.

στον Σπύρο Ασδραχά
και τον Τριαντάφυλλο Σκλαβενίτη

Αρθείς… από Λευκάδος πέτρης
ες πολιόν κύμα κολυμβώ μεθύων έρωτι

.

Όταν ο ήλιος κόκκινος βουλιάζει μες τη Γύρα
Και τα τζιτζίκια κλείδωναν τη μέρα του ελαιώνα
Της βραδινής της θάλασσας τα μονοπάτια πήρα
Μιας μνήμης αβασίλευτης φορώντας το χιτώνα

Πλέοντας ύπτιος άνοιξα των Ηλυσίων τη θύρα
Απ’ τα βουνά μ’ αγνάντευε του Φωτεινού η σφεντόνα
Το πλανημένο ρέμβαζα φεγγάρι του Πορφύρα
Κι από τον Κάβο ένας λυγμός. . . εγώ καθεύδω μόνα

Βαθιά σαν σ’ όνειρο άκουγα του κινητού το σήμα
. . . μες τη νυχτιά να πάρουμε τις ξεχασμένες στράτες
Σφιχτά κρατώντας της διπλής πατρίδας μας το νήμα

Μα ως βγήκα από το βύθος μου λουσμένος απ’ το κύμα
Είχαν σαλπάρει οι φίλοι μου, του νόστου κωπηλάτες,
Και το τηλέφωνο βουβό στης προσμονής το λήμμα

Στου τραγουδιού την κόψη, 2009

Advertisements