστους και χασομέρηδες.

Μερικοί βαδίζουν, ξάστεροι κι αεράτοι, και σφυρίζουν.
Τεντώνουν τους δρόμους, τους δένουν φιόγκους ωραίους,
σαν κορδέλες, τους λύνουν, τίποτα δεν φαντάζει το ίδιο.
Κλείνουν τα μάτια τους και περιστρέφονται σ’ έναν ίλιγγο.
Ανακατώνεται η πόλη, δεν την αναγνωρίζουν – κι αρχίζουν.

Μερικοί πίσω από έδρες διορίζονται και διορίζουν.
Βάζουν στη σειρά τις μέρες κι ύστερα τις γεμίζουν
με επισκέψεις, με συναλλαγές, τελετές και κερατιές.
Πριν φύγουν, θα υπογράψουν της πόλης τη Βίβλο
για τις γενεές, με υπομνήματα που κοιτάζουν πίσω.

Μακρινός περίπατος στην Πάτρα, 2007

.

Ανάσαινα το δέρμα σου ευλύγιστο ποτάμι
κυμάτισε στα βλέφαρα ο ήσυχος λυγμός
όταν κουράστηκε η φωνή και βρήκε μαξιλάρι
όταν η μέρα εράγισε και βούλιαξε το φως

Έχασα τους συντρόφους μου με πήρε η λησμονιά
με πήρε η γλυκιά βροχή το μαλακό σκοτάδι
έχασα τους συντρόφους μου χιονίζει λησμονιά
σβησμένες οι σημαίες μου κι η νιότη μου σαλπάρει

Τα οράματά μου αράζουνε αργά στα γόνατά σου
μικρά ναυάγια που διψούν της άμμου το φιλί
προσπάθειες που τέλειωσαν λιωμένη μουσική
λιωμένα δάχτυλα κρυμμένα στα μαλλιά σου. . .

Ραγισμένο ταμπούρλο, 1991

.

Μικρό παιδί είδες ένα βράδυ
σπείρα αγγέλων στη φεγγαρολουσιά
μέσα απ’ της νύχτας το μαγνάδι
σαν ασημένιο ρυάκι να κυλά
και στης αυλής σου το πηγάδι
να χύνεται σταλάζοντας κρυφά.

Τώρα όμως που μελετάς το μέλλον
στου έναστρου νερού τη λίκνιση
και σε μυστικούς ψαλμούς αγγέλων,
τώρ’ ακούς μόνο ανάλαφρη σιγή.
Τα σύμβολα από φως που εσύ διαβάζεις
σοβαρά, είν’ αστείο φεγγαριού
κι οι κουβάδες νοήματα π’ αδειάζεις
πέφτουν στον καταρράκτη του καιρού.

Ένα καλοκαίρι, 1986

Ποιος είδε ψάρι στο βουνό και θάλασσα σπαρμένη ;
Ένα κουπί ποιος φύτεψε σε θερισμένο κάμπο ;
Πουλιά το βλέπουν στεριανά και το περνούν για σκιάχτρο.
Πάνε δειλά πο πιο κοντά, το λένε λιχνιστήρι.
Κι ένας αετός που πέρναγε τον πιάσανε τα γέλια.
Καλά το είπατε πουλιά πως είναι λυχνιστήρι.
Λιχνίζει κύματ’ αρμυρά στ’ αλώνια του πελάγου.
Πίσω να πάει τ’ άχερο μπροστά ο καρπός να πέσει,
Πίσω να παν μέρες πικρές, μπροστά να δεις πατρίδα.
Τ’ ονοματίζουνε κι αλλιώς : του καραβιού φτερούγα.
Κι όσοι θαλασσοδέρνονται το λεν δεξί τους χέρι.
Μ’ αυτός που τό φερ’ ώς εδώ στον ώμο κουβαλώντας,
Όσο μπορούσε πιο μακριά π’ τη θάλασσα τη χέρσα,
Και τό μπηξε βαθιά σε γης π’ αδιάκοπα γεννάει,
Το λέει σταυρό στο μνήμα του : εκεί να τόνε θάψουν.

Ο νερόμυλος, 1998

.

Μνήμη Ευθαλίας Γεράση

Σε πρόλαβε η Αυγή στο δρόμο ζαλωμένη
Λίγο-λίγο λιγόστευε το σπίτι η πείνα
Η  λειψή ζωή μας πήρε παράταση ένα μήνα
Απ’ την εικόνα: «Χαίρε Μαρία Κεχαριτωμένη»

Άδειασε το εικονοστάσι το θαμπό καντήλι
Τσιτσιρίζει στο σκοτάδι δίχως στάλα λάδι
Οι συμφορές περίσσεψαν καλπάζουνε ομάδι
Τα δάκρυά σου δέν χωράνε στο μαντίλι

Ο πόνος δεν χωράει στην καρδιά σου
— Η πέτρα που ξαπόσταινες μονάχα σε θυμάται —
Η Ρουψιά* λαχτάρα κι έγνοια σου κοιμάται
Στην αγκαλιά της καταχνιάς και στη ματιά σου

Μπουμπουκιασμένη Άνοιξη στα δέντρα κρεμασμένη
Μαύρα κοτσύφια στης αυλής τις άσπρες πλάκες
Οι δρόμοι που μας πήρανε σπαρμένοι νάρκες
Κι η Λευτεριά στο μέλλον ανατιναγμένη.

* Χωριό του Πωγωνίου Ηπείρου

Τα λαβωμένα, Απρίλιος 1996

.

Δεν ήταν η μορφή μα η απουσία
το μεταφυσικό της άρωμα
στο φως, η ασώματη αφή·
δεν λέγεται Σαπφώ ή Σοφία
μα τ’ όνομά της ήταν ήδη εκεί.

Εις ύστερον έρωτα, 1985

.

Είναι το νάυλον πολύ. Που με κυκλώνει.
Τα φράγκα πάντα λίγα, κομμένα τα φτερά
κι ό,τι αγάπησα τρελά, στον πάτο με κρατά.
Ζωή. Σκληρός ανήφορος, που δεν τελειώνει.

Αδάμαστη ήταν η ψυχή, μια κίνηση με πάθος·
όλες τις πόρτες μου άφηνα σκοπίμως ανοιχτές
νά
βρουν οι άλλοι υλικό να κλείσουνε πληγές.
Κι αφού όλα τ’ αρπάξανε κατάλαβα το λάθος,

αφοπλισμένος πέρασα απ’ την πλευρά την άλλη
που βρίσκει ελαφρυντικά στις πράξεις και τα λόγια
και καρτερεί με υπομονή μπροστά απ’ τα ρολόγια
με εκλογές και βήματα αργά, το άχτι της να βγάλει.

Μα η ευκαιρία, μια φορά, άοπλη σε γουστάρει
κι άμα τη χάσεις μια φορά, για πάντα είσαι χαμένος
άβουλος μέσα στη σιωπή, στην άκρη ξεχασμένος
προσμένοντας το θάνατο νά
ρθει και να σε πάρει.

Σιγή ασυρμάτου, 2005

.

Δύναμαι τ’ άστρα της θωριάς και τ’ άστρα του θανάτου.
Τρία υπομένω γιατρικά και τρία σακατηλίκια·
τρεις είν’ οι λάμψεις του φιδιού και τρεις οι περιστέρες :
μια το μυαλό μια η ζωή και μια ο έρμος κόσμος.
Τριάντα μέρες έσκαβα τη γη με το βελόνι,
βρήκα τ’ αθάνατο νερό τη δίψα να πυργώνει,
Κ’ είπα και χασμουρήθηκα πριχού να κλώσει ο ήλιος :
Ο χώρος είν’ αγκάλιασμα κι ο χρόνος λεφτοκάρυ
κι ο έρωτας γλυκό φιλί σε κρεμμυδένιο χείλι.
Σαρανταβέργινο κλουβί ο κόσμος που με ζώνει
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . -  -  - .σχεδόν Τα Τείχη.

Αναμνηστική λήθη, 1982