.

Χαμήλωσα στο έλαχιστο τον ήχο
Κι οι πρόστυχες φωνές αυτοστιγμεί
Ακούγονται σαν ψίθυρος αγνές·
Σαν ψίθυρος μαζί με τις φωνές
Οι γλωσσικοί βιασμοί κι οι ξενισμοί
Που δεν απαριθμούνται σ’ ένα στίχο.

Διότι αν πρέπει να ’χω τέτοια γλώσσα
Με σόου τζάκποτ ζάπινγκ και τι-βι
Την καταργώ καλλίτερα εντελώς
Κι ας μείνει μόνο ως ψίθυρος απλός
Μιας πίστης υπενθύμιση ακριβή
Καθώς κοιτώ τα σύννεφα στην Όσσα.

Πλανόδιον, τχ. 21, 1994

.

Αγρύπνια, αψηλάφητο ζώο!
Δίχως μια στάλα στοργή,
σ’ όσους διψάν για χίμαιρες γέρνεις
την κούπα σου που ναι πάντα αδειανή.

Κι ενώ περνά η νύχτα κατάλευκη,
βροχερή σαν Κυριακή,
ξέρω γιατί, στ’ αυτί που σπαράζει,
χιμάς και γλείφεις σαν το σκυλί.

Δεν αγαπάς! Αφήνεις τους ψύλλους σου,
τους ήχους που φτάνουν από μακριά,
αγρύπνια, κακόφωνο όργανο,
που αλέθεις των εκλεκτών το «ωσαννά».

Αγρύπνια, της κόλασης κήτος,
είναι το φιλί σου φωτιά.
Αφήνει μια γεύση από σίδερο,
που χουν ξηλώσει από καράβια παλιά.

δίσκος: Αγρύπνια, 2002

 
.
Οξύβοα κουνούπια, αναίσχυντα, που το αίμα μας ρουφάτε,
διπτέρυγα της νύχτας κνώδαλα, ζητώ μια χάρη:
τη Ζηνοφίλα αφήστε ήσυχη μια στάλα ύπνο να πάρει
και ιδού, σπεύστε, κατασπαράξτε τα δικά μου μέλη.
Αλλά τι μάταια φλυαρώ; Αφού και τα ανάλγητα θηρία
τέρπονται με το δέρμα της το τρυφερό σαν μέλι.
Μόνο αγγίξτε την, σιχαμερά ζωύφια, αν τολμάτε:
Θα νιώστε των ζηλότυπων χεριών μου τη μανία.
  

* * *

Κουνούπι, πέταξε, ταχύς αγγελιαφόρος, κι ακουμπώντας
στο αυτί της Ζηνοφίλας τρυφερά ψιθύρισέ της:
«Άγρυπνος σε προσμένει κι εσύ, την αγάπη του ξεχνώντας,
κοιμάσαι.» Εμπρός, φιλόμουσε, πέτα και μίλησέ της
σιγά, μονάχα τον ομόκλινό της μην ξυπνήσεις
και την οδυνηρή ζηλοτυπία του ερεθίσεις.
Κι αν τη μικρή μού φέρεις, με δορά λέοντος θα σε στέψω,
κουνούπι, και να φέρεις ρόπαλο θα σου επιτρέψω.
 
Ερωτικά επιγράμματα, 1999

.

San Gregorio, 10.7.84

Πολύφυτο, βαθύτοπο, στης σιγανής λαμπάδας
—καθώς αρχίζει μάχη σκιών στην βραδυνή θαμπάδα—
στο λαδικό το φως, στο ρείθρο της ψυχής
χωριό, πλατειά φυλλώθηκες, να με δεχθείς.

Πηλόχτιστο έχω το κορμί κι ένα σακκούλι χώμα—
μ᾿ όλα τα σύμφωνα μιας γλώσσας άγνωστης— καρδιά.
Ένα σταφύλι χώμα κι από φως μια καρυδιά
στον πόνο ψήνονται. Ψυχή και σώμα.

Κι ο θάνατος ακόμα.

Ανάστασις του Ανδρέα Ταρκόφσκι, 2008

.

Δεν έκανα ταξίδια μακρινά
τα χρόνια μου είχαν ρίζες, ήταν δέντρα
που τα ’ντυσε με φύλλα η καρδιά
και τ’ άφησε ν’ ανθίζουν μες στην πέτρα

Δεν έκανα ταξίδια μακρινά
οι άνθρωποι που αγάπησα ήταν δάση
οι φίλοι μου φεγγάρια ήταν, νησιά
που δίψασε η καρδιά μου να τα ψάξει

Το πιο μακρύ ταξίδι μου εσύ
η νύχτα εσύ, το όνειρο της μέρας
μικρή πατρίδα, σώμα μου κι αρχή
η γη μου εσύ, ανάσα μου κι αέρας

Δεν έκανα ταξίδια μακρινά
ταξίδεψε η καρδιά κι αυτό μου φτάνει
σε όνειρα, σ’ αισθήματα υγρά
το μυστικό τον κόσμο ν’ ανασάνει

Γιώργος Ανδρέου – Παρασκευάς Καρασούλος, Μικρή πατρίδα, 1996

.

Στον Λαυρέντη

Ζούμε σε μια τρέλα      και το ξέρω
Κι ό,τι δε μπορούσα να υποφέρω
Έγινε η φυγή μου τώρα η μόνη
Άρπα λαιμητόμος και τιμόνι

Κι είναι κείνη που άνοιξε τη θέα
Μια γυναίκα επίπλαστη      μια ιδέα
Κάποτε υποκρίτρια και στο χάδι
Μέσα στο νερό και στο σκοτάδι

Στο γαλάζιο θήραμά σου χύμα
Κι άσε τα βυζάκια σου στο κύμα
Στο εφηβαίο χρυσάφι στάλα-στάλα
Φλοίσβο στων μηρών σου τη διχάλα

Βγες στους φωταγωγημένους δρόμους
Έπειτα και σάρωσε τους νόμους
Με τις σκανταλιές του φραγκοράφτη
Παίξε βάνοντας φωτιά όπου ανάφτει

Τ’ αλκοόλ σε λούζει ανταύγειες      πάρ’ τες
Στο σεντόνι σου με τρεις αντάρτες
Λύσου να σε οργώσουν πέρα ώς πέρα
Τρυφερή φευγάτη περιστέρα!

Μέτρα γενναιόδωρη ερωμένη
Από κάθε σου νυχτιά τι μένει
Φτάνει για να σώσεις την ψυχή σου
Και τρακόσιους-δώδεκα μαζί σου.

Τετράμηνα, τχ. 50, Άνοιξη 1993

.

Στον Νίκο Ξυδάκη

Ας πούμε αυτοί      γεράσαν μόνοι τόσο βιαστικά
Κι αντάμα τους γεράσαν κι οι αναμνήσεις
Σε μαύρα μπάρκαραν μεγάλα μεταγωγικά
Και παν      και σ’ ανταρσία πώς να τους κινήσεις
Όταν προσμένουν με γαλήνη κι αίσια θλίψη
Να ’ρθεί βαρύ πειρατικό να τους συνθλίψει;

Ripresa ….. Φεγγάρι που ’βρεχες φωτιά
Δεν τους αντάμωσες ποτέ καθώς ερχόσουν;
Πες μου      μ’ αλήθεια ή με ψευτιά
Τι περιμένουν πια για να θυμώσουν;

Των αλλουνών έχει η ζωή μεβίας ανατραπεί
Απρόσμενα      μες στο βαθύτερο σκοτάδι
Έχει ο καθένας τους πολλά να κάμει και να πει
Γι’  αυτό κι η λάμπα του αναιρεί το εξαίσιο βράδι
Με τόση σκόνη στης ψυχής τους το στημόνι
Ό,τι κι αν βγει ενοχή καμιά δε ρυτιδώνει

Ετούτοι πάλι που  ’σβησαν το μάτι του φιδιού
Γκρεμίζονται κοπαδιαστά και καταμόνας
Συνεπαρμένους απ’ την αύρα του εύκολου καιρού
Τους διαφεντεύει ο κάθε ανίσχυρος τυφώνας
Σχίζουν τα πέλαγα του μήκους και του πλάτους
Μουρλά πουλιά που καψαλίσαν τα φτερά τους

Μα υπάρχουνε και τα πολλά καλόβολα παιδιά
Του Λεβϊάθαν που μπορούν και ξεχωρίζουν
Ποιο το καλό ποιο το κακό και ποια η αναποδιά
Που συνηθίσαν να επιζούν χωρίς να ελπίζουν
Όλους τους πόνους έχει ο χρόνος απαλύνει
Αυτός ο αϊτός που τώρα κρύβει τη σελήνη.

Η Μυκονιάτικη, αρ. φ. 6, Ιούλιος-Αυγουστος 1993

.

Στον Θανάση Χαρμάνη «Δεύτερη Ανάθεση»

Φυλάξου γιατί παίρνει χρώμα η γύρω φύση
Σα μεγαθήριο σ’ έχει η εξέγερση πλευρίσει
Σιγή      πετάει ένα πουλί      βούκινο ένα βαπόρι
Και τώρα ακούγονται σκυλιά και μισθοφόροι
……Ζυγώνουν      έρχονται να σπείρουνε τον τρόμο!

Γη ταραγμένη από σκιρτήματα θανάτου
Κάμπος πλατύς που φαρμακώσαν τα νερά του
Γκριζαρισμένα από το θειάφι και το νέφτι
Μιας άστοργης βροχής κακού που ’δες να πέφτει
……Εδώ χαιρέκακα σταλμένη από το νόμο

Μ’ άλικο φίλτρο τραβηγμένα σε κοιτάνε
Πρόσωπα ασάλευτα καθώς      μικρέ λαοπλάνε
Χάνεσαι μέσα στη θεόρατη νεφέλη
Και μια πομπή τα λάβαρά της υποστέλλει
……Θωρώντας σε      δεντρί φτενό για το λοτόμο

……Θεέ της ανυπακοής      σ’ άγνωστο δρόμο

Μ’ απανωτές εκρήξεις καταμήκος της ασφάλτου
Πρόσταξε «Χίλια!» στο λευκόχρυσο πεντάλ του.

Εντευκτήριο, τχ. 9, 1989

.

από του καφενείου το μέσα μέρος

Στην Τίνα τον Μίλτο

Βουτάς με το κεφάλι κι ανασύρεις την αθωότη
Λάθη σωρό που εγίνανε από απειρία και νιότη
Που οφείλονταν σε αδάμαστα      θαρρούσες      πάθη
Που η υποχωρητικότητα ίσως διευκόλυνε μα παραμέναν λάθη
Που δυναμώσανε ως δια μαγείας
Καθώς μεγάλωναν μες στο κλουβί της εμπειρίας
…………………..Βαρίδι για να πας σε τέτοιο βάθος
…………………..Γίνεται κι ένα μόνο ύστατο λάθος

Λάθη όπου η αφετηρία έδωσε χώρο
Και τη διαβίου υιοθετήσαν ανθηρότητα ως όρο
Λάθη που γιγαντώσαν με του λύκου την προβιά
Λάθη-σκυλιά και λάθη-αρνιά
Που αρκούσε να τα δεις με ό,τι γεννήσαν
Κι αμφιβολία μην έχεις ότι λάθη σου δεν ήσαν
……………………Βαρίδι για να πας σε τέτοιο βάθος
……………………Γίνεται κι ένα μόνο ύστατο λάθος

Λάθη που τα ποτίσαν δάκρυα πολλά
Και που γρασάρει το σαρκίο όπως γερνά
Που τα προστάτεψαν οι πιο αναρμόδιοι       σα φαμέγιους τους ……………τα νιώθω
Που φίμωσαν και πνίξαν τη ζωη τ’ όνειρο και τον πόθο
Που βλάστησαν όπου είχε θέση μοναχά η συνωμοσία
Και το άπειρο κατέλαβαν διάστημα με βία
……………………Βαρίδι για να πας σε τέτοιο βάθος
……………………Γίνεται κι ένα μόνο ύστατο λάθος

Λάθη που αναίσχυντα λικνίζονται στον άγριο καιρό
Με τις κεραίες ανυψωμένες προς το βέβηλο και προς το ιερό
Λάθη χωρίς διαλείμματα που ακόμα καρτερώ
Λάθη που απομυζούν ευθύνη εκκρίνουν πλάνη
Και που κρατώντας άθραυστη αμοιβαία την πλεχτάνη
Βοηθούν έν’ απ’ τους δυο μας να πεθάνει
……………………Βαρίδι για να πας σε τέτοιο βάθος
……………………Γίνεται κι ένα μόνο ύστατο λάθος.

Βίαιες εντυπώσεις, 2009

.

Οι πιο αψηλές κι ευαίσθητες αντένες
Τσακίστηκαν στη γη σου      άχαρη χώρα
Που ακόμα στέργει ωστόσο ηρώων γέννες
Μια τόσο φωτεινή κι ανύποπτη ώρα

Γυμνός      και σε περίχυνε η γαλήνη
Των ιδεών που σ’ είχαν επιτάξει
Ο αγνότερος τα κρίματά σου λύνει
Σκοπός      που εγίνη απόφαση και πράξη

Καρδιές αναιμικές σε βρίζουν      άσ’ τες
Να σέρνουνται από μαύρους μισθοφόρους
Θα λάβεις      κι ας φρενιάζουν οι δυνάστες
Το δίκιο σου απ’ το μέλλον δίχως όρους

Μια ζοφερή τελειώθη τραγωδία
Εκδικητής που εξόργισε την Άτη
Έγειρες μπρος στην άτεγκτη εξουσία
Κι εσύ      σεμνέ     ορκισμένε  Επαναστάτη!

Πολιορκία, τχ. 29, Δεκέμβριος 1985

.

Η λάμπα τρέμει στη βιτρίνα
σαν παγωμένη θεατρίνα
και στο μικρό ξενοδοχείο
έπεσε η νύχτα σα λαχείο.

Οι πόρνες κάτω από την τέντα
πιάνουν στο θάνατο κουβέντα
μα τελικά γυρνάν την πλάτη
σ’ αυτόν τον άβολο πελάτη.

Στο τρίτο πάτωμα οι λεσβίες
ακούν του δρόμου τις ρομβίες
και προσπαθούν με σάπια φίλτρα
να νιώσουν σκίρτημα στη μήτρα.

Κι εσύ που ήσουνα για μένα
σαν αποβάθρα για τα τραίνα
σε ποιο σταυρώθηκες φανάρι
μια τέτοια νύχτα του Γενάρη;

φύσα αεράκι φύσε με, 1992

.

Στον Θεόφιλο Σωτηρίου

Πνιγμένος τόσα χρόνια κ’ είσαι πάντα
μπηγμένος αχινός στον ουρανό σου.
Περνούσε χθες επάνω στο κανό σου
άηχη των Φιλιατών η μπάντα.

Στη θάλασσα, στο χώμα θα ’ταν ίδια
άσπρα τα κόκκαλά σου και γλειμμένα.
Όλα βουβά και όλα μιλημένα,
λόγια μου λυπημένα κατοικίδια.

Το χέρι που στα φύκια σ’ έχει ρίξει,
να το ’κοβα ψηλά μ’ ένα δρεπάνι,
ο κόσμος σα μυλόπετρα να τρίξει,

να βγουν απ’ το θεόρατο τηγάνι,
τα ψάρια του καλόγερου και πίσω
την πόρτα ανάμεσά μας να μην κλείσω.

Μαύρα λιθάρια, 1981

.

ΣΑΠΦΙΚΟΝ Ι

Χάραξε τη μνήμη σκληρά η μορφή της:
τα μαλλιά που ο αγέρας τα τυραννούσε,
ο λαιμός που σφίγγαν —επίχρυσοι όφεις—
τα περιδέραια,

ο ίσκιος των βλεφάρων που σαν μαγνήτης
τον τραβούσε ολέθρια κι η κρύα λάμψη
των γλαυκών κορών της, που ως Μέδουσα άλλη
πάγωνε το αίμα.

.

ΣΑΠΦΙΚΟΝ ΙΙ

Βρέθηκε κατόπιν στ’ απόκοσμο άλσος,
όπου μύριες λεύκες αργά θροΐζαν:
ανοιχτήκαν ξάφνου μπροστά του οι άδειοι
κήποι της Όρφνης.

Κι από το στερέωμα των άστρων πάνω,
από της Σελήνης τον άυλο κύκλο
έπεφτε συνέχεια στους κήπους κάτω
φέγγος και δνόφος.

.

ΣΑΠΦΙΚΟΝ ΙΙΙ

Έπειτα μονάχος μες το σκοτάδι
χάθηκε στης πόλης τους λαβυρίνθους,
σ’ άδειες στενωπούς και σε νεκρωμένους
μύριους μαιάνδρους.

Πιο μακριά μετά στο ποτάμι δίπλα
βάδισε κοιτώντας στην άλλην όχθη
μαυσωλεία κι ηρώα που κυπαρίσσια
δορυφορούσαν.

.

ΣΑΠΦΙΚΟΝ IV

Στη σκιώδη λέμβο της κλίνης του ύπνου
και με σφαλισμένα τα βλέφαρά του
έπλεε γαλήνια στο μαύρο πάνω
στύγιον ύδωρ.

Μυροφόρες νύχτες κοντά αγρυπνώντας
έραιναν  με φίλτρα σιγής και λήθης.
Και στις φλέβες μέσα βαθιά χυνόταν
έναστρη δρόσος.

.

ΣΑΠΦΙΚΟΝ V

Φεύγοντας για πάντα τη νέα Κολχίδα,
τους λευκούς χειμώνες, τις άγριες νύχτες
είδε τον λιμένα μια μέρα πάλι
της μεσημβρίας.

Στρόβιλοι φωτός κατεβαίναν ξάφνου
από τους γλαυκούς ουρανούς του θέρους
κι ως και τους δαιδάλους βαθιά του νου του
φώτιζε η λάμψη.

Μεσομήδης, 2008

.

Αυτές οι μέρες έχουν πάντα αίσιο τέλος
Μάγισσες ηττημένες που θα φύγουν
Χρυσές πλεξίδες σε παράθυρα που ανοίγουν
Δράκοι που πέφτουνε νεκροί από ένα βέλος

Μη βγεις ποτέ μέσα από τις σελίδες
Εκεί θα είσαι η δική μου αγαπημένη
Με μάγους και με ξωτικά τριγυρισμένη
Κι απ’ τις δικές μου τις στεγνές ελπίδες

Θα ρθω και θα σε πάρω κάποιο βράδυ
Σαν πρίγκιπας με το άτι σαν ιππότης
Κουτσός και μολυβένιος στρατιώτης

Ή ακόμα, με της μάχης το σημάδι
Σα βάτραχος, σαν κύκνος ή σα λύκος
Μα όπως και να χει, πληγωμένος ως συνήθως.

logopaigniasedueto.blogspot.com, 2010

.

Για . . .  δυό λεφτά . . .  προσέξτε αυτή την κίνηση
(μην πείτε αργότερα πως δεν σας το είπα).
Δεν πήρα διδακτορικό απ’ το Αθήνησι
κι όλη η ζωή μου στο νερό μια τρύπα.

Μα λέω, διαβάζοντας του κύριου Κάτρη το
Πατερημών πως θαν τη βρούμε μέσα,
γιατί είναι το παρασκήνιο όλο διάτρητο
κι απ’ όλα πιο πολύ σας λείπει η μπέσα.

Όταν καλλιεργείτε την παράνοια,
που αυτάρεσκα τη βαφτίζετε σέβας,
κάποιοι μπορεί κάτω απ’ την επιφάνεια
ν’ ανακαλύψουν την καρδιά της φλέβας.

Και ναι μεν ξεγλιστράτε σαν το χέλι, μα
έτσι και πέσουνε καναδυό σμπάρα…
Μη μου δικαιολογείτε πια (με το έλλειμμα
του Προϋπολογισμού) τη στραβομάρα!

alonakitispoiisis.blogspot.com, 2010

. 

Όμως
ποια να σαι Εσύ που αιφνιδιάζεις
—με τόση λάμψη τόση μουσική—
το σκυθρωπό βασίλειο της σιωπής μου;
Που χείμαρρος φωτός εισβάλλεις ξάφνου
σ’ αυτά τα ειρηνικά σκιόφωτα όπου
χρόνια και χρόνια τώρα συντηρώ
τις λιγοστές αναιμικές μου μνήμες;
Μ’ αυτή την εκτυφλωτική ομορφιά; Μ’ αυτή
την εκκωφαντική σου παρουσία;
Τι ανακαλεί το βλέμμα σου στη μνήμη;
Κι αυτό το αστραφτερό χαμόγελό σου
—σαν άξαφνη αστραπή σε μαύρο φόντο—
ποιο ανέφικτο υπαινίσσεται και ποιες
ακτές πέραν του χρόνου προφητεύει;

Στο φρύδι του γκρεμού με καρτερείς
και με χαμόγελο ήρεμο μου γνέφεις
ανύπαρκτα φτερά να εμπιστευθώ
παγιδευμένες πτήσεις να τολμήσω

Το άλμπουμ των αποκομμάτων, 2009
.
.
(Ξόρκι κατά της αϋπνίας. Απαγγέλλεται νοερά σε ρυθμό εμβατηρίου.
Επαναλαμβάνεται συνεχώς μέχρι τελικού αποτελέσματος.)

Χρόνια τώρα στο σκοτάδι περιμένω
Και τα μάτια μου γεμίσανε νερό
Περιμένω τον θεράποντα γιατρό
Τον κλειδούχο που τον ρούφηξε το τρένο

Περιμένω τον ασώματο ιερέα
Τον κουτσό μεταφορέα υαλικών
Τον τραυλό καθηγητή των αγγλικών
Το παιδί με το λιοντάρι στη Νεμέα

Το βαρκάρη που ’χει χάσει τ’ όνομά του
Τη μικρή παραδουλεύτρα Πασχαλιά
Τη Λουντμίλα με τα κίτρινα μαλλιά
Τον πλανόδιο βιολιστή με τα φτερά του

Τον καμπούρη δικαστή με την περούκα
Το χειρούργο με το μαύρο φυλαχτό
Την Οντίν που πια δεν βγήκε απ’ το κρυφτό
Το κορίτσι που θρηνεί στην Μπάνια Λούκα

Περιμένω το φαντάρο που κρυώνει
Τη γυναίκα που κοιμάται μοναχή
Την τροτέζα που την έλιωσε η βροχή
Το ζητιάνο που τον σκέπασε το χιόνι

Περιμένω τον τυφλό λαχειοπώλη
Περιμένω τον κουλό θεραπευτή
Περιμένω τον φιλάνθρωπο ληστή
Και το δήμαρχο που γκρέμισε την πόλη

Περιμένω την κυρτή πεντικιουρίστα
Τη γριά που θα μου ανάψει το κερί
Τη μητέρα που μου μίλησε νεκρή
Τη Μυρτώ που εξαϋλώθηκε στην πίστα

Περιμένω τον επίγειο ταξιδιώτη
Τον προφήτη που ’χει χάσει το κλειδί
Περιμένω το μονόδοντο παιδί
Και το δάσκαλο που ξέμεινε στην πρώτη

Περιμένω τον μουγκό θαλαμηπόλο
Περιμένω τον κουφό μπαλωματή
Τον νεκρό στους πάγους εξερευνητή
Που επιστρέφει μ’ άλλο σώμα από τον Πόλο

Περιμένω τον χαμένο χρυσοθήρα
Περιμένω τον πνιγμένο θερμαστή
Περιμένω τον ανύποπτο εραστή
Περιμένω τον πολύπαθο μνηστήρα

Περιμένω την αθέατη χορωδία
Περιμένω σκοτεινούς εξορκιστές
Περιμένω θυσιαστήριες τελετές
Και το πτώμα που χει αργήσει στην κηδεία

Περιμένω τον Βαρδή και τον Αντώνη
Τη Μαρίνα την Αλκμήνη την Αυγή
Τον Ερμόλαο που αναδύθηκε απ’ τη γη
Τον Νικήτα που βυθίστηκε στη σκόνη

Περιμένω να ρθει κάποιος να με σώσει
Να μου δώσει κάποιο στίγμα στο κενό
Για ν’ αντέξω τον αντίπαλο ουρανό
Και τη γυάλινη σιωπή που μ’ έχει ζώσει

Ταρατάμ ταρατατάμ ταράτα τάμταμ
Ταρατάμ ταρατατάμ ταρατατάμ
Ταρατάμ ταρατατάμ ταρατατάμ
Ταρατάμ ταρατατάμ ταράτα τάμταμ
κ.ο.κ.

Μου γνέφουν, 2000

.

Κι αν ίσως κάποτε συμπράττω
θύμα κι εγώ μοιραίων συσχετισμών . . .

Ο ΛΗΞΙΑΡΧΟΣ, «Ο περιπατητής της παραλίας»

Και βέβαια κάποτε συμπράττεις
Κάποτε ακούσια προσχωρείς
Ο χρόνος τήκεται νωρίς
Κι όλο σου γνέφει ο σχοινοβάτης

Κοιτάς σημάδια του προσώπου
Ζεις σε μιαν άγνωστη εποχή
Το τέλος είναι στην αρχή
Το σύμπαν στο κλουβί του ανθρώπου

Πόλη θαμπή και κουρασμένη
Μνήμη που γλείφει σαν σκυλί
Κανείς δεν ξέρει ποιο σκαλί
Το μάταιο βήμα κατεβαίνει

Κανείς δεν ξέρει ποιος ζυγώνει
Ποιος στη σκιά καραδοκεί
Ποιος στο κορμί σου κατοικεί
Ποιος επιστρέφει από τη σκόνη

Στο μεταξύ πετούν μπαλόνια
Γέμισε ο τόπος κομφετί
Γίνεται ο θάνατος γιορτή
Πωλούνται φέρετρα και χρόνια

Κάποιος ανοίγει την παρτίδα
Κάποιος ορίζει την τιμή
Σε παρασύρουν οι αριθμοί
Στη φοβερή τους πλημμυρίδα

Χάνεσαι μέσα στη χοάνη
Σε προσμετρούν στο ποσοστό

(Το πτώμα βρέθηκε ζεστό
Κι άγγιξε ο κρόταφος την κάννη)

Μου γνέφουν, 2000

.
.
Κοιτώ μέσα στα μάτια σου βροχές
Διακρίνω φώτα και σκιές να τρέχουν
Υπνοβατώ χωρίς να με προσέχουν
Καθώς κυλούν στα βάραθρα εποχές

Δεν έμαθε κανείς για τον νεκρό
Βρέθηκαν ίχνη κήπου στ’ όνειρό του
Πυρομανείς διασχίζουν τη Διδότου
Τα παραμύθια γέμισαν νερό

Χάνομαι σ’ ένα βάθος προσμονής
Κρύβομαι σ’ ένα σώμα δανεισμένο
Φέγγει μπροστά μου βλέμμα δακρυσμένο
Μα πίσω από το δάκρυ του κανείς

Η πόλη; Σαν σταθμός τού Ηλεκτρικού
Μισόφωτη – με μάτια νυσταγμένα
Σ’ αναζητώ σε βήματα σβημένα
Στα σχήματα ενός άλλου σκηνικού

Ο χρόνος; Κάτι σαν υποτροπή
Σαν μια παλιά θαμπή φωτογραφία
Γράμματα χαραγμένα στα θρανία
Λόγια που τα σταμάτησε η σιωπή

Κι ο ποιητής; Σ’ ένα τοπίο γυμνό
Μεταμφιεσμένος σε κρανιοσκόπο
Πάλι ξυπνώ σ’ αυτόν τον ξένο τόπο
Ψάχνοντας δρόμο σπίτι κι ουρανό

Μου γνέφουν, 2000

,.
.
Μπαρ Saint Tropez d’amour
Gitanes και ουίσκι
Νέφος καπνού και πορφυρά κορίτσια
Μια μεθυσμένη κρεολή θυμάται
Σ’ ένα ρημάδι φύτρωσα μου λέει
Μεγάλωσα σε παγερούς διαδρόμους
Στο βάθος βλέπω μόνον άσπρους τοίχους
Μια μοναχή προσεύχεται στο ημίφως
Ένας καμπούρης θυρωρός κλειδώνει
Ξάφνου πηδώ τον φράχτη και τον φόβο
Μέλλοντα ζοφερά με καταπίνουν
Πολλά φανάρια μ’ έχουν οδηγήσει
πολλά σημάδια ναυτικών γνωρίζω
πολλών πλανόδιων πωλητών μασχάλες
Παντού καπνός και νυχτωμένοι δρόμοι
κι η μοναξιά σαν το βρεγμένο ρούχο
Νυχτερινό κλωστήριο το μυαλό μου
χτυπούν νερά τα χτένια τής ψυχής μου
σπάζουν οι αρμοί και φως με κατακλύζει
Διακρίνετε στο βάθος τις καμπάνες;
Το Ave Maria των πεφορτισμένων
Η Παναγία τής Λούρδης επιστρέφει
διασχίζοντας απέραντες εκτάσεις
σε βάθη σκοτεινών χιλιομέτρων
Γιατί κι η μοίρα κάποτε αστοχεί
Γιατί κι η νύχτα κάποτε
φωτίζει

Υπήρξε, 1999