.

Οι δυο ψυχές μας σαν σταθούν αντικριστά
όρθιες, σιωπηλές, και πιο κοντά πλησιάσουν
ολοένα, ώσπου στα φτερά τους να ξεσπάσουν
φλόγες, η γη ποιά πίκρα να μας δώσει πια

μπορεί, ώστε η καρδιά μας να μη λαχταρά
να μείνει εδώ; Για σκέψου.  Άν μας ανεβάσουν
οι άγγελοι ψηλά, θα θέλουν να ταιριάσουν
του έρωτά μας τη βαθειά τη σιγαλιά

σε τέλειου τραγουδιού τη χρυσαφένια σφαίρα.
Κάλλιο για μας, Αγαπημένε, ας ξημερώνει
εδώ, που των ανθρώπων οι διαθέσεις πέρα

τα πνεύματα σπρώχνουν τ’ αγνά. Θα βρούμε μόνη
μια άκρη στη γη ν’ αγαπηθούμε για μια μέρα,
με του θανάτου τη σκιά να την κυκλώνει.

Πορτογαλικά  σονέτα και άλλα ποιήματα, 2007

Advertisements

Που να ‘ναι, πέστε μου, σε ποιά χώρα,
η Αλκιβιάδα, που είν’ η Θαΐς,
οι δυο ξαδέρφες, που να ‘ναι η Φλώρα
της Ρώμης το άνθος της κραταιής;
Κι η Ηχώ που αν κάποιος μιλά γροικιέται
πάνω από λίμνες κι από βουνά,
πεντάμορφη όσο ο νους δε λογιέται;
Μα που ‘ν’ τα χιόνια τ’ αλλοτινά;

Που ‘ν’ η Ελοΐζ η σοφή που εγίνη
γι’ αυτήν καστράτος, στο Σαιν Ντενί
μετά καλόγερος, μες σ’ οδύνη
ο Αβελάρδος ζώντας τρανή;
Που ειν’ η βασίλισσα Ιωάννα
που σε σακί έριξε μ’ απονιά
τον Μπουριντάν μες στον Σηκουάνα;
Μα που ‘ν’ τα χιόνια τ’ αλλοτινά;

Και η κρινάτη η Λευκή που ελάλει,
η ρήγισσα, όμοια Σειρήνα, λεν,
κι η Βεατρίκη, κι η Βέρθα πάλι,
κι η Αλίς, κι η Αρεμβουργίς του Μαίν,
και η Ιωάννα από τη Λωρραίνη
που κάψαν οι Άγγλοι, η αντρεία η νιά·
Παρθένα Δέσποινα ευλογημένη,
μα που ‘ν’ τα χιόνια τ’ αλλοτινά;

Μες στη βδομάδα μη με ρωτάτε,
πρίγκηψ, που να ‘ναι, ούτε στή χρονιά·
το στίχο ακούστε μου, αν αγαπάτε:
μα που ‘ν’ τα χιόνια τ’ αλλοτινά;

Φρανσουά Βιγιόν, Μπαλλάντες και άλλα ποιήματα, 2010