10. Ανθολογία Αυγής, Φωκάς, 12.11.14

Advertisements

Marios Prasinos_1982

* * *

Ήταν δυο δρόμοι που αποκλίναν μες στο δάσος.
Μα δεν μπορούσα να τους πάρω και τους δύο
Χωρίς να γίνω ο ίδιος δύο∙ λυπημένα
Ακολουθούσα με το βλέμμα μου τον ένα
Για να τον χάσω μες στη χλόη σ’ ένα σημείο.

Πήρα τον άλλον κι έμοιαζε καλά να κάνω∙
Ίσως και να χε ένα δικαίωμα παραπάνω
Όντας πιο θαλερός, λιγότερο φθαρμένος,
Μ’ όλο που ως προς αυτό σχεδόν δεν διαφέραν∙
Ήταν κι αυτός περίπου εξίσου πατημένος.

Κι οι δυο ξετυλιγόνταν σκεπασμένοι ακόμη
Φύλλα πρωινά, ίδιοι απαράλλαχτοι, όμως
Κράτησα εγώ τον πρώτο για μιαν άλλη μέρα∙
Αν κι οδηγώντας σ’ άλλους δρόμους κάθε δρόμος
Επιστροφή δεν έχουν όσο ξέρω οι δρόμοι.

Θα λέω με στεναγμό σαν θα μαι πολύ γέρος,
Βρήκα δυο δρόμους που αποκλίναν σ’ ένα μέρος
Και πήρα αυτόν που χε περπατηθεί πιο λίγο
(χωρίς να θέλω και τον άλλον ν’ αποφύγω)∙
Κι άλλαξε αυτό για πάντα τη ζωή μου.

Πηγή:
Ρόμπερτ Φροστ, Εικοσιπέντε ποιήματα, 1997

Εικονογράφηση:
Μάριος Πράσινος, 1982

Marios Prasinos_1964 (1)

 

***

Τίνος είναι τα δάση αυτά, θαρρώ το ξέρω.
Ωστόσο μένει στο χωριό, κι ενώ το στρώνει
Δεν θα το μάθει πως σταμάτησα εδώ πέρα
Να δω που σκέπασε τα δάση του το χιόνι.

Στ’ αλογατάκι μου θα μοιάζει ξένο πράμα
Που σταματώ καθώς δεν βλέπει γύρω σπίτι
Τούτο το πιο σκοταδερό του χρόνου βράδυ
Δίπλα σε δάση και μια παγωμένη κοίτη.

Δίνει ένα σείσμα στα κουδούνια της σαγής του
Ρωτώντας μήπως έχει γίνει κάποιο λάθος
Πέρα απ’ αυτό μόνο το θρόισμα των νιφάδων
Κι ο άνεμος θωπευτικός από το βάθος.

Χαριτωμένα, σκοτεινά, πυκνά τα δάση
Μα εγώ χω ακόμα μίλια εμπρός μου για να φτάσω
Κι έχω ένα πλήθος υποσχέσεις να τηρήσω
Πριν πέσω για να κοιμηθώ, να ξαποστάσω.

Πηγή:
Ρόμπερτ Φροστ, Εικοσιπέντε ποιήματα, 1997

Εικονογράφηση:
Μάριος Πράσινος, 1964

***

Σε μια τεφρή γλειμμένη γη που αρνιόταν να βλαστήσει
καθώς παραπονιόμουνα κάποιο πρωί στη φύση
βαδίζοντας στα κουτουρού κι ακόνιζα τη λάμα
της σκέψης πάνω στην καρδιά σαν σε σκληρό ένα πράμα,
είδα μέσα στο φως βαρύ να ’ρχεται προς τα κάτω
μεγάλο νέφος πένθιμο νεροποντή γεμάτο
μ’ έναν εσμό από δαίμονες, μια σπείρα κακοήθη
που θύμιζε αδιάκριτους νάνους σε παραμύθι.
Βαλθήκαν να παρατηρούν μ’ απάθεια τ’ άτομό μου·
κι όπως διαβάτες που κοιτούν τον παλαβό του δρόμου
αντάλλασαν νοήματα και μουρμουρίζαν κάτι
ο ένας στον άλλο μυστικά και κλείνοντας το μάτι.

Δέστε του Αμλέτου τη σκιά, την τραγική του στάση
που διάλεξε ο γελοίος αυτός τάχα για να του μοιάσει,
με βλέμμα αναποφάσιστο, μαλλιά ανακατωμένα.
Ντροπή δεν είναι για ένα αστό καλοθρεμμένο ή ένα
απόκληρο, ένα ηθοποιό και πιο σωστά θεατρίνο,
επειδή παίζει πειστικά τον μέγα ρόλο εκείνο
να θέλει να ενδιαφερθούν για τ’ άθλια του τραγούδια
οι τζίτζικες κι οι αετοί, τα ρυάκια, τα λουλούδια
και ν’ απαγγείλει ως και σ’ εμάς πού ’χουμε επινοήσει
τ’ αρχαία αυτά τεχνάσματα ; τη θλιβερή του ποίηση ;»

Ο αλαζόνας μου εαυτός που ξεπερνά τα νέφη,
οικτίροντας τους δαίμονες την όψη του αποστρέφει,
γαλήνια κι ηγεμονική απ’ το χυδαίο τους πλήθος,
όταν, ανάμεσα σ’ αυτούς, με σπαραγμό στο στήθος
διέκρινα ήλιε πώς μπορείς ν’ αντέχεις τέτοιο ψέμα !
των λογισμών μου την κυρά με το θεσπέσιο βλέμμα
μαζί τους να γελάει με τη δική μου απελπισία
και να τους ρίχνει πού και πού μια βρώμικη θωπεία.

Πηγή:
Δεκαπέντε ποιήματα, μτφρ. Νίκος Φωκάς, 1994

Εικονογράφηση:
Τάσος Μισούρας, Χωρίς τίτλο, 2005

.
Συχνά για να σκοτώσουνε τον άδειο τους καιρό
οι ναύτες παίζουν με «άλμπατρος» που πιάνουν επιτήδεια·
τεράστιους γλάρους που πετούν απάνω απ’ το νερό
κι ακολουθούν, νωχελικοί συντρόφοι, τα ταξίδια.
 
Μόλις πάνω στου καραβιού τα ξύλα με χαρές
τους βασιλιάδες του γλαυκού ο ναύτης ακουμπάει,
αφήνουν τις φτερούγες τους εκείνοι χαλαρές
να τους κρεμούν σαν δυο κουπιά αχρείαστα στο πλάι.
 
Οι αγέρωχοι ταξιδευτές πώς φαίνονται δειλοί!
Τι αστείοι που ’ναι κι άσκημοι οι ωραίοι αιθεροβάτες!
Κάποιος το ράμφος τους με το τσιμπούκι του ενοχλεί
ή αναγελά κουτσαίνοντας τους φτερωτούς σακάτες.
 
Όμοια μ’ αυτούς τους πρίγκηπες του αιθέρα κι ο Ποιητής
ούτε για βέλη νοιάζεται ούτε αν βροντά κι αστράφτει·
μα μέσ’ στη χλεύη εξόριστος μιας κοινωνίας αστής
απ’ τα γιγάντια του φτερά στο βάδισμα σκοντάφτει.
.
Κάρολος Μπωντλαίρ, Δεκαπέντε ποιήματα, 1994

.

Χαμήλωσα στο έλαχιστο τον ήχο
Κι οι πρόστυχες φωνές αυτοστιγμεί
Ακούγονται σαν ψίθυρος αγνές·
Σαν ψίθυρος μαζί με τις φωνές
Οι γλωσσικοί βιασμοί κι οι ξενισμοί
Που δεν απαριθμούνται σ’ ένα στίχο.

Διότι αν πρέπει να ’χω τέτοια γλώσσα
Με σόου τζάκποτ ζάπινγκ και τι-βι
Την καταργώ καλλίτερα εντελώς
Κι ας μείνει μόνο ως ψίθυρος απλός
Μιας πίστης υπενθύμιση ακριβή
Καθώς κοιτώ τα σύννεφα στην Όσσα.

Πλανόδιον, τχ. 21, 1994

.

Τι θλιβερό να χάνεται μια γλώσσα !
Να χάνεται μαζί της μέσ’ στα τόσα

Ό,τι στα ελληνικά λέμε «τι κάνεις;»
Ή «δος ημίν» ή «το καθήκι ο Φάνης».

Και πάλι όχι ακριβώς: μια γλώσσα είν’ άλλος
Σταθμός από τη δίπλα, εξίσου λάλος·

Τον σβήνεις αν κινήσεις τη βελόνα –
Μια κίνηση μικρή μα γλωσσοκτόνα . . .

Κλαίω για τα ελληνικά μα ποιος της χρήστης
Θα κλάψει και γι’ αυτήν, ποιος ποιητής της

Αληθινός, καθώς μικροί-μεγάλοι
Σ’ αυτήν ξενομιλούν; – εγώ και πάλι !

Εγώ και πάλι, αφού ποιητής δεν είναι
Δικός της να την κλάψει, ακούστε τήνε

Κι ας μην καταλαβαίνετε· σας λέει
Γι’ αγάπες, για θανάτους και για κλέη –

Εγώ και πάλι, που θρηνώ το γνήσιο
Στον άθλιο τόπο αυτόν τον πιθηκίσιο !

Κοχυβαδάκια, 1994

.

Γράφει μια επαρχιώτικη διαφήμιση
(Για την προσέλκυση όχι ξένων μα Ρωμιών
Στο κέντρο λέει –στ’ αγγλικά–
«Το μπλε πετράδι»)
Sirtaki night κι εξηγεί Συρτάκι βράδυ.
Θαυμάστε γλωσσικό κι ανθρώπινο ποιόν
Ιδιαίτερα στο δεύτερό της ήμισυ !

Το δίλημμα είναι αμείλικτο και πρόδηλο·
Ποιοι ακόμα δεν το αντιλαμβάνονται και ποιοι
Μειδιούν στο ξένο το ερπετό καλοσυνάτα
Που πάει να γίνει του σπιτιού μας άλλη γάτα;
Λοιπόν· ή θ’ αφεθούμε να μας καταπιεί
Ή το χαλάμε – πύθωνα ή κροκόδειλο.

Κοχυβαδάκια, 1995

.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ τη βάφτισαν μα τη φωνάζουν Εύη
Μια χωρισμένη που
χε πριν κάποιο μυστήριο Τσέχο.
Δυο χρόνια που τη χαίρομαι· με πάθος και με δόλο
Θέλει δεν θέλει την κρατώ, πουτάνα μου την έχω.

Της χωρισμένης το φιλί, που λέει και το τραγούδι,
Εγώ το γεύτηκα, εγώ και θα τ’ ομολογήσω.
Κι όχι μονάχα το φιλί της χωρισμένης όλα
Θα ομολογήσω και θα πω τα μπρος και τ’ από πίσω.

.

ΣΑΝ ΜΙΑ ρεκλάμα είν’ όμορφη, με πρόσωπο π’ αλλάζει
Κατά το φως, το μακιγιάζ, κατά το εφφέ που θέλει·
Θαρρείς πως έχει συλλογή μελετημένων ρόλων
Που από το πρόσωπο περνούν στο σώμα και τα μέλη.

Και τη λατρεύω έτσι ψηλή με το γεμάτο στήθος
Με τους γοφούς τους στρογγυλούς πάνω σε μπούτια στέρια,
Με τη λεκάνη τη φαρδιά και τη φυρή τη μέση·
Μα όσο σε μέρη τη διαιρώ, τόσο τη θέλω ακέρια.

Έπειτα, πάνω στου έρωτα την πιο εναγώνια φάση
Τόσο είν’ ασπόνδυλη φορές η θηλυκότητά της,
Ώστε εξισώνω τους γλουτούς ας πούμε με τα στήθια
Ή τις εκτάσεις της κοιλιάς συγχύζω με της πλάτης. . .

.

ΑΡΧΕΣ ΟΤΑΝ βρισκόμασταν σε σπίτι ή παρέα
Που φλυαρούσε κι έπαιζε την έπαιρνα ιδιαιτέρως
Και της μιλούσα ερωτικά κι αυτή να κοκκινίζει
Να τρέμει μη μας δουν, να λέει πως «δεν είν’ αυτό μέρος».

Συγχρόνως κάθε μου φιλί κάθε επιμέρους χάδι,
Στη μέσα μου επαφή τ’ αστού και του λυμένου κτήνους
Ήταν για μένα μια ένοχη κι αβυσσαλέα πράξη
Μ’ απρόβλεπτες συνέπειες κι αδιόρατους κινδύνους.

.

ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ τα μπούτια της σαν είπα να μου δείξει
Η στύση κόντρα στο βρακί μου
κανε τέτοια ζόρια,
Ώστε όταν τέλος τ’ άνοιξα κουμπί-κουμπί μ’ ελπίδα
Απ’ τη λαγνεία μού
φυγε μεμιάς η στενοχώρια.

Όμως σαν θέλησα να της σηκώσω το φουστάνι
Στάθηκε τόσο ανένδοτη που μ’ έκανε να κλαίω·
Και μόλις μπόρεσα να ιδώ με δυνατή προσπάθεια
Από τα πόδια τ’ άσπρα της κάτι το φευγαλέο. . .

.

ΓΙΝΟΤΑΝ βέβαια πιο εύκολη βδομάδα τη βδομάδα·
Αλλ’ άργησε να μου δοθεί κι είναι φορές ακόμα
Που ξαφνικά εμποδίζεται κι η συστολή την κόβει,
Ώσπου να γίνει σταδιακά και πάλι γνήσια βρώμα. . .

.

ΣΥΝΗΘΩΣ με μια κίνηση μπροστά από τον καθρέφτη
Σηκώνω το φουστάνι της ψηλά μέχρι τη μέση·
Κι ενώ της ρίχνω από μπροστά στα μπούτια έχω τα μάτια
Στους δυο γλουτούς της που κρατώ και πλάθω όπως μ’ αρέσει.

Κάποιου παράδοξου χορού σαν να μαστε ζευγάρι
Κρατιόμαστ’ έτσι αγκαλιαστοί· μα η μουσική κι αν λείπει
Γι’ αυτόν που απ’ έξω στέκεται και βλέπει τις κινήσεις
Μέσα μας παίζει με ρυθμό χορού το καρδιοχτύπι.

Σαν έμβολο το πέος μου στη σμίξη των ποδιών της
Με χαμηλά αγκομαχητά το μπήγω, το ξεμπήγω·
Αλλά καθώς αισθάνομαι να πλησιάζει η ρεύση
Με σύνεση την απωθώ κοφτά στο παραλίγο.

Γδύνεται τότε μ’ ένα στυλ θαρρείς για να επιδείξει
Σ’ όλους κυλότα και σουτιέν, από καθάριο ατλάζι.
Με στύση και με χαύνωση μισόγυμνη τη βλέπω
Κι ο πόθος μου απαιτητικός με σπρώχνει και με βιάζει.

Το χέρι προχωρώ συρτά, προειδοποίηση σάμπως,
Πάνω στη σμίξη των μπουτιών· κάνω πως περιμένω·
Ξέρει πως δεν ξεφεύγει πια κι ανέχεται να λύσω
Με τ’ άλλο χέρι το σουτιέν το δυσκολοδεμένο.

Το πρώτο στο αναμεταξύ φιλήσυχο απομένει
Σαν κόσμημα αποκρουστικό στη μέση από βελούδα
Ή μετά μάταιο πιάσιμο χρημάτων και βιβλίων
Σαν να
βρε τέλος λούλουδο κι έγινε πεταλούδα.

Τα δάχτυλα άνεργα κρατώ για λίγο κι επιπόλαια
Στην ίδια θέση κι ύστερα ποθώ να τα κινήσω·
Αν και ψευταντιστέκεται και μου ψευτοδιπλώνει
Ξέρει καλά πως είναι αργά για να γυρίσω πίσω.

Απ’ το σουτιέν υδράργυρος ξεχύνονται τα στήθη
Και τον ρουφώ, τον σπαταλώ με χέρια και με χείλια·
Ζει σε μεγάλο πυρετό, σε μια παράνοια ο νους μου
Κι όσο ποτέ μου ζωντανός αισθάνομαι απ’ τη ζήλεια.

Και τη δαγκώνω, τη χτυπώ, τη βρίζω δίχως λόγο
Καθώς τη βλέπω έτσι γυμνή με μόνο την κυλότα·
Το φως να σβήσω εκλιπαρεί, μ’ ασθμαίνω από κακία
Και την κυλότα τής τραβώ κι ανάβω κι άλλα φώτα.

Αυτόματα το χέρι μου με δάχτυλα που καίνε
Αλλού γίνεται υποδοχή κι αλλού γίνεται σφήνα·
Αν κι όπως κείται ανάσκελα, γεμάτη σαν λεκάνη,
Σαν επιφάνεια είναι νερού τα κάλλη της εκείνα.

Από σημείο απόμερο πίνω κρυφά σαν σκύλος
Μ’ αισθαντικούς πλαταγισμούς κι ύστερα επιταχύνω·
Πιο λαίμαργα, πιο λαίμαργα
μου πιάνεται ώς κι η γλώσσα·
Μα δεν μπορώ ν’ αποσπαστώ απ’ το σημείο εκείνο.

Στο μεταξύ το χέρι μου τα στήθη της μαλάζει·
Φτάνει μέχρι το πρόσωπο· το ψηλαφώ, το πιάνω·
Κι ενώ επιμένει η γλώσσα μου, στα χείλη της στα μάτια
Το χέρι μου ένα τρυφερό παίζει συγχρόνως πιάνο.

Χυμώ ψηλότερα μετά μέσ’ στο βραχνά πώς βγαίνει
Στη γη πίσω απ’ τ’ ανθρώπινο ο καρχαρίας κυνήγι !
Και με τον αυτοματισμό του τίγρη του πελάγου
Το στόμα μου την κυνηγά, το σώμα μου τη σμίγει.

Καθηλωμένη την κρατώ μαλακωμένη τέλεια
Πώς μαλακώνει απ’ του φιδιού το δάγκαμα το θύμα !
Μαλακωμένος τράχηλος, μαλακωμένοι αγκώνες
Καθώς δουλεύει μέσα της μονότονη μια λίμα !

Κάποτε που θα ξεχαστεί στον κόσμο τί ναι η λίμα
Θα χάσει την αξία της πια και τούτη η εικόνα τότε
Μ’ όλο τον κόσμο μας μαζί
· μ’ ακόμα γεια χαρά σας
Όλες που σαν την Εύη μου στον κόσμο μας την τρώτε ! . . .

Τι κωμική που ναι λοιπόν με σηκωμένα πόδια !
Πού το στητό της βάδισμα, το κοσμικό της ύφος !
Σφαγμένη η περηφάνεια της, το κύρος της ρεζίλι,
Οι χάρες της για κλώτσημα και τ’ αγγλικά της τζίφος !

Με τα δυο πόδια της ψηλά στους ώμους μου βαλμένα
Πώς φαίνεται αξιοθρήνητη, παραιτημένη πλέρια

Σαν κάποιον που όσο μπόρεσε κράτησε μα στο τέλος
Με καταισχύνη σήκωσε ψηλά κι αυτός τα χέρια ! . . .

Μα νά που αργά το σώμα της αρχίζει να σαλεύει,
Να ζωντανεύει, ν’ αντιδρά, να σφίγγει νευρωμένο.
Σαν ψάρι απ’ έξω απ’ το νερό πηδά κάτω από μένα·
Στο πιο ψηλό το πήδημα κι εγώ το περιμένω.

Στο πιο ψηλό το πήδημα βγάζει κραυγή αγωνίας
Καθώς με πέος αντίδρομο ζητώ να την ξεκάμω·
Κι ύστερα πάλι αποχωρεί σαν ψάρι στον αέρα
Που στην επόμενη στιγμή ψοφά και πέφτει χάμω.

Απάνω της πέφτω κι εγώ σαν το δρομέα στο νήμα
Που απ’ την εξάντληση ξεχνά την ίδια του τη νίκη.
Τώρα σαν δυο πολεμιστές βαριά τραυματισμένοι
Μένουμε σωριασμένοι εκεί σε πρόσκαιρη συνθήκη. . .

Ωσότου νά τη απ’ την αρχή με το κορμί δραστήριο
Π’ αναγυρνά με νόημα στα τέσσερα και νά
τη
Που περιμένει ακίνητη σαν γυμνασμένη σκύλα
Νά
ρθω από πάνω της αισχρά, να της ριχτώ απ’ την πλάτη.

Μια τόση αλήθεια αδιαντροπιά, τόσο απροκάλυπτο αίσχος
Δεν είδα ούτε στα πλάσματα, δεν είδα ούτε στ’ αγρίμια·
Γιατί τουλάχιστον αυτά στα τέσσερα που πάνε
Με την ουρά σκεπάζουνε της τρύπας τους τη γύμνια.

Στη στάση αυτή που συνεχώς τη δείχνει κι άλλο πράμα
Καθώς μ’ αγκώνες καταγής τινάζει τους γλουτούς της
Και με κρυμμένο πρόσωπο καταμεσίς στα χέρια
Είναι ό,τι θες, ό,τι ποθείς: χίμαιρα, σφίγγα, πούστης.

Τί δεν θα δίναν να τη δουν οι θλιβεροί, οι καημένοι
Ανώτεροί της και λοιποί στη χαζοϋπηρεσία

Στάση που απ’ το πρωτόκολλο διαφέρει του υπουργείου
Τόσο που μόνο ποιητική το πιάνει φαντασία !

Χαιρέκακα στο πείσμα τους λοιπόν την ανεβαίνω
Κι αισθάνομαι από κάτω μου τ’ ωραίο της πηγαινέλα
Και σκύβοντας στον τράχηλο την πιάνω από τα στήθη
Κι ακάθεκτος την οδηγώ στην ποίηση και στην τρέλλα. . .

Σε λίγο σαν δυο ναυαγοί μετά από το ναυάγιο
Δυο σκόρπια είμαστε σώματα, δυο ανθρώπινα σκουπίδια
Στην αμμουδιά του κρεβατιού, ξένα αναμεταξύ τους
Ώσπου ν’ αρχίσουν εξαρχής σύντομα πάλι τα ίδια. . .

Γιατί όσο κι αν τη χαίρομαι, όσο αν περνάει ο χρόνος,
Όσο αν την έχω κατοχή και κτήμα μου την Εύη,
Το σώμα μου απ’ το σώμα της
στήθη, μασχάλες, πόδια

Όλο και πιο παράλογα και πιο πολλά γυρεύει.

Παρτούζα, 1991
(πρώτη δημοσίευση: περ. Σπείρα, τχ. 8, 1981)

.

Εσύ ο διπρόσωπος με το στραμμένο
Πρόσωπο προς εμάς, ενώ με τ’ άλλο
Το αόρατό μας άγνωστο ποιον βλέπεις,
Με ποιον μιλάς – εσύ ο ενώπιόν μας,

Σαν κάποιος που όπως λένε έχει τα μέσα
Με τις αρχές και του περνάει ο λόγος.
Σκύψε από την εικόνα σου και πιάσε
Το χέρι που έσφαξε και τώρα τρέμει!

Το μέτρο της κραυγής μας, 2000

18

.

Μείναν στο σπίτι τα παιδιά κι οι μέρες μας περνούσαν
Μ’ ένταση λάγνων εραστών και μ’ αρμονία αγγέλων.
Πώς μας φαινόταν μακρινό το πρώτο εκείνο βράδυ
Τώρα σαν κάναμε έρωτα και σχέδια για το μέλλον!

Σαν από κάποια επίδραση πειθήνιοι, υποταγμένοι
Της κάναμε έρωτα κι οι δυο, είτε μαζί είτε χώρια·
Λες κι όπως ήταν αέρινη, λευκή και μεταξένια
Σαν πνεύμα μάς παράσερνε σ’ ακολασίες κι όργια…

Μ’ άρχισε να μας ενοχλεί με τον καιρό η Αγγλία –
Η βρώμα, η τυπικότητα, η ανήλια πρασινάδα.
Σε μια συζήτηση λοιπόν που
χαμε μεταξύ μας
Τους έριξα την πρόταση: «Δεν πάμε στην Ελλάδα!»

Καθόμασταν στο πάτωμα σε τρίγωνο (όπως πάντα
Σε κάθε μας συζήτηση) πάνω σε μια φλοκάτη
Που ‘χαμε πάρει επίτηδες πλατιά για κάθε χρήση
Κι από τραπέζι αυτοστιγμεί γινότανε κρεβάτι.

Μάλιστα μόλις λίγο πριν είχαμε φάει για βράδυ
Κι είχε προσθέσει μια παχιά σάλτσα στο γεύμα η Μίλυ
Που επενεργεί αναπόφευκτα μετά από δυο-τρεις ώρες
(Καθώς με διαβεβαίωναν τουλάχιστον οι φίλοι).

«Να πάμε στην Ελλάδα, πώς!» δεν ήξεραν ωστόσο
τη χώρα και τα σχετικά για να
χουν βέβαια γνώμη.
Μόνο μια ιδέα είχαν θολή για Κρήτη και Μυκήνες,
Για τ’ Άγιον Όρος, τους Δελφούς κι ένα δυο μέρη ακόμη.

Τώρα, συμβαίνει κάποτε ν’ ανάβει μέσα μου αίφνης
Λαμπτήρας άλλου χρώματος, άλλος εαυτός ν’ ανάβει
Και πέφτει ο πρώτος σε βαθύ σκοτάδι ανυπαρξίας
Σαν να
παθε προσωρινή ο σιχαμένος βλάβη.

Βάλθηκα μ’ έμπνευση λοιπόν να τους κατατοπίσω
Μη θέλοντας τους αμαθείς εξάλλου να προσβάλλω.
Μίλησα γι’ αρχαιότητα, Βυζάντιο, εικοσιένα
Για θαύματα κι οράματα το
να μετά από τ’ άλλο.

Πέρασα συνεχίζοντας στη σύγχρονη Ιστορία,
Στις δυναστείες, τα κόμματα, την εθνική υποτέλεια·
Δικτατορίες, κινήματα, δόξες και ψευδαισθήσεις –
Μιαν Ιστορία όλη μαζί για δάκρυα και για γέλια.

Φτάνοντας και στην τωρινή κατάσταση της χώρας
Των πόλεων, της παιδείας μας, της γλώσσας και του τύπου
Κι ενώ μ’ ακούγαν σαν τρελό στην έξαρση του πάθους
Συμπλήρωσα τη διάλεξη με τούτα δω περίπου.

.

«ΝΟΜΙΖΩ ότι είναι ζήτημα μιας-δυο γενιών ακόμα
Καθώς ο κόσμος προχωρεί με τόση γρηγοράδα
Δίχως αντίσταση ηθική στον υλισμό της Δύσης
Να πάψει πια να υφίσταται η Ελλάδα σαν Ελλάδα.

Μπροστά στην πολιτιστική την άνευ προηγουμένου
Επίθεση που δέχεται χρόνια και χρόνια τώρα
Αποκομμένος ο λαός απ’ την παράδοσή του,
Χωρίς θρησκεία και χωρίς πνευματική ενδοχώρα,

Δεν έχει τί αντιπρόταση στον κόσμο μας να κάνει·
Δεν έχει μήνυμα καθώς, ας πούμε, το Βυζάντιο,
Δική του δηλαδή εκδοχή του κόσμου και τ’ Ανθρώπου
Που σ’ όποιες άλλες εκδοχές στέκει με πίστη ενάντιο.

Και τώρα πώς ν’ αντισταθεί στη γοητεία της Δύσης
Που από την ενδοχώρα της, Λάιπτσικ Ρώμη Οξφόρδη,
Κίνησε ο ματεριαλισμός νά
ρθει και στην Ελλάδα,
Κι ας κάναν μεταφυσικές οι κόμητες κι οι λόρδοι!

Η Λόκχηντ, η Γουνάιτεντ Φρουτ, η Τζένεραλ Ελέκτρικ,
Η μπόμπα, το Έιτζ, η ρύπανση κι άλλα πολλά είναι απόρροια
Των χρόνων του διαφωτισμού, του Χιουμ και του Βολταίρου –
Δικά τους κακουργήματα, δικά τους πανωφόρια.

Έτσι κι αν αποβλακωθούν στο τέλος οι Ευρωπαίοι
Απ’ όποιο χολυγουντιανό ναρκωτικό ή σιρόπι,
Αν το συλλογιστεί κανείς, τί
χανε και τί χάσαν!
Μήπως ο αμερικανισμός δεν βγήκε απ’ την Ευρώπη;

Και νά η Ελλάδα, η κιβωτός της μνήμης των Αρχαίων,
Η Ελλάδα των Βυζαντινών, η Ελλάδα τ’ Αγιονόρους
Που ξεκωλιάρα και λωλή αναγνωρίζει τώρα
Πνευματικούς προγόνους της κι αυτή τους σταυροφόρους.

Χωρίς και να χουμε οι Ρωμιοί των Φράγκων την παιδεία
Μήτε τις ικανότητες αλλού παρά στο τάβλι·
Αγράμματοι κι ατομιστές σαν πίθηκοι στα δέντρα
Κι όπως εκείνοι ευέλικτοι, μιμητικοί και φαύλοι.

Διόλου παράδοξο λοιπόν που μια κι απαρνηθήκαν
Το πρόσωπό τους οι Έλληνες σκαρτέψαν και τη φύση·
Σαν εξουσία ανάλγητη κι εφιαλτική η Αθήνα
Μας κυβερνά προσποιούμενη το Τόκιο ή το Παρίσι…

Ψηλά πάνω απ’ την Αττική πετάς με τ’ αεροπλάνο
Κι όλα είναι αγνά κάθε βουνό και κάθε λιμανάκι·
Μα κάτω η πίκρα, ο κυνισμός, η ματαιωμένη ελπίδα·
Κάτω η Σταδίου, η Αχαρνών, η Εμμανουήλ Μπενάκη.

Έξω από πόρτα όταν περνάς σε διάδρομο ή σε δρόμο
Μέσα θα διαπληκτίζονται σ’ αχρεία πάντα γλώσσα.
Για χρήματα θα
ναι ο καυγάς όπου σταθείς κι ακούσεις:
Για μπάζα μάσα και λουφέ, για «πόσα» και για «τόσα»…

Ανασφαλείς για χρήματα, δουλοπρεπείς για θέσεις,
Γινόμαστε απ’ αντίδραση θρασείς και βωμολόχοι,
Βρίζουν ανεύθυνα οι Ρωμιοί και βλαστημούν σαν βόθροι
Αλλά την κρίσιμη στιγμή δεν έχουν «ναι» ή «όχι»!

Με την κινητικότητα του νου πίσω απ’ το βλέμμα
Την έλλειψη ειλικρίνειας, την απουσία σθένους
Σου κουβεντιάζουν με διπλή στα μάτια τους εστία
Εκτός μονάχα απ’ τους νεκρούς κι από τους πεθαμένους…

Όπως εκείνοι είμαι κι εγώ, μην έχετε αυταπάτες·
Όπως κι οι άλλοι της φυλής λέτσοι και καρκαλέτσοι·
Μα στα κουσούρια τα εθνικά μού
χει προσθέσει η φύση
Μια διαστροφή πρωτότυπη του χαρακτήρα κι έτσι

Μπορώ βαθιά να ερωτευτώ κάθε σημείο του κόσμου:
Τον Καναδά το Μπαγκλαντές το Τσαντ το Νότιο Πόλο,
Μόνο με μια προϋπόθεση: να
ναι πατρίδα κάποιου
Και σαν πατρίδα την πονεί – ας είναι αυτό όλο κι όλο!

Μ’ αυτόν που των προγόνων του τιμάει σεμνά τους τάφους
Μαζί του τους τιμώ κι εγώ, όποιος κι αν είναι εκείνος·
Ένα τραγούδι άλλου λαού με κάνει να ξεχνιέμαι:
Γίνομαι Ίνδός ή Νορβηγός ή Τούρκος ή Βεδουίνος.

Ε νά λοιπόν, αισθάνομαι πως σήμερα η Ελλάδα,
Του Μακρυγιάννη η Ρούμελη κι η Σπάρτη του Λεωνίδα,
Κανένας δεν την αγαπά δεν την πονεί κανένας,
Δεν είναι χώρα κανενός και κανενός πατρίδα.

Αισθάνομαι (και κόμπιαζα) πως όπως ήδη η Αθήνα,
Από την άγια Κρήτη μας μέχρι την άγια Θράκη,
Και με το μπουμ του τουρισμού γίνεται χρόνο-χρόνο
Ξενόγλωσσο κι απάτριδο και δούλο Κολωνάκι.

Για μένα ο μεγαλύτερος πολιτικός της χώρας
Θα ‘ναι ένας νέος Περικλής που με καημό και θάρρος
Θα κάνει απλώς μια ένεση στον τόπο ευθανασίας
Να
ρθει ταχύς ο θάνατος και σπλαχνικός ο χάρος.

Απ’ τα παρόντα κόμματα κι από τους κομματάρχες
Αριστεράς και δεξιάς σχεδόν το περιμένω·
Γι’ αυτό κι η ευγνωμοσύνη μου στη σύνολη ηγεσία
Δεν είναι αδικαιολόγητη, καλοί μου, εν προκειμένω!»

.

ΔΕΝ ΒΑΣΤΑΞΑ και ξέσπασα σε κλάμα έξω απ’ τα δόντια·
Και κλαίγοντας μαλάκωνα σαν τη βρεγμένη ψίχα·
Ήταν βαθύ μυστήριο, βαθιά μυσταγωγία
Καθώς απ’ όλα τα υλικά κι όλα τα φαύλα απείχα.

Μα νά, όσο μ’ άκουγε η καλή σερνόταν πιο κοντά μου·
Μα δεν μπορούσε να τη δει το φλογερό μου μάτι
Τη βέβηλη που ασθμαίνοντας ζύγωνε σαν το φίδι
Ή σαν την Εύα απ’ του φιδιού γυρνώντας την απάτη.

Κι ακόμα δεν την έβλεπε μ’ όλο που χε ζυγώσει
Και μ’ όλο που ήταν όμορφη και κοκκινομαλλούσα
Σαν μόλις έξω απ’ το φακό της κόρης του ματιού μου
Να
χε σταθμεύσει ο Διάβολος καθώς παραμιλούσα.

Και μες στους αλλεπάλληλους λυγμούς που με τραντάζαν
Δεν το κατάλαβα έγκαιρα το χέρι της να βγάλω
Που μου
χε ρίξει ερωτικά τριγύρω από τους ώμους
Και τ’ άλλο της μου το
χωνε συγχρόνως στον καβάλο.

Μόνο σαν να χε ένα μοχλό πατήσει ή μεταλλάχτη
Αιστάνθηκα ολική αλλαγή στην άποψη του κόσμου·
Ο φαύλος γίνηκα εαυτός ο ποταπός και πάλι,
Τ’ αγνό λαμπιόνι σβήστηκε κι άναψε τ’ άλλο εντός μου.

Μια μεταβατική στιγμή συγκράτησα όταν μέσα
Στο στήθος μου διακόπηκε και των λυγμών η ανάγκη
Κι υπόκυψα τελειωτικά κι εγώ στη σεξοσάλτσα
Αφού τα υγρά μάς κυβερνούν καθώς μας λεν κι οι Φράγκοι.

Ταυτόχρονα από απέναντι τον είδα να κινείται
Με τη σειρά του ο φίλος μας, ασθμαίνοντας επίσης·
Και μ’ ένα σάλτο βρέθηκε στ’ άλλο πλευρό της αίφνης
Σαν γάτος για να επιδοθεί σε βδελυρές διαχύσεις.

Για τη δική του απολαυή καθένας ενεργούσε
Με ζήλο ανταγωνιστικό στο αιδοίο και στο στήθος
Σαν να την είχαμε στα δυο κομμένη, μα στο τέλος
Πέσαμε στο χαλί κι οι τρεις κουβάρι όπως συνήθως.

Παρτούζα, 1991
(πρώτη δημοσίευση: περ. Σπείρα, τχ. 8, 1981)