.

Σωστά· λοιπόν, η λύσσα αυτή ας κοπάσει
κι η ματαιοδοξία μας η μεγάλη,
γιατί μπορεί να ονειρευτούμε πάλι·
κι αλήθεια, στην παράξενη αυτή πλάση,
μόνο όνειρο είναι η ζωή. Κι η πείρα
μού έδειξε πως ζούμε στ’ όνειρό μας
ό,τι πιστεύουμε για τον εαυτό μας,
ώσπου ν’ αφυπνιστούμε από τη μοίρα.
Σ’ όνειρο ο βασιλιάς έχει την πλάνη
ότι διατάζει, ορίζει, βασιλεύει,
αλλά οι ιαχές, τα ζήτω που μαζεύει,
δανεικά είναι· ο θάνατος τα κάνει
στάχτες και τα σκορπίζει στον αέρα.
Ποιος θα
θελε άραγε να κυβερνήσει
ξέροντας ότι πρέπει να ξυπνήσει
σ’ ένα όνειρο θανάτου κάποια μέρα;
Όνειρο βλέπει ο πλούσιος πως φυλάει
με κόπο τόσα πλούτη· όνειρο πάλι
βλέπει ο φτωχός τη φτώχεια τη μεγάλη
όνειρο αυτός που η τύχη του γελάει,
κι αυτός που με τις προσβολές χορταίνει
το μίσος του, κι αυτός που δάφνες δρέπει,
τι είν’ ο καθένας, σ’ όνειρο το βλέπει,
αλλά κανείς δεν το καταλαβαίνει.
Κι εγώ, το ότι ήμουν χθες σ’ ένα παλάτι,
όνειρο το
δα· κι όνειρο είναι πάλι
πως στο κελί δεμένο μ’ έχουν βάλει.
Τι είν’ η ζωή; Ένα ψέμα, μια αυταπάτη,
μια χίμαιρα, μια σκιά. Στιγμή στου απείρου
το χάος είν’ ό,τι φαίνεται μεγάλο.
Γιατί η ζωή είν’ ένα όνειρο, τι άλλο!
Και τα όνειρα, είναι όνειρο του ονείρου.

Πέδρο Καλδερόν ντε λα Μπάρκα, Η ζωή είναι όνειρο,
Δράμα σε τρεις “ημέρες”, μτφρ. Νίκος Χατζόπουλος, 2003

.

Aποκαλύπτεται ο Σιγισμούνδος, αλυσοδεμένος,
ντυμένος με τομάρια ζώων, και κρατώντας ένα λυχνάρι.

Ο άμοιρος εγώ, ο δυστυχισμένος!
Με βλέπεις, ουρανέ, πόσο υποφέρω
·
πες μου: τόσο πολύ σ’ έχω προσβάλλει
που ήρθα στον κόσμο, κι έχεις επιβάλλει
τέτοια σκληρή ποινή; Αν κι ίσως ξέρω
γιατί η γέννησή μου είν’ η αιτία
να λιώνω εδώ, σε μαύρη φυλακή:
η γέννηση του ανθρώπου μόνο αρκεί,
αυτή
ναι η πιο μεγάλη του αμαρτία.
Μα σε ρωτώ, ουρανέ, κι εσύ αποκρίσου,
να βρω μια λογική στα βάσανά μου:
έξω απ’ τη γέννηση, ποιό έγκλημά μου
προκάλεσε τη φοβερή οργή σου
για να
χω τέτοια τύχη; Δεν γεννιούνται
στον κόσμο πλάσματα άλλα; Αυτά τί κάνουν;
Γιατί τόσα προνόμια απολαμβάνουν,
προνόμια που εμένα μου στερούνται;
Γεννιέται το πουλί, και κελαηδάει,
ίσα-ίσα μια μικρή μπάλα από χνούδι,
όμορφο, λες, σαν φτερωτό λουλούδι
η φύση το
χει πλάσει. Όμως πετάει,
αρνιέται της φωλιάς την προστασία
σκίζει τη διάφανη οροφή του κόσμου
·
κι εγώ, με πιο πολλή ψυχή εντός μου,
λιγότερη να έχω ελευθερία;
Γεννιέται και το αγρίμι, στολισμένο
μ’ όμορφα στίγματα, λες και η φύση
μ’ αστερισμούς τού έχει ζωγραφίσει
το δέρμα. Μα σαν νιώσει πεινασμένο,
θα δείξει την τυφλή του θηριωδία
και άγρια θα ξεσκίσει τη βορά του
·
κι εγώ, που ένστικτα έχω ανώτερά του,
λιγότερη να έχω ελευθερία;
Γεννιέται και το ψάρι, τυφλό σπέρμα
του αφρού και των φυκιών, κι ούτε αναπνέει,
άβουλο μες στα κύματα επιπλέει
σαν ασημένια βάρκα δίχως έρμα.
Κι όμως, βουτά στην άβυσσο την κρύα,
τα απύθμενά της βάθη να μετρήσει
·
κι εγώ, που έχω βούληση και κρίση,
λιγότερη να έχω ελευθερία;
Γεννιέται το ρυάκι, στα λουλούδια
ανάμεσα τις σπείρες ξεδιπλώνει
σαν φίδι που ολοένα μεγαλώνει.
Κι αμέσως, με κελαρυστά τραγούδια,
υμνεί του κάμπου τη γενναιοδωρία
κι ελεύθερο κυλάει, χωρίς εμπόδιο
·
κι εγώ, που έχω της ζωής το εφόδιο,
λιγότερη να έχω ελευθερία;
Η σκέψη αυτή μαρτύριο μού
χει γίνει,
ηφαίστειο που μου καίει τα σωθικά μου,
και μου
ρχεται να κάνω την καρδιά μου
χίλια κομμάτια. Ποια δικαιοσύνη,
ποια λογική, ποιοι νόμοι έχουν στερήσει
από τον άνθρωπο ένα δώρο θείο
που απλόχερα χαρίζουν στο θηρίο,
στο ψάρι, στο πουλί, σ’ όλη τη φύση;

Πέδρο Καλδερόν ντε λα Μπάρκα, Η ζωή είναι όνειρο,
Δράμα σε τρεις «ημέρες», μτφρ. Νίκος Χατζόπουλος, 2003