.

Όταν ο ήλιος έδυσε
στο πιο φτηνό κατέλυσα
πανδοχείο της Γκότα.

Μες στους πολλούς
που συνωστίζονταν εκεί
γνώρισα έναν λυπημένο.
«Σαν και πρώτα

αν ήταν οι καιροί, θα ’ταν καλά
όμως δεν είναι πια».
Σιγοψιθύριζε ετούτο
το τραγούδι.

Μετά από χρόνια έμαθα
μονάχος πέθανε κι αυτός.
στον τάφο του ένα
λουλούδι

δεν άφησε κανείς, ως λένε, αλλά
αίφνης για χάρη του ο Θεός
χαμήλωσε τα φώτα
και στο σκοτάδι βύθισε
την Γκότα.

Η δόξα της ανεμελιάς, 2008

.

Στίλβουσα και φιλάρεσκη σαν καλλιστείων καλλονή
ξεμύτισε η σελήνη
κι ο ήλιος πλάι της μούτρωνε από την τόση ζήλια του
και έδυε εν οδύνη.

Ο φλοίσβος έκανε μουρλός τσαλίμια για τα μάτια της,
τον έλουζε ιδρώτας
κι εκστατικοί καθρέφτιζαν την όψη της ο Ιλισός,
ο Κηφισός κι ο Ευρώτας.

Αλκοόλη αβέρτα σέρβιραν οι μπάρμαν. Για τη χάρη της
οι κόρνες κελαηδούσαν
κι από τον τόσο καύσωνα μπουστάκια αραχνοΰφαντα
λύνονταν και γλιστρούσαν.

Μέσα στα υπόγεια γκαράζ τα γιωταχί ανάβανε
τα φώτα τους με βιάση
και το ένα το άλλο γύρευε φουλάροντας τα γκάζια του
να πάει να προσπεράσει.

Κι ένα σκυλί αδέσποτο λαχάνιαζε αγριεύοντας
πίσω απ’ το καβασάκι
που αίφνης εγώ καβάλησα στα πισωκάπουλα έχοντας
την Τάνια, το αγριμάκι.

Κάτω από τέντα θερινή άγρυπνη μας ανέμενε
μιας ντισκοτέκ η πίστα
που με φρενήρες λίκνισμα σειότανε και ξόρκιζε
των φουσκωτών τη νύστα.

Εκεί ουίσκια έρεαν και βότκες απ’ τα χέρια μιας
γόησσας σερβιτόρας
που χε ζωσμένο τον λαιμό με γαϊτανάκι διαμαντιών
με τ’ άρωμα της μπόρας.

Η ομορφιά της άστραφτε στο κλαμπ το θεοσκότεινο
σαν θησαυρός σε υπόγα,
μούσκεμα προσκολλιότανε στο στήθος το μπλουζάκι της
τσιτώνοντας τη ρώγα.

Και τα βαμμένα της μαλλιά, τα πλατινέ κυλάγανε
στους τορνευτούς της ώμους,
να την αδράξω έσπευδα, μα γλίστραγε ανάρπαστη
στου κλαμπ τους διαδρόμους.

Σκαμπρόζικα τα βλέμματα τριγύρω μου κορώνανε
σαν φο μπιζού τριζάτα,
κι αστραποβόλο κόσμημα ήταν μιας γάτας η ματιά
που μ’ έθελγε σταράτα.

Από τα ηχεία σάλπιζε δεινό μπιτάκι επίμονο,
νυκτόβιο ξυπνητήρι,
το ρούμι αναλωνότανε αφήνοντας μια στάλα αφρού
επάνω στο ποτήρι.

Κι ενώ είχε εκδράμει θαλερό το οινόπνευμα στις φλέβες μου
σμίγοντας με το αίμα,
πάλαι ποτέ νηφάλιος ο νους μου ξάφνου φόρεσε
λάβρου μπεκρή το στέμμα.

Κάτω απ’ τα ψηλοτάκουνα ξεσαλωμένων κοριτσιών
και το χαλί βλασταίνει,
γιατί μασχάλες αλμυρές τολμούν και το ραντίζουνε
με κάψα ξαναμμένη.

Εκεί που η νύχτα γεύεται τον έφηβο πανζουρλισμό
λίγο πριν ξημερώσει
κι αίφνης δοθεί η υφήλιος στου ήλιου τη σάρκα τη μεστή
που πάει να την οργώσει.

Στίλβουσα και φιλάρεσκη η νιότη μου οδηγήθηκε
από τον κωπηλάτη
Έρωτα σε ύδατα αβαθή του ξενυχτιού διαπλέοντας
τα μήκη και τα πλάτη.

Ποιητική, τχ. 4, 2009

.

Έκλεισε απόψε το χιόνι τους δρόμους.
Έχει η ζωή δικούς της νόμους.

Σκληροί κι αμείλικτοι ενίοτε φαντάζουν
άλλοτε πάλι μοιάζουν δίκαιοι κι ορθοί.

Χάρη σ’ αυτούς μένει απαράλλαχτη η ζωή
μα αγάλι αγάλι οι νομοθέτες δοκιμάζουν

να την αλλάξουν προς στιγμήν, όπως το χιόνι
τη διάθεσή μου αλλάζει σαν κυκλώνει

μ’ άσπρες νιφάδες εκείνους που
τον δρόμο χάσανε του γυρισμού.

Η δόξα της ανεμελιάς, 2008

Χαιρετισμό στερνό απόψε σου απευθύνω,
Ποιητή των όλων, Νεφεληγερέτη, Μάστορα.
Του έργου σου το μεγαλείο δεν θα κρίνω.
Μπροστά σου άφωνος θα στέκω ώσπου το χέρι

ενός απ’ τους αγγέλους σου νά ρθει να μ’ ευλογήσει.
Θυμάμαι έναν λουθηρανό πάστορα
που έλεγε με περίσκεψη πως σαν ο ήλιος δύσει
στου πλήρους σκότους αποσύρεται τα μέρη.

Κοινοτοπίες, σχόλια για να περνά η ώρα
κι όμως ηχούν πολύτιμα τώρα που ξεμακραίνω
κι εγώ απ’ τη ζωή. Στου βίου μου την αιώρα
κούρνιαζα πριν μ’ απαρνηθεί η θνητή μου φύση.

Του Άδη τη θύρα τώρα αργοδιαβαίνω
μες στων νεκρών ψυχών την κατηφόρα.
«Άρατε πύλες» κάποιος κραύγασε. Ποιος όμως;
Ο θάνατος, που είν’ της ζωής η διχοτόμος.

Στα δυο την κόβει εν τάχει κι έπειτα αφανίζεται.
Στη θεοσκότεινη γωνιά του πάει κι οδύρεται
γιατί πιο πέρα κι απ’ αυτόν μας αναμένει
νέα ζωή, μελλούμενη, περίσσια
σαν το φεγγάρι που όταν γείρει ο ήλιος βγαίνει
πίσω απ’ του ησυχαστηρίου τα κυπαρίσσια.

Η δόξα της ανεμελιάς, 2008

.

Λυπάμαι τον Τζιορτζιόνε.
Τον γήτευαν οι ομορφιές
μιας κοιμωμένης Αφροδίτης, μιας Μαντόνας.
Της λήθης λεία γίνανε κι αυτές.

 Του λόγου του ως καλός τεχνίτης
την τέχνη του αναπαριστούσε
σε όψεις ανθρώπων, στης φύσης
τις σκηνές που αγαπούσε.

 Δεν του αποδίδονται πολλά έργα
κι είν’ λιγοστές γι’ αυτόν οι όποιες πληροφορίες
μα ο πίνακάς του Η  καταιγίδα
δίνει τροφή για σχόλια και πλήθος ερμηνείες.

 Γράφει δυο λόγια για τον βίο του ο Βαζάρι
ότι βρεθήκανε με τον Ντα Βίντσι μια φορά
πως δάσκαλός του ήταν ο Μπελίνι
κι αυτό μας αφορά.

 Στην Καταιγίδα ας μείνουμε ωστόσο, έχει την όψη
του αινίγματος που είναι η ζωή.
Είναι τα αινίγματα που τρέφουνε τους μύθους
και δίνουν στις εμπνεύσεις μας πνοή.

Της λήθης λεία γίνανε κι αυτές.
Σύντομη πλην υμνητική
μια αναφορά επιφυλάσσουν στον Τζιορτζιόνε
της τέχνης οι ιστορικοί.

Η δόξα της ανεμελιάς, 2008

.

Κλέφτες, τσακάλια, λωποδύτες,
προέδροι, σύμβουλοι, αγιογδύτες.

Μικροί υπουργίσκοι, ιδιαιτέρες,
πανούκλα, μούργα και εταίρες.

Γραμματικοί και ποιητάδες,
κατουροκάνατα, χουρμάδες.

Ανθρωπογλείφτες και κλανιόλες,
υπαλληλίσκοι και ξεκώλες.

Κομματικοί, ειδησεογράφοι,
οι χατζηαβάτες και οι τάφοι.

Ακαδημία και δασκάλοι,
μολυβοσπρώχτες μα και κάλοι!

Ελλάδα όμορφη και νέα
δεν είν’ στον κόσμο πιο ωραία . . .

Πλανόδιον, τχ. 49, Δεκέμβριος 2010

.

Με χάρη αλαφροπάτητης ελάφου των ονείρων
γέρνεις το χέρι σου ευθύς στο πλουμιστό σου στήθος.
Απ’ των χειλιών σου τη σχισμή ξεμύτισε ο μύθος
της άνοιξης κι η ευωδιά φρεσκολουσμένων μύρων

τυλίγει αργά το σώμα σου που γεύομαι κι αγγίζω.
Στης ομορφιάς σου τη σκιά πολλών ματιών μελίσσι
σπεύδει και περιστρέφεται. Σ’ απύθμενο μεθύσι
καλεί του Μάη η ατόφια γη τον ουρανό τον γκρίζο.

Σαν σε κοιτώ να στέκεσαι και με τα δάχτυλά σου
να στρώνεις το άσπρο φόρεμα που διάλεξες για απόψε
ο καβαλάρης νιώθω εγώ πως είμαι του Πηγάσου

κι εσύ φωνή αναγγέλλουσα «Σήκω» μου λές «και κόψε
έν’ άνθος. Χάρισέ μου το γοργά για να ξηλώσει
το πάλλευκό μου νυφικό του έρωτα η βρώση».

Η δόξα της ανεμελιάς, 2008

.

Πόσες ώρες θυσίασες, εαυτέ ταξιδιάρη,
τα πελάγη κοιτάζοντας και τα πέρα βουνά,
καρτερώντας παλίρροια ταξιδιών να σε πάρει
απ’ τα φώτα του τίποτα στο λευκό πουθενά.

Τι σοφία σπατάλησες, εαυτέ στιχοπλέκτη,
τις προτάσεις σου σπέρνοντας σε απότιστη γη
και ποθώντας η ποίηση, σα μια αίσθηση έκτη,
ν’ αναγάγει το χάος σου σε γαλήνια σιγή.

Πόσο θάνατο ξόδεψες, εαυτέ ριψασπίδα,
προσπερνώντας τη γένεση σιωπηλής ενοχής
και ρολόγια συνείδησης αγνοώντας, μ’ ελπίδα
ν’ ανταλλάξεις τη ζήση σου με ειρήνη ψυχής.

Εαυτοί, στις τρεις διαστάσεις σας με χτίσατε
κι ούτε στιγμής ελευθερία δε μ’ αφήσατε . . .

Όσο υπάρχει ποίηση, 6 Δαφνοστέφανα, 1993

.

Τεχνίτης μ’ όνομα φτωχό
γλιστρά και σπάει στον άνεμο
η φήμη του πέτρα κλειστή
τον άνεμο προτρέπει.
Πες τη φωνή μου καθαρά
σε όσους είναι κύματα
κι ορθώνονται για να βιαστεί
του χρόνου η συγκατάβαση.
Αναψηλάφηση ζεστή
πλάι στου σφυριού τον ήχο
κι άσε να με εκλάβουνε
ως γύρη απανταχού
παρούσα γύρη τεχνητή
βροχή που τους αξίζει.

Στην αγκαλιά του κύκλου, 2004

.

α

Ψυχή δεν έχεις
Άλλο καταφύγιο
Στον κόσμο τούτο

Μονάχ’ αυτούς τους τοίχους
Αυτούς τους πέντε στίχους

β

Πέφτει το βράδι
Λουφάζουν στη μονιά τους
Όλα τ’ αγρίμια

Πάψε κι εσύ ψυχή μου
Τη σελήνη ν’ αλυχτάς

γ

Όσο κι αν τρέχει
Ο λαγός το βόλι τρέχει
Γρηγορότερα

Κανείς λαγός ωστόσο
Δεν το πίστεψε ακόμα

δ

Βόλι που φεύγει
Απ’ το όπλο δίχως στόχο
Τη βολή του χάνει

Αστόχαστα τελειώνει
Στην καρδιά του μηδενός

ε

Ίσια στα μάτια
Το θάνατο κοιτώντας
Τον ημέρεψα

Άτρομα το κεφάλι
Χώνω στα σαγόνια του

στ

Βολίδα ρίχνει
Ο βουτηχτής μετρώντας
Το κουράγιο του

Μαργαριτάρι λάμπει
Στον πυθμένα ο θάνατος

ζ

Θαμπέ καθρέφτη
Στο γυαλί σου φυλακίζεις
Τα είδωλά μας

Μες στα θολά νερά σου
Αμέτρητοι πνιγμένοι

Ανεπαισθήτως, μια έκδοση του Πλανοδίου, τχ. 1, 1987

.
Είναι  η  Μούσα  μου  μοιραία
δέσποινα  με  καλσόν.
Στην  πόλη  μας  από  μπετόν
υψώνεται  ακεραία

στου  ήλιου  το  πλάι  να  βρεθεί
στο  θόλο  τον  πριγκηπικό.
Μεταξωτό  φορά  βρακί
και  την  ποθούν  ένα  σωρό

φιλότεχνοι  αχρείοι
έτσι  που  σεργιανάει  με  χάρη.
Τώρα  που  ο  έρωτάς  μας  δύει
στο  κρυφό  της  συρτάρι

βρίσκω  τετράστιχα  γραμμένα
με  τέχνη  ισόθεου  αοιδού
που  έλειπε  πάντοτε   από  μένα.
Μασάει  τα  λόγια  της , «Στο  νου

άλλον  δεν  έχω  παρά  μόνο
εσένα  υμνητή  μου  ατσίδα!»
Αλλού  αυτά , της  λέω. Τη  διώχνω
ως  οπτασία  που  δεν  είδα.

poeticanet.com, 2007
 
.
Οξύβοα κουνούπια, αναίσχυντα, που το αίμα μας ρουφάτε,
διπτέρυγα της νύχτας κνώδαλα, ζητώ μια χάρη:
τη Ζηνοφίλα αφήστε ήσυχη μια στάλα ύπνο να πάρει
και ιδού, σπεύστε, κατασπαράξτε τα δικά μου μέλη.
Αλλά τι μάταια φλυαρώ; Αφού και τα ανάλγητα θηρία
τέρπονται με το δέρμα της το τρυφερό σαν μέλι.
Μόνο αγγίξτε την, σιχαμερά ζωύφια, αν τολμάτε:
Θα νιώστε των ζηλότυπων χεριών μου τη μανία.
  

* * *

Κουνούπι, πέταξε, ταχύς αγγελιαφόρος, κι ακουμπώντας
στο αυτί της Ζηνοφίλας τρυφερά ψιθύρισέ της:
«Άγρυπνος σε προσμένει κι εσύ, την αγάπη του ξεχνώντας,
κοιμάσαι.» Εμπρός, φιλόμουσε, πέτα και μίλησέ της
σιγά, μονάχα τον ομόκλινό της μην ξυπνήσεις
και την οδυνηρή ζηλοτυπία του ερεθίσεις.
Κι αν τη μικρή μού φέρεις, με δορά λέοντος θα σε στέψω,
κουνούπι, και να φέρεις ρόπαλο θα σου επιτρέψω.
 
Ερωτικά επιγράμματα, 1999

.

Τα σιταρένια φάσματα
ανήκουν στην ματιά σου
νυφούλα του Πηγάσου
γαλάζια υφάσματα

σου πλέξαν την ανταύγεια
μιας κόρης αφανούς
λύσε μου τους λωτούς
κουρδίζοντας τα μάγια

τοξεύουνε τα κύτταρα
χαρμόσυνα βραχιόλια
και ζωντανεύουν ύστερα

σουτιέν καβούρια και δεσμοί
θροΐζουσα φουριόζα
στη νεραϊδοσχισμή.

Σπίρτα χειρός, 2002

.

Τη Δευτέρα ο άνθρωπος ξυπνά,
ακούγοντας αγγέλων ωσαννά
να θρυμματίζονται την Τρίτη,
όπως ο Ίκαρος από την Κρήτη.

Βουτά στο ακρογιάλι της Τετάρτης,
όπου ορθώνεται ο Χρόνος, ο αντάρτης!

Ευθύς, χωρίς ελάχιστη αμφιβολία,
ολοταχώς αλλάζει την πορεία.
Στους ώμους του φορτώνεται την Πέμπτη
κατάρες περιλούζοντας το empty . . .

Αγκυροβόλιο την Παρασκευή,
όταν χωρίς καμία προπαρασκευή,
βαδίζει κουρδισμένος για το Σάββατο.
Διαγούμισμα μήπως στο Άβατο;

Η Κυριακή, μια συνετή μητέρα,
απογειώνει τη Δευτέρα στον αέρα.

poiein.gr, 2007 (1993)

.

Η νύχτα περικύκλωσε τα σπίτια και τα δέντρα.
Βολίδα πάει τ’ αμάξι μου και φούλαρα το γκάζι.
Στην επιφάνεια τ’ ουρανού τώρα επιπλέει κι η πέτρα
του φεγγαριού που στους ποιητές ιδέες βάζει.

Βολίδα πάει τ’ αμάξι μου και φούλαρα το γκάζι.
Παιδιά είναι οι στίχοι κι είμαι εγώ δεινός Ηρώδης.
Του φεγγαριού που στους ποιητές ιδέες βάζει
με ταλανίζουν οι γητειές οι πιο νευρώδεις.

Παιδιά είναι οι στίχοι κι είμαι εγώ δεινός Ηρώδης.
Με αναφορές σε κάστρα, δράκους, δεσποσύνες
με ταλανίζουν οι γητειές οι πιο νευρώδεις.
Νεογοτθικές καλλιεργώ λειχήνες.

Με αναφορές σε κάστρα, δράκους, δεσποσύνες
δεν μένει πια και τίποτε να υμνήσω.
Νεογοτθικές καλλιεργώ λειχήνες.
Ποιος τσίλιες θα κρατά και ποιος το ίσο;

Δεν μένει πια και τίποτε να υμνήσω,
άμα χαλάσει το ντεκόρ του Λαμαρτίνου.
Ποιος τσίλιες θα κρατά και ποιος το ίσο
του Προβηγκιανού και του Λατίνου;

Άμα χαλάσει το ντεκόρ του Λαμαρτίνου,
Θεός βοηθός! Πού τα ποτάμια, πού τα δάση;
Του Προβηγκιανού και του Λατίνου
τα λυρικά σταυρόλεξα έχω ξεχάσει.

Θεός βοηθός! Πού τα ποτάμια, πού τα δάση;
Είμαστε αισίως πια στο δυο χιλιάδες δέκα.
Τα λυρικά σταυρόλεξα έχω ξεχάσει
και στου μπιλιάρδου παραδίδομαι τη στέκα.

Είμαστε αισίως πια στο δυο χιλιάδες δέκα
κι ενώ εντρυφώ σκυφτός στην τσόχα μες στο ημίφως
και στου μπιλιάρδου παραδίδομαι τη στέκα,
δύει κι η σελήνη και διαλύομαι ησύχως.

Κι ενώ εντρυφώ σκυφτός στην τσόχα μες στο ημίφως,
αστήρ ακάθεκτος μες στ’ άκαρπα ξενύχτια,
δύει κι η σελήνη και διαλύομαι ησύχως.
Ο ήλιος περικύκλωσε τα δέντρα και τα σπίτια.

Πρώτη δημοσίευση

.

α΄

Ελάτε λέξεις
Και κουρνιάστε σαν πουλιά
Σ’ αυτούς τους στίχους


β΄

Αυτοί οι στίχοι
Τείχη ενάντια στις ορδές
Βάρβαρων ήχων


γ΄

Ύπτιος ποιητής
Ιπτάμενο τραγούδι
Ονειρεύεται


δ΄

Άπτερες λέξεις
Σα μαδημένα πουλιά
Σέρνονται χάμω


ε΄

Άγουρο ακόμα
Κόπηκε το ποίημα
Τώρα σαπίζει


στ΄

Αυτός ο έρωτας
Στο ποίημα δε χωράει
Το περιέχει


ζ΄

Μη με λυπάσαι
Ποίηση πάρε το φως μου
Φτάνει να λάμψεις

.

Ανεπαισθήτως, μια έκδοση του Πλανοδίου, τχ. 1, 1987

.
Πηδάλιο μηχανής κοπέλα
φάσμα οδού περαστικό
το κράνος προστατεύει απ’ το κακό
όμως η σέλα

στους αναβάτες της επιφυλάσσει
της πτώσεως αιφνίδιο συμβάν
οι φίλοι κοιμωμένη θα σε παν
θα έχουν χάσει

της ιππασίας σου την υπό προθεσμία αύρα
ανυποψίαστη καθώς κρατούσες το τιμόνι
θρηνούν μια μηχανόβια ανεμώνη
με γκάζια μαύρα.

Σπίρτα χειρός, 2002

.

Σωστά· λοιπόν, η λύσσα αυτή ας κοπάσει
κι η ματαιοδοξία μας η μεγάλη,
γιατί μπορεί να ονειρευτούμε πάλι·
κι αλήθεια, στην παράξενη αυτή πλάση,
μόνο όνειρο είναι η ζωή. Κι η πείρα
μού έδειξε πως ζούμε στ’ όνειρό μας
ό,τι πιστεύουμε για τον εαυτό μας,
ώσπου ν’ αφυπνιστούμε από τη μοίρα.
Σ’ όνειρο ο βασιλιάς έχει την πλάνη
ότι διατάζει, ορίζει, βασιλεύει,
αλλά οι ιαχές, τα ζήτω που μαζεύει,
δανεικά είναι· ο θάνατος τα κάνει
στάχτες και τα σκορπίζει στον αέρα.
Ποιος θα
θελε άραγε να κυβερνήσει
ξέροντας ότι πρέπει να ξυπνήσει
σ’ ένα όνειρο θανάτου κάποια μέρα;
Όνειρο βλέπει ο πλούσιος πως φυλάει
με κόπο τόσα πλούτη· όνειρο πάλι
βλέπει ο φτωχός τη φτώχεια τη μεγάλη
όνειρο αυτός που η τύχη του γελάει,
κι αυτός που με τις προσβολές χορταίνει
το μίσος του, κι αυτός που δάφνες δρέπει,
τι είν’ ο καθένας, σ’ όνειρο το βλέπει,
αλλά κανείς δεν το καταλαβαίνει.
Κι εγώ, το ότι ήμουν χθες σ’ ένα παλάτι,
όνειρο το
δα· κι όνειρο είναι πάλι
πως στο κελί δεμένο μ’ έχουν βάλει.
Τι είν’ η ζωή; Ένα ψέμα, μια αυταπάτη,
μια χίμαιρα, μια σκιά. Στιγμή στου απείρου
το χάος είν’ ό,τι φαίνεται μεγάλο.
Γιατί η ζωή είν’ ένα όνειρο, τι άλλο!
Και τα όνειρα, είναι όνειρο του ονείρου.

Πέδρο Καλδερόν ντε λα Μπάρκα, Η ζωή είναι όνειρο,
Δράμα σε τρεις “ημέρες”, μτφρ. Νίκος Χατζόπουλος, 2003

– Για πες μου μούτσε, το λοιπόν, θαλασσινός κι ο γέρος;
– Ψαράς. Θαλασσοπνίχτηκε, πολύ καιρό χαμένος.
Όλο ξενοκοιμότανε και πάντα σ’ άλλο μέρος,
Ώσπου μια μέρα βρέθηκε στα βράχια ξαπλωμένος.

Η μάνα μου τον έκλαιγε σ’ ένα νεκροταφείο
Μπροστά σε τάφο αδειανό χωρίς νεκρού κουφάρι…
Μοναδικό της στήριγμα στ’ αδέλφια μου τα δύο,
Έμεινα ‘γώ να πνίγομαι για των μικρών τη χάρη.

– Τίποτα δεν ξεβράστηκε ποτέ στην παραλία;
– Μόνο δυο ξυλοπάπουτσα κι αν έχει σημασία,
Ένα κουτί, που έμπαινε της πίπας ο καπνός.

Τώρα τον κλαίει η μάνα μου, τις Κυριακές στο μνήμα
Έτσι να ξεκουράζεται. Εγώ κοιτώ το κύμα
Και θέλω μεγαλώνοντας να γίνω ναυτικός.

Ακτή των Νεκρών

Άνθρωποι της θάλασσας,  2009

.

Ευχές στη φιέστα ανταλλάσσουμε και πάμε
μια ώρα αρχύτερα ευτυχείς να κοιμηθούμε.
Ναι, το μη χείρον βέλτιστον ! « Πεινάμε »
φωνάζουν οι φτωχοί κι εμείς ακούμε

τις οιμωγές ρακένδυτων λιμάρηδων
αστέγων καθημένων στην Κλαυθμώνος.
Καθώς χαράζει η πρώτη μέρα του αιώνος
οι ιαχές αμίμητων λυράρηδων

Φοίβου, Καρβέλα και λοιπών μας κατακλύζουν.
Πως θα
κανα το ρεβεγιόν στο δρόμο δεν το πίστευα.
Ξανθομαλλούσα καλλονή διαβάζει Τζούλια Κρίστεβα
σ’ ένα παγκάκι στη Σταδίου. Μας ορίζουν

και οι κλοσάρ και η ποπ και η κουλτούρα.
Δες, ξημερώνει η πρώτη πρώτου δυο χιλιάδες
με όλα της τα συμπράγκαλα. Κατούρα
στου μέλλοντος κι εσύ τις συμπληγάδες !

Η δόξα της ανεμελιάς, 2008