.

Όταν ο ήλιος έδυσε
στο πιο φτηνό κατέλυσα
πανδοχείο της Γκότα.

Μες στους πολλούς
που συνωστίζονταν εκεί
γνώρισα έναν λυπημένο.
«Σαν και πρώτα

αν ήταν οι καιροί, θα ’ταν καλά
όμως δεν είναι πια».
Σιγοψιθύριζε ετούτο
το τραγούδι.

Μετά από χρόνια έμαθα
μονάχος πέθανε κι αυτός.
στον τάφο του ένα
λουλούδι

δεν άφησε κανείς, ως λένε, αλλά
αίφνης για χάρη του ο Θεός
χαμήλωσε τα φώτα
και στο σκοτάδι βύθισε
την Γκότα.

Η δόξα της ανεμελιάς, 2008

.

Στίλβουσα και φιλάρεσκη σαν καλλιστείων καλλονή
ξεμύτισε η σελήνη
κι ο ήλιος πλάι της μούτρωνε από την τόση ζήλια του
και έδυε εν οδύνη.

Ο φλοίσβος έκανε μουρλός τσαλίμια για τα μάτια της,
τον έλουζε ιδρώτας
κι εκστατικοί καθρέφτιζαν την όψη της ο Ιλισός,
ο Κηφισός κι ο Ευρώτας.

Αλκοόλη αβέρτα σέρβιραν οι μπάρμαν. Για τη χάρη της
οι κόρνες κελαηδούσαν
κι από τον τόσο καύσωνα μπουστάκια αραχνοΰφαντα
λύνονταν και γλιστρούσαν.

Μέσα στα υπόγεια γκαράζ τα γιωταχί ανάβανε
τα φώτα τους με βιάση
και το ένα το άλλο γύρευε φουλάροντας τα γκάζια του
να πάει να προσπεράσει.

Κι ένα σκυλί αδέσποτο λαχάνιαζε αγριεύοντας
πίσω απ’ το καβασάκι
που αίφνης εγώ καβάλησα στα πισωκάπουλα έχοντας
την Τάνια, το αγριμάκι.

Κάτω από τέντα θερινή άγρυπνη μας ανέμενε
μιας ντισκοτέκ η πίστα
που με φρενήρες λίκνισμα σειότανε και ξόρκιζε
των φουσκωτών τη νύστα.

Εκεί ουίσκια έρεαν και βότκες απ’ τα χέρια μιας
γόησσας σερβιτόρας
που χε ζωσμένο τον λαιμό με γαϊτανάκι διαμαντιών
με τ’ άρωμα της μπόρας.

Η ομορφιά της άστραφτε στο κλαμπ το θεοσκότεινο
σαν θησαυρός σε υπόγα,
μούσκεμα προσκολλιότανε στο στήθος το μπλουζάκι της
τσιτώνοντας τη ρώγα.

Και τα βαμμένα της μαλλιά, τα πλατινέ κυλάγανε
στους τορνευτούς της ώμους,
να την αδράξω έσπευδα, μα γλίστραγε ανάρπαστη
στου κλαμπ τους διαδρόμους.

Σκαμπρόζικα τα βλέμματα τριγύρω μου κορώνανε
σαν φο μπιζού τριζάτα,
κι αστραποβόλο κόσμημα ήταν μιας γάτας η ματιά
που μ’ έθελγε σταράτα.

Από τα ηχεία σάλπιζε δεινό μπιτάκι επίμονο,
νυκτόβιο ξυπνητήρι,
το ρούμι αναλωνότανε αφήνοντας μια στάλα αφρού
επάνω στο ποτήρι.

Κι ενώ είχε εκδράμει θαλερό το οινόπνευμα στις φλέβες μου
σμίγοντας με το αίμα,
πάλαι ποτέ νηφάλιος ο νους μου ξάφνου φόρεσε
λάβρου μπεκρή το στέμμα.

Κάτω απ’ τα ψηλοτάκουνα ξεσαλωμένων κοριτσιών
και το χαλί βλασταίνει,
γιατί μασχάλες αλμυρές τολμούν και το ραντίζουνε
με κάψα ξαναμμένη.

Εκεί που η νύχτα γεύεται τον έφηβο πανζουρλισμό
λίγο πριν ξημερώσει
κι αίφνης δοθεί η υφήλιος στου ήλιου τη σάρκα τη μεστή
που πάει να την οργώσει.

Στίλβουσα και φιλάρεσκη η νιότη μου οδηγήθηκε
από τον κωπηλάτη
Έρωτα σε ύδατα αβαθή του ξενυχτιού διαπλέοντας
τα μήκη και τα πλάτη.

Ποιητική, τχ. 4, 2009

.

Έκλεισε απόψε το χιόνι τους δρόμους.
Έχει η ζωή δικούς της νόμους.

Σκληροί κι αμείλικτοι ενίοτε φαντάζουν
άλλοτε πάλι μοιάζουν δίκαιοι κι ορθοί.

Χάρη σ’ αυτούς μένει απαράλλαχτη η ζωή
μα αγάλι αγάλι οι νομοθέτες δοκιμάζουν

να την αλλάξουν προς στιγμήν, όπως το χιόνι
τη διάθεσή μου αλλάζει σαν κυκλώνει

μ’ άσπρες νιφάδες εκείνους που
τον δρόμο χάσανε του γυρισμού.

Η δόξα της ανεμελιάς, 2008

Χαιρετισμό στερνό απόψε σου απευθύνω,
Ποιητή των όλων, Νεφεληγερέτη, Μάστορα.
Του έργου σου το μεγαλείο δεν θα κρίνω.
Μπροστά σου άφωνος θα στέκω ώσπου το χέρι

ενός απ’ τους αγγέλους σου νά ρθει να μ’ ευλογήσει.
Θυμάμαι έναν λουθηρανό πάστορα
που έλεγε με περίσκεψη πως σαν ο ήλιος δύσει
στου πλήρους σκότους αποσύρεται τα μέρη.

Κοινοτοπίες, σχόλια για να περνά η ώρα
κι όμως ηχούν πολύτιμα τώρα που ξεμακραίνω
κι εγώ απ’ τη ζωή. Στου βίου μου την αιώρα
κούρνιαζα πριν μ’ απαρνηθεί η θνητή μου φύση.

Του Άδη τη θύρα τώρα αργοδιαβαίνω
μες στων νεκρών ψυχών την κατηφόρα.
«Άρατε πύλες» κάποιος κραύγασε. Ποιος όμως;
Ο θάνατος, που είν’ της ζωής η διχοτόμος.

Στα δυο την κόβει εν τάχει κι έπειτα αφανίζεται.
Στη θεοσκότεινη γωνιά του πάει κι οδύρεται
γιατί πιο πέρα κι απ’ αυτόν μας αναμένει
νέα ζωή, μελλούμενη, περίσσια
σαν το φεγγάρι που όταν γείρει ο ήλιος βγαίνει
πίσω απ’ του ησυχαστηρίου τα κυπαρίσσια.

Η δόξα της ανεμελιάς, 2008

.

Λυπάμαι τον Τζιορτζιόνε.
Τον γήτευαν οι ομορφιές
μιας κοιμωμένης Αφροδίτης, μιας Μαντόνας.
Της λήθης λεία γίνανε κι αυτές.

 Του λόγου του ως καλός τεχνίτης
την τέχνη του αναπαριστούσε
σε όψεις ανθρώπων, στης φύσης
τις σκηνές που αγαπούσε.

 Δεν του αποδίδονται πολλά έργα
κι είν’ λιγοστές γι’ αυτόν οι όποιες πληροφορίες
μα ο πίνακάς του Η  καταιγίδα
δίνει τροφή για σχόλια και πλήθος ερμηνείες.

 Γράφει δυο λόγια για τον βίο του ο Βαζάρι
ότι βρεθήκανε με τον Ντα Βίντσι μια φορά
πως δάσκαλός του ήταν ο Μπελίνι
κι αυτό μας αφορά.

 Στην Καταιγίδα ας μείνουμε ωστόσο, έχει την όψη
του αινίγματος που είναι η ζωή.
Είναι τα αινίγματα που τρέφουνε τους μύθους
και δίνουν στις εμπνεύσεις μας πνοή.

Της λήθης λεία γίνανε κι αυτές.
Σύντομη πλην υμνητική
μια αναφορά επιφυλάσσουν στον Τζιορτζιόνε
της τέχνης οι ιστορικοί.

Η δόξα της ανεμελιάς, 2008

.

Με χάρη αλαφροπάτητης ελάφου των ονείρων
γέρνεις το χέρι σου ευθύς στο πλουμιστό σου στήθος.
Απ’ των χειλιών σου τη σχισμή ξεμύτισε ο μύθος
της άνοιξης κι η ευωδιά φρεσκολουσμένων μύρων

τυλίγει αργά το σώμα σου που γεύομαι κι αγγίζω.
Στης ομορφιάς σου τη σκιά πολλών ματιών μελίσσι
σπεύδει και περιστρέφεται. Σ’ απύθμενο μεθύσι
καλεί του Μάη η ατόφια γη τον ουρανό τον γκρίζο.

Σαν σε κοιτώ να στέκεσαι και με τα δάχτυλά σου
να στρώνεις το άσπρο φόρεμα που διάλεξες για απόψε
ο καβαλάρης νιώθω εγώ πως είμαι του Πηγάσου

κι εσύ φωνή αναγγέλλουσα «Σήκω» μου λές «και κόψε
έν’ άνθος. Χάρισέ μου το γοργά για να ξηλώσει
το πάλλευκό μου νυφικό του έρωτα η βρώση».

Η δόξα της ανεμελιάς, 2008

.

Τεχνίτης μ’ όνομα φτωχό
γλιστρά και σπάει στον άνεμο
η φήμη του πέτρα κλειστή
τον άνεμο προτρέπει.
Πες τη φωνή μου καθαρά
σε όσους είναι κύματα
κι ορθώνονται για να βιαστεί
του χρόνου η συγκατάβαση.
Αναψηλάφηση ζεστή
πλάι στου σφυριού τον ήχο
κι άσε να με εκλάβουνε
ως γύρη απανταχού
παρούσα γύρη τεχνητή
βροχή που τους αξίζει.

Στην αγκαλιά του κύκλου, 2004

.
Είναι  η  Μούσα  μου  μοιραία
δέσποινα  με  καλσόν.
Στην  πόλη  μας  από  μπετόν
υψώνεται  ακεραία

στου  ήλιου  το  πλάι  να  βρεθεί
στο  θόλο  τον  πριγκηπικό.
Μεταξωτό  φορά  βρακί
και  την  ποθούν  ένα  σωρό

φιλότεχνοι  αχρείοι
έτσι  που  σεργιανάει  με  χάρη.
Τώρα  που  ο  έρωτάς  μας  δύει
στο  κρυφό  της  συρτάρι

βρίσκω  τετράστιχα  γραμμένα
με  τέχνη  ισόθεου  αοιδού
που  έλειπε  πάντοτε   από  μένα.
Μασάει  τα  λόγια  της , «Στο  νου

άλλον  δεν  έχω  παρά  μόνο
εσένα  υμνητή  μου  ατσίδα!»
Αλλού  αυτά , της  λέω. Τη  διώχνω
ως  οπτασία  που  δεν  είδα.

poeticanet.com, 2007

.

Τα σιταρένια φάσματα
ανήκουν στην ματιά σου
νυφούλα του Πηγάσου
γαλάζια υφάσματα

σου πλέξαν την ανταύγεια
μιας κόρης αφανούς
λύσε μου τους λωτούς
κουρδίζοντας τα μάγια

τοξεύουνε τα κύτταρα
χαρμόσυνα βραχιόλια
και ζωντανεύουν ύστερα

σουτιέν καβούρια και δεσμοί
θροΐζουσα φουριόζα
στη νεραϊδοσχισμή.

Σπίρτα χειρός, 2002

.

Η νύχτα περικύκλωσε τα σπίτια και τα δέντρα.
Βολίδα πάει τ’ αμάξι μου και φούλαρα το γκάζι.
Στην επιφάνεια τ’ ουρανού τώρα επιπλέει κι η πέτρα
του φεγγαριού που στους ποιητές ιδέες βάζει.

Βολίδα πάει τ’ αμάξι μου και φούλαρα το γκάζι.
Παιδιά είναι οι στίχοι κι είμαι εγώ δεινός Ηρώδης.
Του φεγγαριού που στους ποιητές ιδέες βάζει
με ταλανίζουν οι γητειές οι πιο νευρώδεις.

Παιδιά είναι οι στίχοι κι είμαι εγώ δεινός Ηρώδης.
Με αναφορές σε κάστρα, δράκους, δεσποσύνες
με ταλανίζουν οι γητειές οι πιο νευρώδεις.
Νεογοτθικές καλλιεργώ λειχήνες.

Με αναφορές σε κάστρα, δράκους, δεσποσύνες
δεν μένει πια και τίποτε να υμνήσω.
Νεογοτθικές καλλιεργώ λειχήνες.
Ποιος τσίλιες θα κρατά και ποιος το ίσο;

Δεν μένει πια και τίποτε να υμνήσω,
άμα χαλάσει το ντεκόρ του Λαμαρτίνου.
Ποιος τσίλιες θα κρατά και ποιος το ίσο
του Προβηγκιανού και του Λατίνου;

Άμα χαλάσει το ντεκόρ του Λαμαρτίνου,
Θεός βοηθός! Πού τα ποτάμια, πού τα δάση;
Του Προβηγκιανού και του Λατίνου
τα λυρικά σταυρόλεξα έχω ξεχάσει.

Θεός βοηθός! Πού τα ποτάμια, πού τα δάση;
Είμαστε αισίως πια στο δυο χιλιάδες δέκα.
Τα λυρικά σταυρόλεξα έχω ξεχάσει
και στου μπιλιάρδου παραδίδομαι τη στέκα.

Είμαστε αισίως πια στο δυο χιλιάδες δέκα
κι ενώ εντρυφώ σκυφτός στην τσόχα μες στο ημίφως
και στου μπιλιάρδου παραδίδομαι τη στέκα,
δύει κι η σελήνη και διαλύομαι ησύχως.

Κι ενώ εντρυφώ σκυφτός στην τσόχα μες στο ημίφως,
αστήρ ακάθεκτος μες στ’ άκαρπα ξενύχτια,
δύει κι η σελήνη και διαλύομαι ησύχως.
Ο ήλιος περικύκλωσε τα δέντρα και τα σπίτια.

Πρώτη δημοσίευση

.
Πηδάλιο μηχανής κοπέλα
φάσμα οδού περαστικό
το κράνος προστατεύει απ’ το κακό
όμως η σέλα

στους αναβάτες της επιφυλάσσει
της πτώσεως αιφνίδιο συμβάν
οι φίλοι κοιμωμένη θα σε παν
θα έχουν χάσει

της ιππασίας σου την υπό προθεσμία αύρα
ανυποψίαστη καθώς κρατούσες το τιμόνι
θρηνούν μια μηχανόβια ανεμώνη
με γκάζια μαύρα.

Σπίρτα χειρός, 2002

.

Ευχές στη φιέστα ανταλλάσσουμε και πάμε
μια ώρα αρχύτερα ευτυχείς να κοιμηθούμε.
Ναι, το μη χείρον βέλτιστον ! « Πεινάμε »
φωνάζουν οι φτωχοί κι εμείς ακούμε

τις οιμωγές ρακένδυτων λιμάρηδων
αστέγων καθημένων στην Κλαυθμώνος.
Καθώς χαράζει η πρώτη μέρα του αιώνος
οι ιαχές αμίμητων λυράρηδων

Φοίβου, Καρβέλα και λοιπών μας κατακλύζουν.
Πως θα
κανα το ρεβεγιόν στο δρόμο δεν το πίστευα.
Ξανθομαλλούσα καλλονή διαβάζει Τζούλια Κρίστεβα
σ’ ένα παγκάκι στη Σταδίου. Μας ορίζουν

και οι κλοσάρ και η ποπ και η κουλτούρα.
Δες, ξημερώνει η πρώτη πρώτου δυο χιλιάδες
με όλα της τα συμπράγκαλα. Κατούρα
στου μέλλοντος κι εσύ τις συμπληγάδες !

Η δόξα της ανεμελιάς, 2008

.

Σαν έρθει η ώρα του θανάτου μου ηχούν
πένθιμα οι σάλπιγγες, μα ο θρήνος πλεονάζει.
Στην αγκαλιά μου αργοσβήνουν, ξαναζούν
μια μια οι ώρες των ερώτων μου. Χαράζει

απ’ τις απέναντι κορφές το μαύρο άστρο
που
ναι της νέκρας ήλιος. Είναι μυροφόρος
η κοπελιά που πλάι μου κείται. Φίνο κι άσπρο
φουστάνι φέρει. Τη ρωτάω «οδοιπόρος

είσαι κι εσύ εδώ στον Άδη ή μήπως σφάλλω;»
«Ω ναι» αποκρίνεται εκείνη λυπημένη.
«Μα μη σκοτίζεσαι» της λέω «χαρισμένη

είναι σε μας η αθανασία και γουστάρω
αν συμφωνείς να πάμε, αγάπη μου, και τσάρ
κα
στον ποταμό Αχέροντα με βάρκα».

Η δόξα της ανεμελιάς, 2008