||| 2 χρόνια “ΠΑΜΠΑΛΑΙΟ ΝΕΡΟ” |||
07.06.2011
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ, Αυγά μάτια
06.06.2011
.
Είπα κι εγώ ένα βράδυ να βυζάξω τα τοπία.
Ξερίζωσα λοιπόν τα δυο μου μάτια
κι έκαψα βούτυρο σ’ ένα φαρδύ τηγάνι
να πιω βουνά και λίμνες στέρεα τώρα.
Ο κόσμος είναι δυο μαστοί το δίχως άλλο
με μια και δυο κουτάλες της κουζίνας
πήρα να τους γευτώ μέσα στο πιάτο∙
ψαύοντας με τη γλώσσα τις θηλές τους
τα δάκρυα σαν παιδάκια είχαν κλοτσήσει
σαν τόπια τα τοπία είχαν κυλήσει
στο νέο τους χάρτη μιας πεδιάδας ομελέτας.
Αυγά και μάτια ένα μπαστούνι παίρνω τώρα
κι όπου σας βρίσκω θα τρυπάω και θα βαδίζω.
Ο θάνατος το στρώνει, 1986
ΧΑΡΗΣ ΨΑΡΡΑΣ, Στην Γκότα
03.06.2011
Όταν ο ήλιος έδυσε
στο πιο φτηνό κατέλυσα
πανδοχείο της Γκότα.
Μες στους πολλούς
που συνωστίζονταν εκεί
γνώρισα έναν λυπημένο.
«Σαν και πρώτα
αν ήταν οι καιροί, θα ’ταν καλά
όμως δεν είναι πια».
Σιγοψιθύριζε ετούτο
το τραγούδι.
Μετά από χρόνια έμαθα
μονάχος πέθανε κι αυτός.
στον τάφο του ένα
λουλούδι
δεν άφησε κανείς, ως λένε, αλλά
αίφνης για χάρη του ο Θεός
χαμήλωσε τα φώτα
και στο σκοτάδι βύθισε
την Γκότα.
Η δόξα της ανεμελιάς, 2008
ΧΑΡΗΣ ΨΑΡΡΑΣ, Θαλερό
02.06.2011
.
Στίλβουσα και φιλάρεσκη σαν καλλιστείων καλλονή
ξεμύτισε η σελήνη
κι ο ήλιος πλάι της μούτρωνε από την τόση ζήλια του
και έδυε εν οδύνη.
Ο φλοίσβος έκανε μουρλός τσαλίμια για τα μάτια της,
τον έλουζε ιδρώτας
κι εκστατικοί καθρέφτιζαν την όψη της ο Ιλισός,
ο Κηφισός κι ο Ευρώτας.
Αλκοόλη αβέρτα σέρβιραν οι μπάρμαν. Για τη χάρη της
οι κόρνες κελαηδούσαν
κι από τον τόσο καύσωνα μπουστάκια αραχνοΰφαντα
λύνονταν και γλιστρούσαν.
Μέσα στα υπόγεια γκαράζ τα γιωταχί ανάβανε
τα φώτα τους με βιάση
και το ένα το άλλο γύρευε φουλάροντας τα γκάζια του
να πάει να προσπεράσει.
Κι ένα σκυλί αδέσποτο λαχάνιαζε αγριεύοντας
πίσω απ’ το καβασάκι
που αίφνης εγώ καβάλησα στα πισωκάπουλα έχοντας
την Τάνια, το αγριμάκι.
Κάτω από τέντα θερινή άγρυπνη μας ανέμενε
μιας ντισκοτέκ η πίστα
που με φρενήρες λίκνισμα σειότανε και ξόρκιζε
των φουσκωτών τη νύστα.
Εκεί ουίσκια έρεαν και βότκες απ’ τα χέρια μιας
γόησσας σερβιτόρας
που ’χε ζωσμένο τον λαιμό με γαϊτανάκι διαμαντιών
με τ’ άρωμα της μπόρας.
Η ομορφιά της άστραφτε στο κλαμπ το θεοσκότεινο
σαν θησαυρός σε υπόγα,
μούσκεμα προσκολλιότανε στο στήθος το μπλουζάκι της
τσιτώνοντας τη ρώγα.
Και τα βαμμένα της μαλλιά, τα πλατινέ κυλάγανε
στους τορνευτούς της ώμους,
να την αδράξω έσπευδα, μα γλίστραγε ανάρπαστη
στου κλαμπ τους διαδρόμους.
Σκαμπρόζικα τα βλέμματα τριγύρω μου κορώνανε
σαν φο μπιζού τριζάτα,
κι αστραποβόλο κόσμημα ήταν μιας γάτας η ματιά
που μ’ έθελγε σταράτα.
Από τα ηχεία σάλπιζε δεινό μπιτάκι επίμονο,
νυκτόβιο ξυπνητήρι,
το ρούμι αναλωνότανε αφήνοντας μια στάλα αφρού
επάνω στο ποτήρι.
Κι ενώ είχε εκδράμει θαλερό το οινόπνευμα στις φλέβες μου
σμίγοντας με το αίμα,
πάλαι ποτέ νηφάλιος ο νους μου ξάφνου φόρεσε
λάβρου μπεκρή το στέμμα.
Κάτω απ’ τα ψηλοτάκουνα ξεσαλωμένων κοριτσιών
και το χαλί βλασταίνει,
γιατί μασχάλες αλμυρές τολμούν και το ραντίζουνε
με κάψα ξαναμμένη.
Εκεί που η νύχτα γεύεται τον έφηβο πανζουρλισμό
λίγο πριν ξημερώσει
κι αίφνης δοθεί η υφήλιος στου ήλιου τη σάρκα τη μεστή
που πάει να την οργώσει.
Στίλβουσα και φιλάρεσκη η νιότη μου οδηγήθηκε
από τον κωπηλάτη
Έρωτα σε ύδατα αβαθή του ξενυχτιού διαπλέοντας
τα μήκη και τα πλάτη.
Ποιητική, τχ. 4, 2009
ΧΑΡΗΣ ΨΑΡΡΑΣ, Λευκή νύχτα
01.06.2011

.
Έκλεισε απόψε το χιόνι τους δρόμους.
Έχει η ζωή δικούς της νόμους.
Σκληροί κι αμείλικτοι ενίοτε φαντάζουν
άλλοτε πάλι μοιάζουν δίκαιοι κι ορθοί.
Χάρη σ’ αυτούς μένει απαράλλαχτη η ζωή
μα αγάλι αγάλι οι νομοθέτες δοκιμάζουν
να την αλλάξουν προς στιγμήν, όπως το χιόνι
τη διάθεσή μου αλλάζει σαν κυκλώνει
μ’ άσπρες νιφάδες εκείνους που
τον δρόμο χάσανε του γυρισμού.
Η δόξα της ανεμελιάς, 2008
ΧΑΡΗΣ ΨΑΡΡΑΣ, Η κάθοδος στον Άδη (Ι)
31.05.2011
Χαιρετισμό στερνό απόψε σου απευθύνω,
Ποιητή των όλων, Νεφεληγερέτη, Μάστορα.
Του έργου σου το μεγαλείο δεν θα κρίνω.
Μπροστά σου άφωνος θα στέκω ώσπου το χέρι
ενός απ’ τους αγγέλους σου νά ’ρθει να μ’ ευλογήσει.
Θυμάμαι έναν λουθηρανό πάστορα
που έλεγε με περίσκεψη πως σαν ο ήλιος δύσει
στου πλήρους σκότους αποσύρεται τα μέρη.
Κοινοτοπίες, σχόλια για να περνά η ώρα
κι όμως ηχούν πολύτιμα τώρα που ξεμακραίνω
κι εγώ απ’ τη ζωή. Στου βίου μου την αιώρα
κούρνιαζα πριν μ’ απαρνηθεί η θνητή μου φύση.
Του Άδη τη θύρα τώρα αργοδιαβαίνω
μες στων νεκρών ψυχών την κατηφόρα.
«Άρατε πύλες» κάποιος κραύγασε. Ποιος όμως;
Ο θάνατος, που είν’ της ζωής η διχοτόμος.
Στα δυο την κόβει εν τάχει κι έπειτα αφανίζεται.
Στη θεοσκότεινη γωνιά του πάει κι οδύρεται
γιατί πιο πέρα κι απ’ αυτόν μας αναμένει
νέα ζωή, μελλούμενη, περίσσια
σαν το φεγγάρι που όταν γείρει ο ήλιος βγαίνει
πίσω απ’ του ησυχαστηρίου τα κυπαρίσσια.
Η δόξα της ανεμελιάς, 2008
ΧΑΡΗΣ ΨΑΡΡΑΣ, Η καταιγίδα του Τζιορτζιόνε
30.05.2011
.
Λυπάμαι τον Τζιορτζιόνε.
Τον γήτευαν οι ομορφιές
μιας κοιμωμένης Αφροδίτης, μιας Μαντόνας.
Της λήθης λεία γίνανε κι αυτές.
Του λόγου του ως καλός τεχνίτης
την τέχνη του αναπαριστούσε
σε όψεις ανθρώπων, στης φύσης
τις σκηνές που αγαπούσε.
Δεν του αποδίδονται πολλά έργα
κι είν’ λιγοστές γι’ αυτόν οι όποιες πληροφορίες
μα ο πίνακάς του Η καταιγίδα
δίνει τροφή για σχόλια και πλήθος ερμηνείες.
Γράφει δυο λόγια για τον βίο του ο Βαζάρι
ότι βρεθήκανε με τον Ντα Βίντσι μια φορά
πως δάσκαλός του ήταν ο Μπελίνι
κι αυτό μας αφορά.
Στην Καταιγίδα ας μείνουμε ωστόσο, έχει την όψη
του αινίγματος που είναι η ζωή.
Είναι τα αινίγματα που τρέφουνε τους μύθους
και δίνουν στις εμπνεύσεις μας πνοή.
Της λήθης λεία γίνανε κι αυτές.
Σύντομη πλην υμνητική
μια αναφορά επιφυλάσσουν στον Τζιορτζιόνε
της τέχνης οι ιστορικοί.
Η δόξα της ανεμελιάς, 2008
† ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ,1955-2011
27.05.2011
.
ΓΡΑΜΜΑ ΠΡΙΝ ΑΠ’ ΤΗΝ ΚΟΥΡΣΑ ΣΤΟΝ ΜΠΕΝ ΧΟΥΡ
“Μπεν Χουρ
τώρα που πια η πληβεία σου ρώμη
σηκώθηκε να μετρηθεί μαζί μας
κι απόψε έχουν για μας τους δυο
κάτω στο Δέλτα όλα τα φώτα ανάψει
εμένα μ’ εμψυχώνει εκεί στο πάντοκ
μια κουρασμένη από ηδονές ακολουθία
μ’ αρώματα με ραίνει και μ’ ευχές
εκ των προτέρων βέβαιη για τη νίκη.
Μπεν Χουρ
οι μύες του αλόγου σου κι οι φλέβες
που τώρα μου ραβδίζουνε το νου
μου αρκούν για τιμωρία.
Τώρα που εσύ με τους λαϊκούς μέσα στους στάβλους
χτενίζετε τις δροσερές σας χαίτες
πώς θα ’θελα κι εγώ οπαδός σου να ’μαι
μαζί να μοιραστούμε τη δική σου νίκη
κι αν ίσως μας χρειαζόταν ραδιουργία
εγώ πρώτος εγώ
βαρύ νερό τ’ άλογα του Μεσσάλα να ποτίσω
εγώ και να δωροδοκήσω το σταβλίτη
εγώ να εξαγοράσω τους ελλανοδίκες.
Όμως Μπεν Χουρ
οι δυο μας πριν βρεθούμε στην εκκίνηση
ισότιμοι για το ηλίθιο πλήθος που αλαλάζει
μόνον αυτός ο λίγος χρόνος μένει που σου γράφω
για να σου πω για τη γενναία ψυχή σου
για να σου πω πως ίσως θα μπορούσες
αν όχι να νικήσεις μ’ ένα φίνις
βιτσίζοντας τρελά μπρος απ’ το νήμα
αν όχι να βραδυνεις στην αρχή
χαρίζοντάς μου μια πλαστή πρωτοπορία
τουλάχιστον δήθεν τυχαία
να τρίψεις μια στιγμή
επάνω στον τροχό μου
τον τροχό σου
το άρμα να κουτσαθεί ν’ ανατραπώ
να τσακιστώ στο χώμα.
Ικέτης σου λοιπόν τί σου ζητώ
μια σύμπτωση αναπότρεπτη μια ευπρόσωπη ήττα
μέσα στη δόξα που ήδη πια σε στεφανώνει
λυπήσου Μπεν έναν πατρίκιο, εσύ
εσύ που μόνο το μπορείς
σ’ ευχαριστώ
πιστός στη βέβαιη νίκη σου, Μεσσάλας”.
ΚΩΣΤΑΣ ΣΦΕΝΔΟΥΡΑΚΗΣ, Ο τραβαγιέρης
26.05.2011

.
Μέσα στο τρόλλεϋ λίγα γερόντια
νέοι, αλλοδαποί, κάνας φαντάρος.
Ψυχρός ο οδηγός, μέσα απ’ τα δόντια
μουρμούρα… του Μπωντλαίρ ο γλάρος.
Η αφετηρία -σκέφτεται- είν’ ο τάφος
και κάθε στάση μοιάζει ωχρό σημάδι
που δείχνει όσων μπουν εκεί το λάθος…
το λάθος που τους πάει ντουγρού στον Άδη
Κι όταν θα έρθει η ώρα να σχολάσει
με θλίψη τον κοιτούν νέοι και γέροι
στη μοίρα τους σαν να τους έχει αφήσει.
Ποιος άραγε θεός τον έχει πλάσει
-αναρωτιούνται- αυτόν τον τραβαγιέρη;
τρομάζοντας με τη διπλή του φύση…
sfencos.blogspot.com, 2010
ΤΑΣΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, Τραγούδι
25.05.2011
ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ, 10 από 1000 δίστιχα
24.05.2011
.
Τα χείλη σου είδε η κερασιά και μάτωσε απ’ την ζήλια
και γίναν τα κεράσια της σαν δαγκωμένα χείλια.
****
Όπως στο Φραγκοκάστελλο τέλη Μαΐου οι Κρήτες,
βλέπω κι εγώ φαντάσματα: δυο χείλη Δροσουλίτες.
****
Βγήκε μια φλούδα φεγγαριού σαν έπεσε το δείλι –
ποιος ξεφλουδίζει το φιλί για να σου φάει τα χείλη;
****
Μες στα ρουμπίνια των χειλιών δόντια μαργαριτάρι,
ποιος το διαμάντι του φιλιού απόψε θα στο πάρει;
****
Χθες τ’ όνειρό μου έδυσε σ’ ενός φιλιού το κύμα,
γι’ αυτό κι ο ήλιος σήμερα πήρε χειλιών το σχήμα;
****
Στο πανηγύρι του χωριού μία φωτιά αναμμένη,
πιο κόκκινα τα χείλη σου – ποιος σ’ έχει φιλημένη;
****
Πίνεις, στην άκρη των χειλιών νεράκι ξεχειλίζει
ή το ανεπίδοτο φιλί δίψασε και δακρύζει;
****
Στην Πομπηία δυο χειλιών είν’ η ζωή μου σκλάβα,
θάψ’ την, Βεζούβιε του φιλιού, κάτω από τόνους λάβα.
****
Είναι πολύ φανταστικά τα χείλη που δεν έχω,
κάθε πραγματικότητα για να μπορώ ν’ αντέχω.
****
Έρωτας είναι, δ ε ρωτάς, και πας όπου σε πάει,
γιατί τα χείλη σου φυλάς κι ο πόνος με φιλάει;
1000 δίστιχα – Χ(ε)ίλια δίστιχα, 2010
ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ, Eνσώματος
23.05.2011

.
Άδειασαν τα μπαρ από νωρίς
Πάλι λησμονήθηκα στο σώμα
Θέλετε να πιούμε κάτι ακόμα ;
Σε ποιο μέλλον ψάχνεις να με βρεις ;
Δρόμοι μουσκεμένοι στη βροχή
Πλαστικά νερά και φώτα νέον
Είσαστε Τοξότης είμαι Λέων
Είμαι το ποτάμι κι είσαι η γη
Νύχτα των αμόλυντων παθών
Δυο τυφλοί στην πύλη της αβύσσου
Φωτοκρήνη το άσπιλο κορμί σου
στη γαλάζια πάχνη των βυθών
Σου μιλώ στη γλώσσα της σιωπής
Σε κρατώ σαν γύψινο εκμαγείο
Μέσ’ από το γυάλινο ενυδρείο
μάταια κάτι θέλεις να μου πεις
Κάποιος στης ψυχής μου το κελί
το κερί του ανάβει και πλησιάζει
Μέσ’ απ’ την ομίχλη με κοιτάζει
το φαρμακωμένο μου σκυλί
Μου γνέφουν, 2000
ΝΤΟΡΟΘΥ ΠΑΡΚΕΡ / Γ. ΝΙΚΑΣ, Ανακεφαλαίωση
20.05.2011
.
. . . Ο Κάτουλλος, δόξα στους θεούς, μ’ άφησε γεια.
Μια συμβουλή σου δίνω, αγαπητή :
Πάρε όποιον σου αρέσει για εραστή
αλλά ποτέ ποιητή. Όλοι τους είναι για
δέσιμο. Ψάχνουν αφορμές κι αιτίες
–σ’ έναν καβγά, σ’ ένα φιλί– θλιμμένα
για να σκαρώσουν ποιηματάκια. Εμένα
πάντα μ’ αρέσανε οι επιχειρηματίες.
Αυτό που έγραψε για το νεκρό
αηδόνι (τόσο ανούσιο κι απωθητικό)
του είπα πως το βρήκα συγκινητικό.
Τι βλαξ ! Φαντάσου, τα πουλιά δεν τα μπορώ . . .
Ξένοι λυρικοί, 2003
ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ, Παραλογαίς
18.05.2011
.
Στον Γιώργο Κακουλίδη
Κοιμήσου και παράγγειλα
δραγάτη το φεγγάρι
γέρνει σαν υπνοφαντασιά
λάμπει σαν παλικάρι
που νίφτηκε στολίστηκε
πέρασε φυλαχτάρι
της άνοιξης το κάλεσμα
στα στήθια κεχριμπάρι
στη μέση ζώστηκε σπαθί
στο χέρι το κοντάρι
να χτυπηθεί με το θεριό.
* * *
Του Αηγιωργιού η χάρη
κάθεται στα μαλλάκια του
σγουρά σαν το μανάρι
χτυπάει ο δράκος μια φορά
χτυπάει ο νιος σαράντα
πηδάει το αίμα του θεριού
ποτίζει το χορτάρι
βογγούν οι υψηλές κορφές
αχούνε τα φαράγγια
λιώνουν τα χιόνια στα βουνά
με τ’ Αηγιωργιού τη χάρη
κινάει ο νιος ο τυχερός
τη λυγερή να πάρει.
Ευθύνη, τχ. 284, Αύγουστος 1995

.
Tον γενικό είχε με βιάση κατεβάσει,
μην πέσει η νύχτα του στο φως κι αυτοκτονήσει.
Συνειδητά, όσο θυμάται, είχε σφαγιάσει
του ήλιου τη φύση.
Στοιχειά παραίσθησης, σκαστά απ’ τ’ όραμά του,
πίσω απ’ την όραση, το βλέμμα του στραγγίζουν.
Πέτρινες θύμησες τα γυάλινα φτερά του
τα θρυμματίζουν.
Χαϊδεύει η πείνα του τ’ αειπάρθενο σκοτάδι
ηδονικά, καθώς τη σάρκα μοιχαλίδας,
να χορταστεί από το γλυκόπιοτο μαγνάδι
κούφιας ελπίδας.
Κι απέ απογέρνει σε στιγμές ναυαγισμένες
— λυσσάει η αιτία η ψυχή όταν αγαλλιάζει.
Με πόρνες χίμαιρες, τυφλές, βλογιοκομμένες,
γλυκά πλαγιάζει.
Κι ως φιδοσέρνονταν η απουσία εντός του
νωχελικά, σα βήμα ολέθριου περιπάτου,
τον ερωτεύτηκε ο ανέραστος εαυτός του
μέχρι θανάτου.
Τα μπλουζ των παραισθήσεων, 2006
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ, Το τάνγκο της μνήμης μου
16.05.2011

.
Απ’ όλους τους καθρέφτες πίσω
η μνήμη σέρνεται του χρόνου·
μετρά στα γυάλινα ποτάμια
θαμμένες φώτων αλυκές.
Στων αλμασέν το μαύρο γείσο
σταλιάζουν οι φυλές του πόνου·
κι ο Ομέρο Μάνσι στα καλάμια
του ονείρου τέμνει κάλυκες.
Νερά λιμνάζουν και μελάνια
μες στων ματιών τις ψυχοκόρες·
ζευγάρια αρπάζονται οι φολίδες
στου τζαμωτού τη φυλακή.
….Στο τάνγκο πέφτουνε τ’ αλάνια
….θλιμμένες να ψαρέψουν ώρες –
….Πομπέγια, Σαν Χουάν, Βοέδο (είδες)
….σαν σκύλου εγίναν υλακή.
Πλατύγυρα καπέλλα πάνε
κοπέλλες ν’ ανταμώσουν, όπου
κλασματικές στροφές προβάρουν
με γόβες από κρύσταλλο.
….Μα θραύονται μεμιάς και σπάνε
….γυαλιά και μνήμες επί τόπου,
….σαν βγουν σελήνες να σε πάρουν
….στο μαγαζί το νύσταλο.
alonakitispoiisis.blogspot.com, 2010

.
Φωτιές καταπίνω λυγίζω τ’ ατσάλι
σπάω πέτρες με μία γροθιά μου
μασάω σπασμένα γυαλιά από μπουκάλι
και τρένα τραβάν’ τα μαλλιά μου
Τη μέση στηρίζει δερμάτινη ζώνη
πατάω σε μπλε ελβιέλες
στραβά τα ποδάρια κοντό παντελόνι
μα αρέσω πολύ στις κοπέλες
Σαν μπει καλοκαίρι γεμίζω μια τσάντα
και πάω όπου έχει λιμάνι
να βρω μια πλατεία να κάνω λεζάντα
με τρόπο που ο κόσμος τα χάνει
Ισιώνω τις πρόκες, σπαθιά με τρυπάνε
μα δε στάζει αίμα μια στάλα
και όλοι σε κύκλο να χειροκροτάνε
και όλοι να θέλουνε κι άλλα
Χτυπιέμαι —δε λέω— να βγάλω με κόπο
ένα πιάτο φαΐ και μια μπίρα
δε βρήκα —όπως λένε— ποτέ άλλο τρόπο
δεν το ’θελε ίσως κι η μοίρα
Και βρίσκω όσο να ’ναι λίγο άδικα —φως μου—
αυτά που ακούνε τ’ αυτιά μου
για κάποιους που ξέρουν τα κόλπα του κόσμου
που δεν έμαθε η αφεντιά μου
Εγώ να ματώνω να βγάλω ένα γεύμα
και γύρω μου κάτι λαμόγια
μου λεν να βαδίζω εγώ κόντρα στο ρεύμα
κι αυτοί όλο λόγια όλο λόγια
Εγώ να χτυπιέμαι να βγάλω ένα πιάτο
και γύρω —ξανά— τα λαμόγια
να τρώνε να πίνουν —οι σκύλοι— άσπρο πάτο
φωνάξτε επιτέλους το μπόγια . . .
stixakias.wordpress.com, 2008
Ι.Ν. ΚΥΡΙΑΖΗΣ, Ετσιοδοξία
12.05.2011

.
— Γλιστρά το άσπρο, πιάσου
στου γιασεμιού το γεια σου.
— Μα έχω εγώ πτυχίο
του ανωτάτου Αντίο.
— Ξημέρωσε στα χείλη
και φίλα τα ώς το δείλι.
— Του έρωτος η γεύση
δεν θα με τιθασεύσει.
— Τίναξε πια το χιόνι
καρδιά να μην παγώνει.
— Του νου μου οι νιφάδες
γεννούν και τις λιακάδες.
— Πάψε τα μοιρολόγια.
— Αν πάψουν τα ρολόγια . . .
gianniskyriazis.blogspot.com, 2009
ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΟΥΚΑΣ, Βαθιά των Δαναΐδων
11.05.2011
.
Η Ραπουνζέλ κουρεύτηκε, κι ας είχε συνηθίσει
Να ρίχνει τις πλεξούδες της δίχτυα και να ψαρεύει
Ποτέ της πια δεν σκέφτηκε Ανατολή και Δύση
Και πήγε για διακοπές. Μόνη στρατοπεδεύει
Στην άμμο πάνω την ψιλή, στη φάτνη των αλόγων
Εκεί, χωρίς ν’ αντιληφθεί τι ακριβώς συνέβη
Την τρύγησε ο Μέγας Παν και ο Κυανοπώγων
Ακτή-ακτή, διαδρομή που έμοιαζε φιδίσια
Θα βάλει για τα Κύθηρα και για την Κρήτη ρότα
Το τελευταίο της το ΚΤΕΛ –γραμμή που αν ήταν ίσια
Θα ’φτανε στην Αμερική– και τα σβηστά του φώτα
Της Σφακτηρίας οι νεκροί, νεκροί στο Ναβαρίνο
Για τα μεγάλα αλάδωτες κλειδώσεις γεγονότα
Το πτώμα του καλοκαιριού ποντάρει στο καζίνο
Και το φθινόπωρο πικ νικ στο Σύνταγμα, στον Κήπο
Θα κρεμαστεί στον πλάτανο κι εκεί θα ξεψυχήσει
Βουκουρεστίου, στον βουβό του ρολογιού τον χτύπο
Και μια ζωή αλλιώτικη κι αλλοτινή θα ζήσει
Μες στο ψυγείο να βουτά, βαθιά, των Δαναΐδων
Με τις μπουκιές της να μετρά τον χρόνο και την κρίση
Στην τελική διάβαση των χρυσοφόρων Μήδων
Χοροί, μονάρχες έκπτωτοι και λυσσασμένοι σκύλοι
Διασπορά, ίδια σπορά και ξεχασμένοι τρόποι
Σαν ένα λάξεμα βαθύ από αρχαία σμίλη
Το βλέμμα της απόμεινε στραμμένο στην Ευρώπη
Σιέστα να ’ναι; Έκσταση; Για πάντα βυθισμένη
Με το προφίλ της πάγωσε πάνω σε μια μετώπη
Και νά τη! Απ’ τα κόκαλα το βράδυ αργά να βγαίνει
Στα μέσα σύνορα, 2011









