.
Στα πεύκα που γέρνουν σαν πράσινες φλόγες,
στητές το μπλουζάκι τσιτώνουν οι ρώγες,
χρυσόσκονη η άμμος την κόμη στολίζει,
ο αλλήθωρος πόθος κλεφτά προσεγγίζει,
φυσάει τη φωτιά που δεν κόρωσε ακόμα,
πικρίζει το σάλιο στο ανέγγιχτο στόμα

κι ο ήλιος να δύει, να χάνεται η μέρα,
φωνές να πετούν σαν πουλιά στον αέρα,
να σβήνει το φέγγος σε ρόδινη αφάνεια,
η νύχτα την φύση να ρίχνει σε ορφάνια
κι ο φλοίσβος σαν αίμα στις φλέβες να πάλλει,
σκοτάδι να γδύνει ψυχές κι ακρογιάλι,

που αθέατα χείλη, δειλά, παροτρύνει,
με μάτια που κλείνουν γι’ αυτό που θα γίνει.

Πλανόδιον, τχ. 41, Δεκέμβριος 2006



Στο μυαλό μου είχε κολλήσει
σαν μαστίχα πατημένη,
που όταν έφευγε θλιμμένη
ασυλλόγιστα είχε φτύσει.

Στο άδειο σπίτι όλα σωπαίνουν,
δεν κροτούν ψηλά τακούνια,
στις αράχνες τα ζουζούνια
μόνο ακούς ν’ αργοπεθαίνουν.

Είχαν μείνει μες στο μπάνιο
άρωμα, ίχνη από φκιασίδια
με χαρτιά κι αποχτενίδια
και στα κύπελα βιδάνιο.

Μια καρφίτσα ξεχασμένη
στοίβα οι γόπες στο τασάκι
και της σκέψης το σαράκι
που ήρθε κι έφυγε σαν ξένη.

Πλανόδιον, τχ. 41, Δεκέμβριος 2006