.

Αργεί το φως. Στέκεται, με κοιτά,
δονείται η ανάσα του στη δύση.
Απέθαντη η μέρα, ο Νέβας τα νερά
σε φλέβα από γρανίτη έχει κλείσει.

Το νήμα μιας αχτίδας πλέκεται μαζί
με υφάδι της ματιάς, θα σχηματίσω
από την ύλη του μια στέρεη μορφή
και πάνω της τα χνάρια μου θ’ αφήσω.

Τα χέρια μου ακουμπούν στην κουπαστή
της γέφυρας, τ’ ατσάλι πού ’χει λιώσει
σ’ ένα χυτήριο της Πετρούπολης, θα ’ρθεί
ανάλαφρο σαν το φτερό και θα με νιώσει.

Απορημένα τα πλοιάρια των ψυχών
περνούν κάτω απ’ τα πόδια μου, ρωτάνε
αν πλέω με τον κόσμο τους, αν έχω αδερφό
αν κάποιες σκέψεις άδικες με τυραννάνε.

Βαστούν τον ουρανό οι αυλακώσεις των νερών
στο ύψος του, ο ήλιος τώρα όλες
αποσυντόνισε τις ώρες των δεικτών
με πλάγιο φως, λαξεύοντας τις όχθες.

Το φως διχάζει σκέψεις και σιωπή
κι απλώνεται χαλί στα βήματά μου,
η γέφυρα που πάτησα απόψε θα χαθεί
μ’ έναν ψιθυρισμό αγάπης και θανάτου.

Σημείο Πετρούπολης, 2010