.

α.

Της μοίρας και του κόσμου η καταφρόνια
μ’ αφήνει έρμο και μονάχο να δακρύζω·
ανώφελα προς τις νεφέλες ολολύζω,
με μένα με χωρίζει μια διχόνοια.
Αν ήμουν νέος με σκοπούς, φιλοδοξίες,
πλήθος χαρίσματα και όψιν ευειδή,
άνθρωπος άλλος αν γινόμουν δηλαδή
με φίλους άφθονους, με κύκλο, γνωριμίες . . .
Κι εκεί που φρουδευμένος με σιχαίνομαι,
σε σκέφτομαι, κι ολόιδιος αηδόνι
ωδή προς τα ουράνια υφαίνω με
τέρψη πρωινή κι αφύπνισης ραστώνη :
η αγάπη σου είναι πλούτος από μόνη της,
κι οι θησαυροί οι βασιλικοί τρώνε τη σκόνη της.

.

β.

Όποτε μ’ αδικούν ο κόσμος και η μοίρα,
μονάχος κι έρημος τη μοναξιά μου κλαίω·
το πεπρωμένο καταριέμαι επί ματαίω
κι επικαλούμαι έναν βαρήκοο σωτήρα.
Εύχομαι να ’μοιαζα με ευρυμαθή φωστήρα,
ελπιδοφόρο, ταλαντούχο και ωραίο,
δημοφιλή και περιζήτητο και νέο —
όλα τα θέλησα μα τίποτα δεν πήρα.
Κι εκεί που φρούδευση μεγάλη με συγχίζει,
με πιάνει η σκέψη σου σαν την αμινεπτίνη
και πλέκω στίχους χαρωπούς, σαν καναρίνι
που την αυγούλα χαιρετά και τιτιβίζει.
Τέτοια του έρωτα οι θύμησες είν’ πλούτη,
που τα βασιλικά θα τα’παιζα μπαρμπούτι.

.

γ.

Σα με καταφρονούν η Μοίρα κι οι βλαχάρες,
μόνος τη μοναξιά μου κλαίω, το ’χω χούι·
με οιμωγές, μεμψιμοιρίες και κατάρες
μάτην οχλώ τον ουρανό, που βαριακούει.
Εύχομαι να ’μοιαζα σε νιο ελπιδοφόρο,
να’χα τους φίλους του κι όλα του τα σουσούμια,
ταλέντο κι ευρυμάθεια — δε φέρνουν κόρο
χάρες που δεν τις χαίρομαι, ξερά λουκούμια.
Όμως σχεδόν αυτοπεριφρονούμενος
εσένα σκέφτομαι ευτυχώς, και τα ντουζένια
γυρνούν ξανά σα σπίνος αφυπνούμενος
ωδή που πέμπει στα ουράνια, χρυσαφένια·
γιατί η αγάπη σου είναι τέτοιος θησαυρός
που βασιλιά να παραβγείς, εσύ τον τρως !

(2010)

Πρώτη δημοσίευση

.

Μου παραγγέλνετε να γράψω ένα παντούμ
ανατολίτικη κι εξωτική μια φόρμα
και καθώς μοιάζω στα σουσούμια με φαγιούμ
ενθουσιάστηκα και μέσα μου είπα «όρμα»

ανατολίτικη κι εξωτική μια φόρμα
μα οι απλές επαναλήψεις δεν αρκούν
ενθουσιάστηκα και μέσα μου είπα «όρμα
απλώς να γράφεις κάθε στίχο εις διπλούν»

μα οι απλές επαναλήψεις δεν αρκούν
πρέπει το νόημα κάθε φορά ν’ αλλάζει
απλώς να γράφεις κάθε στίχο εις διπλούν
αλλά με τσαχπινιά, με χάρη και με νάζι

πρέπει το νόημα κάθε φορά ν’ αλλάζει
ούτε βεβιασμένα, ούτε τρόπω δολερώ
αλλά με τσαχπινιά, με χάρη και με νάζι
μου είν’ αδύνατο, σας λέω, δε μπορώ

ούτε βεβιασμένα, ούτε τρόπω δολερώ
να καταφέρω να μη μοιάζει αλαλούμ
μου είν’ αδύνατο, σας λέω, δε μπορώ
μη παραγγέλνετε να γράψω ένα παντούμ.

Πρώτη δημοσίευση