– Για πες μου μούτσε, το λοιπόν, θαλασσινός κι ο γέρος;
– Ψαράς. Θαλασσοπνίχτηκε, πολύ καιρό χαμένος.
Όλο ξενοκοιμότανε και πάντα σ’ άλλο μέρος,
Ώσπου μια μέρα βρέθηκε στα βράχια ξαπλωμένος.

Η μάνα μου τον έκλαιγε σ’ ένα νεκροταφείο
Μπροστά σε τάφο αδειανό χωρίς νεκρού κουφάρι…
Μοναδικό της στήριγμα στ’ αδέλφια μου τα δύο,
Έμεινα ‘γώ να πνίγομαι για των μικρών τη χάρη.

– Τίποτα δεν ξεβράστηκε ποτέ στην παραλία;
– Μόνο δυο ξυλοπάπουτσα κι αν έχει σημασία,
Ένα κουτί, που έμπαινε της πίπας ο καπνός.

Τώρα τον κλαίει η μάνα μου, τις Κυριακές στο μνήμα
Έτσι να ξεκουράζεται. Εγώ κοιτώ το κύμα
Και θέλω μεγαλώνοντας να γίνω ναυτικός.

Ακτή των Νεκρών

Άνθρωποι της θάλασσας,  2009

Advertisements