.

Δριμύς χειμώνας κι έρεβος, με μόνες
Λάμψεις τους σταλαχτίτες του χιονιού
Την υποψία κρυμμένου φεγγαριού
Πάνω στις παγωμένες ανεμώνες.

Το φως μάς κόψανε κι ανάψαμε κεριά
Που κάποτε το τζάκι μας στολίζαν
Στα μπρούτζινά τους πόδια πάντα ελπίζαν
Την άχρονη να κάψουνε σκουριά.

Φλογίτσες, σαν τη σκέψη τρεμοπαίζουν
Αν είσαι ακόμα δέκτης προσκαλείς
Τʼ άγνωστο, μα δεν φαίνεται κανείς
Κι οι λάμπες οι σβηστές σε περιπαίζουν.

Η νύχτα προσπερνά τις τρεις φρουρές,
Στην τέταρτη αρχινάει να ξημερώνει.
Ανάτειλαν ξανά οι χαμένοι χρόνοι
Παγώνια ξανανοίγουν τις ουρές.

Μα είναι η φωνή τους φάλτσα και σε αγχώνει
Τʼ ουράνιου τόξου θα ʼλεγες κρωγμός
Αυτός που περιμέναμε χρησμός
Στο ξέφωτο διπλή στημένη αγχόνη.

Ωστόσο κάτι πρέπει να ʼχει γίνει
Που αντίστρεψε τη σβούρα των ετών.
Κοίτα! Σημάδια από νυχιές αετών
Που σπάραξαν του ονείρου σου την κλίνη.

Ανοίγεις το παράθυρο και ιδού
Μια μουσική κατάλευκη ανεβαίνει
Κουβάρι οι δρόμοι, αντίστροφα δεμένοι
Με το τραγούδι ενός τυφλού αοιδού.

Oμοιοκαταληξίες, 2005

Φωτό: Werner Gmelch