.

Πόσες ώρες θυσίασες, εαυτέ ταξιδιάρη,
τα πελάγη κοιτάζοντας και τα πέρα βουνά,
καρτερώντας παλίρροια ταξιδιών να σε πάρει
απ’ τα φώτα του τίποτα στο λευκό πουθενά.

Τι σοφία σπατάλησες, εαυτέ στιχοπλέκτη,
τις προτάσεις σου σπέρνοντας σε απότιστη γη
και ποθώντας η ποίηση, σα μια αίσθηση έκτη,
ν’ αναγάγει το χάος σου σε γαλήνια σιγή.

Πόσο θάνατο ξόδεψες, εαυτέ ριψασπίδα,
προσπερνώντας τη γένεση σιωπηλής ενοχής
και ρολόγια συνείδησης αγνοώντας, μ’ ελπίδα
ν’ ανταλλάξεις τη ζήση σου με ειρήνη ψυχής.

Εαυτοί, στις τρεις διαστάσεις σας με χτίσατε
κι ούτε στιγμής ελευθερία δε μ’ αφήσατε . . .

Όσο υπάρχει ποίηση, 6 Δαφνοστέφανα, 1993