.

 Για τον Γιώργο Σεφέρη

Αλλάζουν οι καιροί περνάν τα χρόνια
του κόσμου το ποτάμι είναι θολό
μα εγώ θα βγω στου ονείρου τα μπαλκόνια
για να σε ιδώ σκυμμένο στον πηλό
καράβια να κεντάς και χελιδόνια.

Το πέλαγο πικρό κι η γη μας λίγη
και το νερό στα σύννεφα ακριβό
το κυπαρίσσι η γύμνια το τυλίγει
το χόρτο καίει τη στάχτη του βουβό
κι ατέλειωτο του ήλιου το κυνήγι.

Κι ήρθες εσύ και σκάλισες μια κρήνη
για τον παλιό του πόντου ναυαγό
που χάθηκε μα η μνήμη του έχει μείνει
κοχύλι λαμπερό στην Αμοργό
και βότσαλο αρμυρό στη Σαντορίνη.

Κι απ’ τη δροσιά που σάλεψε στη φτέρη
πήρα κι εγώ το δάκρυ μιας ροδιάς
για να μπορώ σε τούτο το δεφτέρι
καημούς να συλλαβίζω της καρδιάς
με του παραμυθιού το πρώτο αστέρι.

Μα τώρα που η Μεγάλη φτάνει Τρίτη
κι Ανάσταση θ’ αργήσει να φανεί
θέλω να πας στη Μάνη και στην Κρήτη
με συντροφιά σου εκεί παντοτινή
το λύκο τον αητό και τον αστρίτη.

Κι άμα θα ιδείς κρυφά στο μέτωπό σου,
να λάμπει μ’ απαλή μαρμαρυγή
τ’ αλλοτινό πεφτάστερο σηκώσου
να ζωντανέψεις πάλι μια πηγή
που καρτερεί στο βράχο το δικό σου.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Αλλάζουν οι καιροί περνάν τα χρόνια
του κόσμου το ποτάμι είναι θολό
μα εγώ θα βγω στου ονείρου τα μπαλκόνια
για να σε ιδώ σκυμμένο στον πηλό
καράβια να κεντάς και χελιδόνια.

Πρώτη δημοσίευση, περ. Ταχυδρόμος, 1966.

.

Tη γνώρισα στο internet σε room που κάνουν chat
μιλήσαμε, ανταλλάξαμε απόψεις και ιδέες,
εγώ είχα για nickname μου το Yasser_Arafat
κι αυτή είχε το ψευδώνυμο kanw_pipes_spoudaies.

Δειλά δειλά είπα στην αρχή να κάνω μία κλήση,
να πάμε λίγο private να γίνει γνωριμία.
Αφού τις πίπες σκέφτηκε στο room να διαφημίσει
μάλλον δε θα ʼχει αντίρρηση κι εγώ να δώσω μία.

Κλικάρω. Ανοίγει private παράθυρο με θέα,
γράφω age, sex, location και πως πολύ γουστάρω
και μου απαντά στα greeklish της eimai poly wraia
kai dexomai an epithymeis mia pipa na sou parw.

Το δέχτηκα και πίστεψα πως θα τη συναντήσω,
της ζήτησα διεύθυνση -γαμίκος παιδιόθεν-
κι αυτή μου είπε εικονικά λέει να τη γαμήσω
γιατί γουστάρει πιο πολύ το σεξ εκ του μακρόθεν.

Άκου να δεις! Από μακριά πίπα θέλει να πάρει…
Πώς γίνεται τώρα αυτό δεν το ʼχω καταλάβει,
πώς διάολο μέσω internet θα στείλω το παπάρι;
Και πώς θα διασφαλιστεί πως όλο θα το λάβει;

Με φίλους κουβεντιάζοντας πήρε το αυτί μου κάτι,
είναι καλό το cybersex πίσω από την οθόνη,
δε θέλει προφυλακτικά δε θέλει ούτε κρεβάτι.
Το γαμημένο το internet τον κόσμο πώς ενώνει!

Από την άλλη όμως μπορεί -αν τέτοια επιλέγεις-
να μπει μέσα η γυναίκα σου στα πράσα να σε πιάσει
μπροστά από την οθόνη σου την πούτσα σου ν’ αρμέγεις.
και τότε ένα είναι σίγουρο. Ο γάμος θα χαλάσει.

Τζάμπα το ρίσκο. Cybersex και άλλες αηδίες,
πρόστυχα τηλεφωνικά με ζουμερές ατάκες,
οι νέες τάσεις των καιρών, οι on line γνωριμίες,
να δείς δεν το γλιτώνουμε, θα γίνουμε μαλάκες.

stixakias.wordpress.com, 2007

.

Σκάζανε αυγά
κι έβγαιναν στον κόσμο
άρρωστα παιδιά
σα σπασμένα άστρα
μαύρα περιστέρια
διώχνανε τον ήλιο
με κακές πετσέτες
μ’ άχαρες στριγκλιές
έβραζε η θάλασσα
καίγαν τα πουλιά της
τα διωγμένα ψάρια
κλαίγαν στο βουνό
κι ένα λυσσασμένο
κόκκινο φεγγάρι
ούρλιαζε δεμένο
σα σφαγμένο βόδι

Ο περίπατος, 1960

.
Στάχτη στα πόδια, στάχτη στα μαλλιά
και της Ραχήλ αντιλαλούν οι θρήνοι
Μαύρες χλαμύδες φόρεσαν οι κρίνοι
κι ατέλειωτα ανεβαίνουμε σκαλιά.

Μας δολοφόνησαν τις Εποχές
και τις κρεμάσαν σ’ ένα κυπαρίσσι.
Τη θλίψη μας ποιος θα την ιστορήσει,
πού να γυρνούν οι πρώτες μας ιαχές;

Στον ύπνο μας φωλιάζει ολονυχτίς
αλλάζοντας μορφές ο μανδραγόρας.
Κι από τα χέρια φεύγουν της Πανδώρας
τα στυγερά λεπίδια της οργής.

Στις φλέβες στάχτη, στάχτη στα μαλλιά
κι η ώρα της απόφασης σιμώνει.
Ερωτηματικό σκληρό μας ζώνει
που όσο πάει γίνεται θηλιά.

Περιοδικό «Ο αιώνας μας», τχ. 5, 1949 ( Ποίηση, 1977)

.

Έστι δε φύλον εν ανθρώποισι ματαιότατον,
όστις αισχύνων επιχώρια παπταίνει τα πόρσω,
μεταμώνια θηρεύων ακράντοις ελπίσιν.

ΠΙΝΔΑΡΟΣ

A.

Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις
μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί
κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις
κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί.

Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση
από τ’ αγκάθι σου έφευγε του δρόμου ο στοχασμός
η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ’ αποχτήσει
ο κόσμος ήταν εύκολος· ένας απλός παλμός.

.

Β.

Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ’ ακρογιάλια
η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό·
λάμπουνε ξάφνου πορφυρά της μνήμης τα κοράλλια…
Ω μην ταράξεις… πρόσεξε ν’ ακούσεις τ’ αλαφρό

ξεκίνημά της… τ’ άγγιξες το δέντρο με τα μήλα
το χέρι απλώθη κι η κλωστή δείχνει και σε οδηγεί…
Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα
να ʼσουν εσύ που θα ʼφερνες την ξεχασμένη αυγή!

Στον κάμπο του αποχωρισμού να ξανανθίζουν κρίνα
μέρες ν’ ανοίγουνται ώριμες, οι αγκάλες τ’ ουρανού,
να φέγγουν στο αντηλάρισμα τα μάτια μόνο εκείνα
αγνή η ψυχή να γράφεται σαν το τραγούδι αυλού…

Η νύχτα να ʼταν που έκλεισε τα μάτια; Μένει αθάλη,
σαν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό,
μια στάχτη κι ένας ίλιγγος στο μαύρο γυρογιάλι
κι ένα πυκνό φτερούγισμα στην εικασία κλειστό.

Ρόδο του ανέμου, γνώριζες μα ανέγνωρους μας πήρες
την ώρα που θεμέλιωνε γιοφύρια ο λογισμός
να πλέξουνε τα δάχτυλα και να διαβούν δυο μοίρες
και να χυθούν στο χαμηλό κι αναπαμένο φως.

.

Γ.


Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα!
Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής
σήκωσε το κεφάλι σου από τα χέρια τα καμπύλα
το θέλημά σου να γενεί και να μου ξαναπείς

τα λόγια που άγγιζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη·
κι ας γείρει ο πόθος σου βαθύς σαν ίσκιος καρυδιάς
και να μας πλημμυράει με των μαλλιών σου τη σπατάλη
από το χνούδι του φιλιού στα φύλλα της καρδιάς.

Χαμήλωναν τα μάτια σου κι είχες το χαμογέλιο
που ανιστορούσαν ταπεινά ζωγράφοι αλλοτινοί.
Λησμονημένο ανάγνωσμα σ’ ένα παλιό ευαγγέλιο
το μίλημά σου ανάσαινε κι η ανάλαφρη φωνή:

«Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο
κι ο πόνος απαλά μες στην ψυχή μου λάμνει
χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ’ όνειρο μένει απόντιστο
κι είναι σαν να διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι.

»Με του ματιού τ’ αλάφιασμα, με του κορμιού το ρόδισμα
ξυπνούν και κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια
με περιπλέκει χαμηλό το κυκλωτό φτερούγισμα
ανθρώπινο άγγιγμα στο κόρφο μου τ’ αστέρια.

»Την ακοή μου ως να ʼσμιξε κοχύλι βουίζει ο αντίδικος
μακρινός κι αξεδιάλυτος του κόσμου ο θρήνος
μα είναι στιγμές και σβήνουνται και βασιλεύει δίκλωνος
ο λογισμός του πόθου μου, μόνος εκείνος.

Λες κι είχα αναστηθεί γυμνή σε μια παρμένη θύμηση
σαν ήρθες γνώριμος και ξένος, ακριβέ μου
να μου χαρίσεις γέρνοντας την απέραντη λύτρωση
που γύρευα από τα γοργά σείστρα του ανέμου…»

Το ραγισμένο ηλιόγερμα λιγόστεψε κι εχάθη
κι έμοιαζε πλάνη να ζητάς τα δώρα τ’ ουρανού.
Χαμήλωναν τα μάτια σου. Του φεγγαριού τ’ αγκάθι
βλάστησε και φοβήθηκες τους ίσκιους του βουνού.

…Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πώς πάει και λιγοστεύει
μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς
μέσα στα βάθη του καιρού, πώς η καρδιά στενεύει
και χάνεται στο λίκνισμα μιας ξένης αγκαλιάς…

.

Δ.


Δυο φίδια ωραία κι αλαργινά, του χωρισμού πλοκάμια
σέρνουνται και γυρεύουνται στη νύχτα των δεντρών,
για μιαν αγάπη μυστική σ’ ανεύρετα θολάμια
ακοίμητα γυρεύουνται δεν πίνουν και δεν τρων.

Με γύρους και λυγίσματα κι η αχόρταγή τους γνώμη
κλώθει, πληθαίνει, στρίβει, απλώνει κρίκους στο κορμί
που κυβερνούν αμίλητοι του έναστρου θόλου οι νόμοι
και του αναδεύουν την πυρή κι ασίγαστη αφορμή.

Το δάσος στέκει ριγηλό της νύχτας αντιστύλι
κι είναι η σιγή τάσι αργυρό όπου πέφτουν οι στιγμές
αντίχτυποι ξεχωρισμένοι, ολόκληροι, μια σμίλη
προσεχτική που δέχουνται πελεκητές γραμμές…

Αυγάζει ξάφνου το άγαλμα. Μα τα κορμιά έχουν σβήσει
στη θάλασσα στον άνεμο στον ήλιο στη βροχή.
Έτσι γεννιούνται οι ομορφιές που μας χαρίζει η φύση
μα ποιος ξέρει αν πέθανε στον κόσμο μία ψυχή.

Στη φαντασία θα γύριζαν τα χωρισμένα φίδια
(Το δάσος λάμπει με πουλιά βλαστούς και ροδαμούς)
μένουν ακόμη τα σγουρά γυρέματά τους, ίδια
του κύκλου τα γυρίσματα που φέρνουν τους καημούς.

.

Ε.


Πού πήγε η μέρα η δίκοπη που είχε τα πάντα αλλάξει;
Δε θα βρεθεί ένας ποταμός να ʼναι για μας πλωτός;
Δε θα βρεθεί ένας ουρανός τη δρόσο να σταλάξει
για την ψυχή που νάρκωσε κι ανάθρεψε ο λωτός;

Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα
που ανοίγει τα επουράνια κι είν’ όλα βολετά
προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα
την ώρα που του δειλινού χάνουνται τ’ ανοιχτά

τριαντάφυλλα… Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας,
μόνο στη μνήμη απέμεινες, ένας βαρύς ρυθμός
ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας
τρίκυμισμα της θάλασσας… Ο κόσμος είναι απλός.

Στροφή, 1931

.

και η θάλασσα ουκ έστιν έτι

Κι εγώ στα χέρια μου μόνο μ’ ένα καλάμι
ήταν έρημη η νύχτα το φεγγάρι στη χάση
και μύριζε το χώμα από την τελευταία βροχή.
Ψιθύρισα·  «η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί,
ο ουρανός είναι λίγος, θάλασσα δεν υπάρχει,
ό,τι σκοτώνουν την μέρα τ’ αδειάζουν με κάρα πίσω απ’ τη ράχη».

Τα δάχτυλα μου παίζανε ξεχασμένα μ’ αυτή τη φλογέρα
που μου χάρισε ένας γέροντας βοσκός επειδή του είπα καλησπέρα·
οι άλλοι ξέγραψαν κάθε χαιρετισμό·
ξυπνούν, ξυρίζουνται, κι αρχίζουν μεροκάματο το σκοτωμό,
όπως κλαδεύεις ή χειρουργείς, μεθοδικά, χωρίς πάθος·
ο πόνος νεκρός σαν τον Πάτροκλο και κανείς δεν κάνει λάθος.

Συλλογίστηκα να φυσήξω ένα σκοπό κι έπειτα ντράπηκα τον άλλο ……………κόσμο
αυτόν που με βλέπει πέρ’ απ’ τη νύχτα μέσ απ’ το φως μου
που υφαίνουν τα κορμιά ζωντανά, οι καρδιές γυμνές
κι η αγάπη που ανήκει και στις Σεμνές
καθώς και στον άνθρωπο και στην πέτρα και στο νερό και στο ……………χορτάρι
και στο ζώο που κοιτάει κατάματα το θάνατο που έρχεται να το ……………πάρει.

Έτσι προχώρησα στο σκοτεινό μονοπάτι
κι έστριψα στο περβόλι μου κι έσκαψα κι έθαψα το καλάμι
και πάλι ψιθύρισα· «θα γίνει ανάσταση μιαν αυγή,
πως λάμπουν την άνοιξη τα δέντρα θα ροδαμίσει του όρθρου η ……………μαρμαρυγή,
θα ξαναγίνει πέλαγο και πάλι το κύμα θα τινάξει την Αφροδίτη·
είμαστε ο σπόρος που πεθαίνει».
Και μπήκα στ’ αδειανό μου το σπίτι.

Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ’, 1955

https://i1.wp.com/like-wolves-life.pblogs.gr/files/55388-enya_-_paint_the_sky_with_stars_inlay.jpg

.
Τ’ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους
στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα καράβια
ψυχή μου λυτρώσου απ’ τον κρίκο του σκότους
πικρή φλογισμένη που δέεσαι μ’ ευλάβεια.

Στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα καράβια
η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη
πικρή φλογισμένη που δέεσαι μ’ ευλάβεια
ψυχή μου γνωρίζεις ποιος νόμος σε δένει.

Η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη
στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει
ψυχή μου γνωρίζεις ποιος νόμος σε δένει
και τι θα σου μείνει και τι θα σ’ αφήσει.

Στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει
ακούγονται μόνο του χρόνου τα σείστρα·  
και τι θα σου μείνει και τι θα σ’ αφήσει
αν τύχει κι ανάψει βουβή πολεμίστρα.

Ακούγονται μόνο του χρόνου τα σείστρα
μετάλλινη στήλη στου πόνου την άκρη
αν τύχει κι αστράψει η βουβή πολεμίστρα
ούτε όνειρο θά ʼβρεις να δώσει ένα δάκρυ.

Μετάλλινη στήλη στου πόνου την άκρη
ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι
ούτε όνειρο θά ʼβρεις να δώσει ένα δάκρυ
στο πλήθος σου το άυλο που σφίγγει σα φίδι.

Ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι
σαν τι να προσμένει να πέσει η γαλήνη;
στο πλήθος σου το άυλο που σφίγγει σα φίδι
δεν είναι ο ουρανός μηδέ αγγέλου ευφροσύνη.

Σαν τι να προσμένει να πέσει η γαλήνη;
Σ’ ανθρώπους κλειστούς που μετρούν τον καημό τους
δεν είναι ουρανός μηδέ αγγέλου ευφροσύνη
τ’ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους.

Τετράδιο γυμνασμάτων, 1940

.

Σαν τον προσκυνητή του Φλαμμαριόν
που τον επουράνιο θόλο διαπερνά
τη λειτουργία κοσμικών μηχανισμών
για να διακρίνει απ’ την άλλη καθαρά

σαν το δέος του παλιού προσκυνητή
που μιλώντας για τροχό μες στον τροχό
(εκεί όπου ο ουρανός συνάντησε τη γη)
ψηλαφεί τον έναν κι έναστρο θεό

σαν τα μυστικά, τα καμπύλα όνειρά του
έξω απ’ τη μεσαιωνική επίπεδη ματιά
όπου βλέπει το μυστήριο του θανάτου
να λαμπυρίζει στα ψυχρά αστρικά νερά

έτσι, τη νύχτα, η επιστήμη είν’ αμαρτία
και τα μάτια σου η μόνη αστρονομία.

.

Σημ.: Η Ξυλογραφία του Φλαμμαριόν, που πήρε το όνομά της από τον Γάλλο αστρονόμο Καμίλ Φλαμμαριόν, απεικονίζει έναν προσκυνητή του Μεσαίωνα που, διαπερνώντας τον ουράνιο θόλο, παρατηρεί τους μηχανισμούς που ρυθμίζουν τη λειτουργία του Σύμπαντος.

Πρώτη δημοσίευση

.
15

Την κρίση εκκολάπτοντας, Κράτους περιουσία
λεηλατούσαν άπληστα πολιτικοί που τώρα
απ’ τον ανεύθυνο λαό, «για να σωθεί η χώρα!»,
ζητούν θυσίες θέλοντας να θάψουν την αιτία.

Θνησιγενής προσπάθεια θα βυθιστεί στον λάκκο,
δεν θ’ αθωώσουν εαυτούς οι λαοπλάνοι θύτες.
Ανέβλεψαν οι αδαείς και άσχετοι πολίτες,
συνήθους πλέον αψηφούν παραμυθιού τον δράκο.

Σπαταλημέν’ ατάσθαλα στα δανεικά του Κράτους
όσοι δεν ωφελήθηκαν πρόσθεσαν τα δικά τους
οι δικαιούχοι πενιχρών μισθών του Δημοσίου.

Μ’ αυτά πληροφορήθηκαν, κατέκτησαν την γνώση,
διεύρυναν ορίζοντες, έχοντας κατορθώσει
να δούνε πολυάριθμες χώρες της υφηλίου.
.

16

Απ’ το κεφάλι ως γνωστόν πάντα βρωμάει το ψάρι·
πάλιν επαληθεύεται η λαϊκή σοφία
αν και να ρίξουν ενοχής αλλού μ’ αναισχυντία
επιχειρούν δυσβάστακτα πρωταίτιοι τα βάρη.

Στο μόχθο δεν αρκέσθηκαν απλών εργαζομένων,
τα δανεικά που έλαβαν οι εκμεταλλευτές
ανάγκες δεν εκάλυψαν ποτέ κοινωνικές,
σε κέρδη μετετράπησαν εγχώριων και ξένων.

Άργησ’ η αγανάκτηση αλλ’ ήταν φυσικό
να έρθει όταν έλειψαν και τα ισχνά ψιχία.
Εγκαίρως να εξεγερθούν δεν είχαν τα στοιχεία,

λογιστικά τεχνάσματα κρύβανε μυστικό.
Swap και spread δεν ήξεραν υπάλληλοι του Κράτους
που σαν το μάννα εξ ουρανού παίρναν τα χρήματά τους.

Πρώτη δημοσίευση

.
13

Στην αιχμηρή της αγκαλιά λιτότητα σαν βάτος,
σε μια ειρκτή περικοπών κρατά οικονομία.
Άκρατη χειραγώγηση και η τρομοκρατία
της τρόικας κυρίαρχο καταρρακώνουν κράτος.

Άφθονες επιδέχεται το μένος ερμηνείες·
ένας ο άμεσος σκοπός παρά τις ταξικές,
θρησκευτικές ή εθνικές κι άλλες αναγωγές
σε όσες κι αν συντρέχουνε πρωταρχικές αιτίες.

Να καταπνίξουνε μοχθούν σαφώς καινοτομία,
την δημιουργικότητα και την φιλοπονία,
παντοειδούς θεμέλια γερά παραγωγής.

Πως θα ξηράνουν προσδοκούν τις δυο πηγές ισχύος,
μαζί με το εμπορικό, μέγιστο παγκοσμίως,
πως θα στραγγίσουν σύστοιχο πλεόνασμα ψυχής.

.
14

Ταχεί’ ανακατανομή της διεθνούς ισχύος,
άναρχες χρηματιστικών κινήσεις κεφαλαίων.
Βραχείς κρατούν στα χέρια τους τύχες των Ευρωπαίων,
τα μέγιστ’ αν και κρίνονται δεν κυβερνούν κυρίως.

Του ξένου τύπου όψιμες φώτισαν αναλύσεις
αυτά που ο μέσος Έλληνας εγνώριζε καλώς.
Οξύνους ο ηγέτης όσο και ο λαός,
έστεκε ως εξαίρεση αντίπαλος της κρίσης.

Στους φυσικούς συμμάχους του προσέφυγε πολίτες,
πρόσφορο βρήκε πρόσχημα η φθονερή χορεία
που μετατρέπει βαθμηδόν λαούς σε τρωγλοδύτες.

Την πτώση μεθοδεύοντας ηγήτορος εξόχου
πιο μισητή ανέδειξαν όλων την αριστεία·
ίση εκείνων, ευπειθούς, ολκή του διαδόχου.

Πρώτη δημοσίευση

.

11

Στα φανερά προσέφεραν υπνωτικές ρανίδες
πόρων κι επιδοτήσεων για να διατηρήσουν
του πετρελαίου θάλασσα κρυφή ώστε να σβήσουν
Ελλάδας γι’ ανεξάρτητη ανάπτυξη ελπίδες.

Έτσι δεν είν’ οξύμωρο ν’ αρνούνται οι δανειστές
δικού τους την εξόφληση κατοχικού δανείου.
Ακόμα και στα πλαίσια συμψηφισμού δολίου
οι τελικές προθέσεις τους προβάλλουνε γυμνές.

Ακολουθεί την πτώχευση απόληξη του χρέους:
πολίτες δούλοι έλκονται αλλοδαπού ελέους
ενώ τελείτ’ ακώλυτη πλούτου λεηλασία.

Ανοίκειο το θέαμα λαού ως αιχμαλώτου,
άλλη θα ήταν ασφαλώς η μοίρα του ασώτου
αν έπαιρνε ολόκληρη την πατρική ουσία.

.

12

Ενδέχεται μερίδιο να έχουν της ευθύνης
πολίτες αλλ’ ελάχιστο, δολίως οι ταγοί
τούτο τους παρεχώρησαν για να ναι συνεργοί,
λαού διαφθορά, γραμμή εσχάτη της αμύνης.

Των εκλογέων φάλαγγες πυκνές διεκδικούσαν
μέτρα για την προάσπιση συμφέροντος κοινού.
Οι αιρετοί στερούμενοι ανώτερου σκοπού
ρουσφέτια μόνον ευτελή να κάνουνε μπορούσαν.

Οι φαύλοι καλλιέργησαν λοιπόν την ανομία,
θέλουν σ’ αυτήν διάχυτη, ζητώντας αμνηστία,
δικά τους παραπτώματα ν’ αναμειχθούν βαρέα.

Κι ενώ την εύλογη οργή του κόσμου επωάζουν,
αριθμολάγνοι σκέπτονται και πολλαπλασιάζουν
με την πληθύ των πολιτών τα μέσα κλοπιμαία.

Πρώτη δημοσίευση

.

9

Μέσος εν μέσω κρίσεως κατανοεί πολίτης
πώς μετερχόμενοι ταγοί σκεδάζουν ανομία
που ερχομένη άνωθεν σαθρώνει κοινωνία.
Της αμοιβαίας πίστεως ο φόβος διαλύτης.

Μοιραία τότε τίθεται δίλημμα του εγκλείστου·
suboptimal στρατηγική ατομικό συμφέρον
πάντοτ’ επιδιώξεων προκρίνει ευρυτέρων,
αμυνομένου εκλογή και όχι του απλήστου.

Όταν  διακυβεύονται δίκαιες κατακτήσεις,
συλλογικών προσπαθειών, πολυετών, καρποί,
καινοφανή και συγγνωστό γεννούν οι απαιτήσεις

της εξουσίας πρόσκαιρο σ’ αυτούς ατομισμό
που έκραζαν παλιότερα την πάνδημη κραυγή:
«τι λες ωρέ μινάρα; ξέρεις ποιος είμ’ εγώ;»
.

10

Λαός θυμάται κρίσεως αν και ακούει ρόχθο
ότι σαν φίλτρα highpass οι νόμοι λειτουργούν,
που καταπνίγουν ταπεινούς κι αφήνουν να περνούν
σε ξέν’ όσους υψώνονται πολλών πατώντας μόχθο.

Κατά της εκμετάλλευσης προσφέρουν προστασία
αντίσταση των πολιτών, προσωπικοί αγώνες
και όχι ανεφάρμοστοι και άψυχοι κανόνες
που δικαιώνουν ισχυρών ωμή αυθαιρεσία.

Έτσι παντού προόδευσαν πάντα οι κοινωνίες,
έτσι κι εδώ ιστορικές διδάσκουν εμπειρίες.
Μεστό προτύπων παρελθόν τους σύγχρονους εμπνέει.

Ηρωική και πρακτική προς των Ελλήνων φύση
ανεκαλύφθη πρέπουσα και τελεσφόρος λύση:
αδιακρίτως απειθούν και οι μικρομεσαίοι.

Πρώτη δημοσίευση

.

7

Μπορεί ως διαταραχή κι αυτή να εκληφθεί
Ελλάδος παρομοίωση που συκοφάντες κάνουν
για την οσμή διαφθοράς, τον θόρυβο αγώνων
και την οικονομία της με βάση τον αέρα.

Με πεταλούδα πιο πολύ χώρα τιμιοτέρα
μοιάζει απ’ όσες φάνηκαν στο πέρασμα των χρόνων.
Του ασθενούς πετάγματος οι επιπτώσεις φθάνουν
σε βάθος ακατάληπτο για τον ηττοπαθή.

Κανείς να θίξει δεν τολμά πολιτισμού κοιτίδα
γιατί τους θύτες νέμεσις θα πνίξει πλημμυρίδα
καθώς κακά κυοφορεί πτωχεύσεων τσουνάμι.

Οι Έλληνες περήφανοι την κεφαλή δεν σκύβουν.
Αυτού του είδους την ισχύ φτερά εντόμου κρύβουν
που το συνθλίβει άνετα νηπιακή παλάμη.

.

8

Διαίρει και βασίλευε· πάντα η εξουσία
υπέθαλπε βραδύνοια για να επιβληθεί,
ύπνο στις μάζες λογικό ενέβαλλε βαθύ
ώστε κοινού συμφέροντος να θάλλει αγνωσία.

Εξαπατώνται μερικοί που σε καιρό της κρίσης
έχουν ψευδή συνείδηση και στρέφοντ’ εναντίον
συντρόφων, ρίχνοντας νερό στον μύλο των κυρίων·
νοητικές φαντάζονται και ήθους διακρίσεις.

Αν ήσαν όσο έντιμοι νομίζουν κι ευφυείς
τότε δεν θα ελάνθανε αλήθεια προφανής:
όποιος δεν ωφελήθηκε τίποτα δεν οφείλει.

Δικαιωμένοι τάχατες τέρπονται υπερόπτες,
κακέκτυπα του Τίμωνα, χαιρέκακοι και σκώπτες
σατιρικά γυμνάσματα διαβάζουν και Κονδύλη.

Πρώτη δημοσίευση

.

.

5

Βρόχος αποκαλύπτεται ο τροφοδότης λώρος,
οικονομίας θάνατο, επώδυνο κι αργό,
φέροντας με την πρόσδεση σε νόμισμα σκληρό.
Θ’ αναπτυχθεί ελεύθερη κι όχι ως δορυφόρος.

Βεβαίως η μετάβαση ενέχει σοβαρές
δυσχέρειες και σύστοιχη, πρόσκαιρη απορία
που θα ’ναι αναμφίβολα πρόσφορη ευκαιρία
ώστε να λάμψουν έμφυτες του έθνους αρετές.

Αυτές και η εκπόνηση λεπτομερούς σχεδίου,
η ψύχραιμη εκτέλεση και ο συντονισμός
ταχεία εξομάλυνση του καθ’ ημέραν βίου

παρέχουν, κι αδιάφορο αν μόνος θεωρεί,
πάντοτ’ απαισιόδοξος ο συντηρητισμός,
βιαία διδασκάλισσα κάθε μεταβολή.

.

6

Εισέδυσε στο άσπιλο σώμα χωρών της Δύσης
απατηλώς, φθοροποιό της ασωτίας βέλος.
Δεν είναι πλέον δυνατόν, αφού κατέστη μέλος,
να το εκβάλουν αβλαβώς, κράτος αιτία κρίσης.

Διότι διαπλέκονται συμφέροντα κι υφαίνουν
ιστό που πάσχει αλγεινή την χρηματορραγία.
Αλλ’ άνοιξαν κι αόρατη στη συνετή χορεία
πληγή οδυνηρότερη όσα δεινά συμβαίνουν.

Ιδιοτέλεια μπορεί γεωπολιτική
την τιμωρό να συγκρατεί αλύτρωτη οργή,
του πρεσβυτέρου αδελφού, μα βράζει λυσσαλέα,

καθώς το ελπιζόμενο κοίτασμα σιτευτό
στους αναξίους έπαθλο προσφέρετ’ εν καιρώ,
ακόμη όμως εκκρεμεί μετάνοια βεβαία.

Πρώτη δημοσίευση

.

3

Εσχάτη περιφρόνηση του διεθνούς δικαίου,
αθέτηση των συνθηκών, χάλκευση των στοιχείων,
απόπειρα συγκάλυψης, νέων κρουνός δανείων,
φόρων κατασπατάληση του μέσου Ευρωπαίου.

Προφάσεις κι αποθράσυνση αντί της μετανοίας:
ευθύνεται λανθάνουσα κρίση «συστημική»
και περί γενικεύσεως η άσφαιρη βολή·
μοιραία η επιβολή ενδίκου τιμωρίας.

Εξάντλησαν την ανοχή γνησίων κληρονόμων
αρχαίου κλέους κίβδηλοι και παραβάτες νόμων,
Τούρκοι που νιώθουν Ιταλοί, οι άσωτοι του Νότου.

Άλλοι αισθάνονται βαθιά κι εκλεκτικά ιδέες
των κλασικών αφήνοντας παρεκτροπές χυδαίες,
σκέψεις χρησιμοθηρικές όπως του Διοδότου.

.

4

Υπάλληλοι, προμηθευτές, σύμβουλοι Δημοσίου
κι οι εργολήπτες· οι μικροί, μεσαίοι κι οι τεχνίτες·
αγρότες μ’ επιδότηση, εκπρόσωποι, μεσίτες·
νυκτερινές, εστίασης, και τάξεις εμπορίου·

θεράποντες ελεύθερων, κλειστών επαγγελμάτων
(άσημοι κι επιστήμονες), έπλεκαν φιλοπόνως
έναν ιστό κοινωνικό σκοπός οποίου μόνος
η προστασία ήτανε φτωχότερων στρωμάτων.

Ανθεκτικά τα νήματα: η τήρηση των νόμων,
συνέπεια, φιλότιμο, αλληλεγγύης έρως,
συνόλου το προβάδισμα έναντι των ατόμων.

Σοβεί εντούτοις κίνδυνος και αν διαρραγεί,
(μοχθούν μωροί κι ανάλγητοι), των πολιτών το μέρος
που η πλεκτάνη έθαλπε πρωτίστως θα πληγεί.

Πρώτη δημοσίευση

.

1

Ακόμα κι ο προπάτορας του συντηρητισμού
παραδεχότανε λαό ταυτόσημο με χώρα.
Αυτήν θα σώσουν τάχατες τα μέτρ’ ανθρωποβόρα
που κοινωνία οδηγούν στα πρόθυρα λιμού.

Με φόβητρο την πτώχευση, χωρίς ν’ αρθρώνουν λόγο,
εντολοδόχοι νάρθηκα υπερασπίζουν ξένο.
Προβάλλουν όσο τον λαό κρατούν διασπασμένο
ισχύος υποτίμηση και βούλησης τον ψόγο.

Αλλ’ εφικτή η αυτάρκεια και θα πραγματωθεί
ελλείψεις η ενότητα καθώς θ’ αναπληρώσει
αφού με άλλο σύστημα το κράτος οργανώσει.

Τούτο αρκεί αυτόματα για να εξαλειφθεί
το αίτιο που γέννησε την ευνοιοκρατία,
διαφθορά, φοροκλοπή, ραστώνη, ανομία.

.

2

Αιώνιο κι αμείωτο κλέος του Παρθενώνος
ακόπως κληρονόμησαν τα τέκνα του Αισχύλου.
Την Αφροδίτη βάρβαροι βεβήλωσαν της Μήλου,
ακόμα τους κουτόφραγκους πικρός δαγκώνει φθόνος.

Σχεδίασαν επίτηδες δύσκρατο μέτρων μείγμα
για να βαθύνουν ύφεση ώστε σε κύκλο φαύλο,
που μόνο προς την πτώχευση εξασφαλίζει ναύλο,
η χώρα να εγκλωβιστεί χωρίς ελπίδας ψήγμα.

Εύκολα πια οι νουνεχείς μπορούν να διαβλέψουν
υποκρυπτόμενο σκοπό: λαό να μετατρέψουν
πλούσιο και περήφανο σε πένητες κι επαίτες.

Και πάλι να παράγονται πολλά ν’ αρχίσουν πρέπει
από αυτά που φούσκωναν πριν των Ελλήνων τσέπη:
υπηρεσίες, δάνεια, φρέντο και μεζονέτες.

Πρώτη δημοσίευση

.

Είπα κι εγώ ένα βράδυ να βυζάξω τα τοπία.
Ξερίζωσα λοιπόν τα δυο μου μάτια
κι έκαψα βούτυρο σ’ ένα φαρδύ τηγάνι
να πιω βουνά και λίμνες στέρεα τώρα.
Ο κόσμος είναι δυο μαστοί το δίχως άλλο
με μια και δυο κουτάλες της κουζίνας
πήρα να τους γευτώ μέσα στο πιάτο∙
ψαύοντας με τη γλώσσα τις θηλές τους
τα δάκρυα σαν παιδάκια είχαν κλοτσήσει
σαν τόπια τα τοπία είχαν κυλήσει
στο νέο τους χάρτη μιας πεδιάδας ομελέτας.

Αυγά και μάτια ένα μπαστούνι παίρνω τώρα
κι όπου σας βρίσκω θα τρυπάω και θα βαδίζω.

Ο θάνατος το στρώνει, 1986


.

Όταν ο ήλιος έδυσε
στο πιο φτηνό κατέλυσα
πανδοχείο της Γκότα.

Μες στους πολλούς
που συνωστίζονταν εκεί
γνώρισα έναν λυπημένο.
«Σαν και πρώτα

αν ήταν οι καιροί, θα ’ταν καλά
όμως δεν είναι πια».
Σιγοψιθύριζε ετούτο
το τραγούδι.

Μετά από χρόνια έμαθα
μονάχος πέθανε κι αυτός.
στον τάφο του ένα
λουλούδι

δεν άφησε κανείς, ως λένε, αλλά
αίφνης για χάρη του ο Θεός
χαμήλωσε τα φώτα
και στο σκοτάδι βύθισε
την Γκότα.

Η δόξα της ανεμελιάς, 2008

.

Στίλβουσα και φιλάρεσκη σαν καλλιστείων καλλονή
ξεμύτισε η σελήνη
κι ο ήλιος πλάι της μούτρωνε από την τόση ζήλια του
και έδυε εν οδύνη.

Ο φλοίσβος έκανε μουρλός τσαλίμια για τα μάτια της,
τον έλουζε ιδρώτας
κι εκστατικοί καθρέφτιζαν την όψη της ο Ιλισός,
ο Κηφισός κι ο Ευρώτας.

Αλκοόλη αβέρτα σέρβιραν οι μπάρμαν. Για τη χάρη της
οι κόρνες κελαηδούσαν
κι από τον τόσο καύσωνα μπουστάκια αραχνοΰφαντα
λύνονταν και γλιστρούσαν.

Μέσα στα υπόγεια γκαράζ τα γιωταχί ανάβανε
τα φώτα τους με βιάση
και το ένα το άλλο γύρευε φουλάροντας τα γκάζια του
να πάει να προσπεράσει.

Κι ένα σκυλί αδέσποτο λαχάνιαζε αγριεύοντας
πίσω απ’ το καβασάκι
που αίφνης εγώ καβάλησα στα πισωκάπουλα έχοντας
την Τάνια, το αγριμάκι.

Κάτω από τέντα θερινή άγρυπνη μας ανέμενε
μιας ντισκοτέκ η πίστα
που με φρενήρες λίκνισμα σειότανε και ξόρκιζε
των φουσκωτών τη νύστα.

Εκεί ουίσκια έρεαν και βότκες απ’ τα χέρια μιας
γόησσας σερβιτόρας
που χε ζωσμένο τον λαιμό με γαϊτανάκι διαμαντιών
με τ’ άρωμα της μπόρας.

Η ομορφιά της άστραφτε στο κλαμπ το θεοσκότεινο
σαν θησαυρός σε υπόγα,
μούσκεμα προσκολλιότανε στο στήθος το μπλουζάκι της
τσιτώνοντας τη ρώγα.

Και τα βαμμένα της μαλλιά, τα πλατινέ κυλάγανε
στους τορνευτούς της ώμους,
να την αδράξω έσπευδα, μα γλίστραγε ανάρπαστη
στου κλαμπ τους διαδρόμους.

Σκαμπρόζικα τα βλέμματα τριγύρω μου κορώνανε
σαν φο μπιζού τριζάτα,
κι αστραποβόλο κόσμημα ήταν μιας γάτας η ματιά
που μ’ έθελγε σταράτα.

Από τα ηχεία σάλπιζε δεινό μπιτάκι επίμονο,
νυκτόβιο ξυπνητήρι,
το ρούμι αναλωνότανε αφήνοντας μια στάλα αφρού
επάνω στο ποτήρι.

Κι ενώ είχε εκδράμει θαλερό το οινόπνευμα στις φλέβες μου
σμίγοντας με το αίμα,
πάλαι ποτέ νηφάλιος ο νους μου ξάφνου φόρεσε
λάβρου μπεκρή το στέμμα.

Κάτω απ’ τα ψηλοτάκουνα ξεσαλωμένων κοριτσιών
και το χαλί βλασταίνει,
γιατί μασχάλες αλμυρές τολμούν και το ραντίζουνε
με κάψα ξαναμμένη.

Εκεί που η νύχτα γεύεται τον έφηβο πανζουρλισμό
λίγο πριν ξημερώσει
κι αίφνης δοθεί η υφήλιος στου ήλιου τη σάρκα τη μεστή
που πάει να την οργώσει.

Στίλβουσα και φιλάρεσκη η νιότη μου οδηγήθηκε
από τον κωπηλάτη
Έρωτα σε ύδατα αβαθή του ξενυχτιού διαπλέοντας
τα μήκη και τα πλάτη.

Ποιητική, τχ. 4, 2009

.

Έκλεισε απόψε το χιόνι τους δρόμους.
Έχει η ζωή δικούς της νόμους.

Σκληροί κι αμείλικτοι ενίοτε φαντάζουν
άλλοτε πάλι μοιάζουν δίκαιοι κι ορθοί.

Χάρη σ’ αυτούς μένει απαράλλαχτη η ζωή
μα αγάλι αγάλι οι νομοθέτες δοκιμάζουν

να την αλλάξουν προς στιγμήν, όπως το χιόνι
τη διάθεσή μου αλλάζει σαν κυκλώνει

μ’ άσπρες νιφάδες εκείνους που
τον δρόμο χάσανε του γυρισμού.

Η δόξα της ανεμελιάς, 2008