24. Ανθολογία Αυγής, Τριανταφυλλίδου, 29.11.14

16. Ανθολογία Αυγής, Υφαντής, 19.11.14

10. Ανθολογία Αυγής, Φωκάς, 12.11.14

Marios Prasinos_1982

* * *

Ήταν δυο δρόμοι που αποκλίναν μες στο δάσος.
Μα δεν μπορούσα να τους πάρω και τους δύο
Χωρίς να γίνω ο ίδιος δύο∙ λυπημένα
Ακολουθούσα με το βλέμμα μου τον ένα
Για να τον χάσω μες στη χλόη σ’ ένα σημείο.

Πήρα τον άλλον κι έμοιαζε καλά να κάνω∙
Ίσως και να χε ένα δικαίωμα παραπάνω
Όντας πιο θαλερός, λιγότερο φθαρμένος,
Μ’ όλο που ως προς αυτό σχεδόν δεν διαφέραν∙
Ήταν κι αυτός περίπου εξίσου πατημένος.

Κι οι δυο ξετυλιγόνταν σκεπασμένοι ακόμη
Φύλλα πρωινά, ίδιοι απαράλλαχτοι, όμως
Κράτησα εγώ τον πρώτο για μιαν άλλη μέρα∙
Αν κι οδηγώντας σ’ άλλους δρόμους κάθε δρόμος
Επιστροφή δεν έχουν όσο ξέρω οι δρόμοι.

Θα λέω με στεναγμό σαν θα μαι πολύ γέρος,
Βρήκα δυο δρόμους που αποκλίναν σ’ ένα μέρος
Και πήρα αυτόν που χε περπατηθεί πιο λίγο
(χωρίς να θέλω και τον άλλον ν’ αποφύγω)∙
Κι άλλαξε αυτό για πάντα τη ζωή μου.

Πηγή:
Ρόμπερτ Φροστ, Εικοσιπέντε ποιήματα, 1997

Εικονογράφηση:
Μάριος Πράσινος, 1982

Marios Prasinos_1964 (1)

 

***

Τίνος είναι τα δάση αυτά, θαρρώ το ξέρω.
Ωστόσο μένει στο χωριό, κι ενώ το στρώνει
Δεν θα το μάθει πως σταμάτησα εδώ πέρα
Να δω που σκέπασε τα δάση του το χιόνι.

Στ’ αλογατάκι μου θα μοιάζει ξένο πράμα
Που σταματώ καθώς δεν βλέπει γύρω σπίτι
Τούτο το πιο σκοταδερό του χρόνου βράδυ
Δίπλα σε δάση και μια παγωμένη κοίτη.

Δίνει ένα σείσμα στα κουδούνια της σαγής του
Ρωτώντας μήπως έχει γίνει κάποιο λάθος
Πέρα απ’ αυτό μόνο το θρόισμα των νιφάδων
Κι ο άνεμος θωπευτικός από το βάθος.

Χαριτωμένα, σκοτεινά, πυκνά τα δάση
Μα εγώ χω ακόμα μίλια εμπρός μου για να φτάσω
Κι έχω ένα πλήθος υποσχέσεις να τηρήσω
Πριν πέσω για να κοιμηθώ, να ξαποστάσω.

Πηγή:
Ρόμπερτ Φροστ, Εικοσιπέντε ποιήματα, 1997

Εικονογράφηση:
Μάριος Πράσινος, 1964

*Κυριακή Μαυρογεώργη,Rest,2012

***

Ας θέσω της αγάπης ασήμαντους όρους
σκαλιστά φτερά όστρακα κι ερωτιδείς.
Ας σταθώ, επιτέλους, σε ανήθικους χώρους.

Στη ζωή μου ας χαρίσω μια ελαφρότερη στέγη
καμωμένη από πέτρες και φτηνά υλικά.
Ας στραφώ, παραδόξως, προς ό,τι με θέλγει.

Ας χτίσω ναό για ιέρειες εξώλης
που θα φεύγουν την άνοιξη τρελαμένα πουλιά.
Ας πιαστεί στην ουρά τους το φουστάνι της πόλης.

Ας στηρίξω την αίσθηση με χίλιες νευρώσεις
ν’ απαλύνουν τον όγκο που σηκώνει το βάρος.
Κι ας γκρεμίσω μεμιάς μόλις λίγο ιδρώσεις.

Ας φταίω που κυλιέσαι σ’ ανοιχτό οικοδόμημα
και θηρία σ’ ορέγονται με χαίτη πυκνή.
Αν σου γλείψω τα αίματα, θα μου πλύνεις το ανόμημα;

Ένα βράδυ όλο κι όλο βραδιάζει στη γη.

Πηγή:
Δικαίωμα προσδοκίας, 2008

Εικονογράφηση:
Κυριακή Μαυρογεώργη, Rest, 2012

Σωτήρης Σόρογκας 2

***

Στη σαρκοφάγο εδώ της γης και τ’ ουρανού
κλεισμένος βρίσκομαι από γεννησιμιού.
Βεβαίως περπατώ και γράφω ακόμη
κι έχω στο κάρκαλό μου λίγη κόμη,
Κοιμούμαι, πλένομαι, μα βλέπω καθαρά
πως τρώγουνε τη σάρκα μου αργά και σταθερά
ο χρόνος ο αόρατος κ’ η άφθαρτη φθορά.

Πηγή:
Το ιδεόγραμμα του φιδιού, 2003

Εικονογράφηση:
Σωτήρης Σόρογκας

Σωτήρης Σόρογκας 1

***

Χυμένη πίσσα· είναι το αίμα
κάποιας τελετουργίας σκοτεινής·
βαρέλια έσφαξαν τη νύχτα οι εργολάβοι
στα θέμελα της μαύρης εποχής.

Η θάλασσα ουκ έστιν έτι·
πάνω στο πτώμα της φυτρώνουν νάυλον σπυριά.
Με θλίψη αναλογίζομαι που έλειψαν για πάντα
οι άγιοι κ’ οι ληστές απ’ τα βουνά.

Το σιδερένιο γένος είναι τώρα στην ακμή του.
Οι δολοφόνοι είν’ απ’ όλους σεβαστοί.
Κερνά ο διάβολος τη δίψα κι απ’ τ’ ασκί του
πίνουνε προλετάριοι κι αστοί.

Πηγή:
Ποιήματα κεντήματα στο δέρμα του διαβόλου, 1998

Εικονογράφηση:
Σωτήρης Σόρογκας

***

Σε μια τεφρή γλειμμένη γη που αρνιόταν να βλαστήσει
καθώς παραπονιόμουνα κάποιο πρωί στη φύση
βαδίζοντας στα κουτουρού κι ακόνιζα τη λάμα
της σκέψης πάνω στην καρδιά σαν σε σκληρό ένα πράμα,
είδα μέσα στο φως βαρύ να ’ρχεται προς τα κάτω
μεγάλο νέφος πένθιμο νεροποντή γεμάτο
μ’ έναν εσμό από δαίμονες, μια σπείρα κακοήθη
που θύμιζε αδιάκριτους νάνους σε παραμύθι.
Βαλθήκαν να παρατηρούν μ’ απάθεια τ’ άτομό μου·
κι όπως διαβάτες που κοιτούν τον παλαβό του δρόμου
αντάλλασαν νοήματα και μουρμουρίζαν κάτι
ο ένας στον άλλο μυστικά και κλείνοντας το μάτι.

Δέστε του Αμλέτου τη σκιά, την τραγική του στάση
που διάλεξε ο γελοίος αυτός τάχα για να του μοιάσει,
με βλέμμα αναποφάσιστο, μαλλιά ανακατωμένα.
Ντροπή δεν είναι για ένα αστό καλοθρεμμένο ή ένα
απόκληρο, ένα ηθοποιό και πιο σωστά θεατρίνο,
επειδή παίζει πειστικά τον μέγα ρόλο εκείνο
να θέλει να ενδιαφερθούν για τ’ άθλια του τραγούδια
οι τζίτζικες κι οι αετοί, τα ρυάκια, τα λουλούδια
και ν’ απαγγείλει ως και σ’ εμάς πού ’χουμε επινοήσει
τ’ αρχαία αυτά τεχνάσματα ; τη θλιβερή του ποίηση ;»

Ο αλαζόνας μου εαυτός που ξεπερνά τα νέφη,
οικτίροντας τους δαίμονες την όψη του αποστρέφει,
γαλήνια κι ηγεμονική απ’ το χυδαίο τους πλήθος,
όταν, ανάμεσα σ’ αυτούς, με σπαραγμό στο στήθος
διέκρινα ήλιε πώς μπορείς ν’ αντέχεις τέτοιο ψέμα !
των λογισμών μου την κυρά με το θεσπέσιο βλέμμα
μαζί τους να γελάει με τη δική μου απελπισία
και να τους ρίχνει πού και πού μια βρώμικη θωπεία.

Πηγή:
Δεκαπέντε ποιήματα, μτφρ. Νίκος Φωκάς, 1994

Εικονογράφηση:
Τάσος Μισούρας, Χωρίς τίτλο, 2005

***

Φαντάζομαι τις έγχρωμες γυαλιστερές γυναίκες
στον τελευταίο τους χορό μ’ ένα στο χέρι κέρμα
μπροστά από το παλιό τζουκ μποξ τα ρούχα τους να σκίζουν
και ρίγος να διαπερνά το αμείλικτό τους δέρμα.

Απρόσιτες στον πύργο τους κι έχοντας δραπετεύσει
για μια συνάντηση κρυφή με κάποιον εραστή τους
στης θάλασσας των ηδονών βουλιάξαν το βελούδο
και βρέθηκαν αιχμάλωτες μες στην κοιλιά του κήτους.

Ναι, λάμπουνε φωσφορικά, νιώθοντας στο κορμί τους
ενός παράφρονα θεού να τους χαϊδεύουν γάντια.
Λικνίζονται στα δάπεδα λύνοντας το σπασμό τους
κι από τα μέλη τους τα ανοιχτά βγαίνουν υγρά διαμάντια.

Κυνηγημένες μάγισσες χωρίς την πυρκαγιά τους,
μιλώντας με ακατάληπτες περίπλοκες διαλέκτους,
ωραίες, αλλοπρόσαλλες και απομακρυσμένες,
ίδιες με αυτά τα μανεκέν που βλέπω στα προσπέκτους.

Το υπόκωφο τραγούδι τους κρατά φυλακισμένο
μες στο βυθό του Ιωνά η σάρκινη μεμβράνη.
Αυτή που τις παγίδεψε σε ηλιοτροπίων τόπους
και που το κάθε ανόητο κορίτσι δεν την πιάνει.

Φαντάζομαι τις έγχρωμες γυαλιστερές γυναίκες
στον τελευταίο τους χορό, μ’ ένα στο χέρι κέρμα,
να με κοιτάζουν σαν τζουκ μποξ, να με περιγελάνε
κι όλο να μου επιστρέφουν το ματαιωμένο σπέρμα.

Πηγή:
Συγνώμη για την Άμυνα, 1991

Εικονογράφηση:
Γιάννης Μαρκόπουλος, Art War 2, 2010

 

Γενέθλια κι αγόρασα σκοινί,
τον κόμπο μου τον έχω φτιάξει πρόχειρα
παραληρώντας πάνω στο σκαμνί,
στον τελευταίο ρόλο του αυτόχειρα.

Πίσω μου τίποτα, τίποτα στο μέλλον,
μονάχα η κηδεία των ψηλών καπέλων.

Γενέθλια και φτύνω τις ευχές,
σοκολατάκια στήνω για ικρίωμα.
Ελπίζω με τις πρώτες τις βροχές
να ξεχαστώ και γω και το σημείωμα.

Πηγή:
Όλα από χέρι καμένα, 1988

Εικονογράφηση:
Εδουάρδος Σακαγιάν, 1993

***

Με κομπίνες και φτηνές βιοτεχνίες
από το σαράντα εννέα κι ως εδώ,
λογαριάζοντας συνθήκες κι ευκαιρίες
και πληρώνοντας συντριπτικό δασμό.

Ο τιμάριθμος, η μοναξιά κι η βία
με της φτώχειας σου τη διαλεκτική
ανατρέπουν τη λεπτή σου ισορροπία
και γυρεύουνε μια λύση εκρηκτική.

Ξαναπαίζεται στο νου σου η ταινία:
συρματόπλεγμα, Α2, υπογραφή.
Η προσέγγιση μια κούφια ειρωνία
κι ένας χρόνος που δεν κάνει επαφή.

Τα υπάρχοντα σχεδόν κατεσχεμένα,
το δυάρι, το παλιό σου Ι.Χ.
είναι σήματα σαν κρυπτογραφημένα
που σε μπάζουν σε μια αλλιώτικη εποχή.

Κι όμως ξέρω ότι είσαι σαν και μένα
σε συνάντησα στην άσφαλτο θαρρώ,
περιμένοντας μαζί καινούργια γέννα
με σημαίες κι ενδοφλέβιο ορό.

Με κομπίνες και φτηνές βιοτεχνίες
από το σαράντα εννέα κι ως εδώ,
δίχως μελανά σημεία κι απορίες,
ψάχνεις σπίρτο κι υλικό για εμπρησμό.

Πηγή:
Ραντάρ, 1981

Εικονογράφηση:
Βλάσης Κανιάρης, Παρατηρητής, 2005

.
Συχνά για να σκοτώσουνε τον άδειο τους καιρό
οι ναύτες παίζουν με «άλμπατρος» που πιάνουν επιτήδεια·
τεράστιους γλάρους που πετούν απάνω απ’ το νερό
κι ακολουθούν, νωχελικοί συντρόφοι, τα ταξίδια.
 
Μόλις πάνω στου καραβιού τα ξύλα με χαρές
τους βασιλιάδες του γλαυκού ο ναύτης ακουμπάει,
αφήνουν τις φτερούγες τους εκείνοι χαλαρές
να τους κρεμούν σαν δυο κουπιά αχρείαστα στο πλάι.
 
Οι αγέρωχοι ταξιδευτές πώς φαίνονται δειλοί!
Τι αστείοι που ’ναι κι άσκημοι οι ωραίοι αιθεροβάτες!
Κάποιος το ράμφος τους με το τσιμπούκι του ενοχλεί
ή αναγελά κουτσαίνοντας τους φτερωτούς σακάτες.
 
Όμοια μ’ αυτούς τους πρίγκηπες του αιθέρα κι ο Ποιητής
ούτε για βέλη νοιάζεται ούτε αν βροντά κι αστράφτει·
μα μέσ’ στη χλεύη εξόριστος μιας κοινωνίας αστής
απ’ τα γιγάντια του φτερά στο βάδισμα σκοντάφτει.
.
Κάρολος Μπωντλαίρ, Δεκαπέντε ποιήματα, 1994
.
Στους προσφιλείς νεκρούς η Ποίηση κάνει λαμπρή κηδεία.
Μ’ επισημότητα και μ’ αίγλη μυθική
Βαθιά τούς θάβει. Χαιρετάει με μουσική
Τους ρίχνει στέφανα, μια πλάκα κρύα,
Πίσω των στίχων η ατέλειωτη πομπή
Κι απάνω μια επιτύμβια Ιστορία.

Αγγέλων χούφτες τους σφραγίζουν τη σιωπή
Μέχρι τη Δεύτερή τους Παρουσία
Που με συντρίμμια την ταφόπλακα οι νεκροί
Το νοτισμένο θα κινήσουνε κορμί

Κάποιες ασύνορες αφήνοντας πατρίδες
Ωριμασμένη να μας δρέψουν τη ζωή.

Αναστημένες οι νεκρές μας οι ελπίδες
Με νέα δύναμη γιγάντια, νέα ορμή,
Τα χέρια γύρω απ’ το λαιμό μας θα τυλίξουν.

Εκδικητές, τυραννοκτόνοι, να μας πνίξουν.

Το μεγάλο ταξίδι, 1971


.

Φθινόπωρο στον έρωτα απόψε ανατέλλει
αρισμαρί και μέλι μύρισαν τα βουνά
κι εγώ κοιτάζω σιωπηλός το χώμα το βρεγμένο
σαν κάρβουνο αναμμένο η ομορφιά πονά.

Φιλί γυρεύω του ουρανού κι αυτός μου δίνει στάχτη
μα απ’ της καρδιάς τ’ αδράχτι σαν θέλω να κοπείς
σαλεύουν τα πορτόφυλλα κι η κλειδωνιά γυρίζει
αέρας μου σφυρίζει, αν έρθεις μην αργείς.

Γδύσου κι από τα μάτια μου πάρε νερό και πλύσου
ο χωρισμός θυμήσου είναι χειμωνανθός
την λύπη την κατοίκησα σε νύχτα και σε μέρα
σ’ αφήνω στον αέρα για να σε βρω στο φως.

Η αγάπη φόβους κι όνειρα δειπνά προτού ραγίσει
στου πόνου το ξωκλήσι αγιάζει η ερημιά
κι εγώ μια θλίψη που ζητώ για να με σημαδέψει
το φως πριν βασιλέψει θα σ’ αρνηθώ ξανά.

δίσκος : Γιάννης Χαρούλης, Χειμωνανθός, 2006

.

1

Ήρθες μονάχος.
Θα φτιάξεις τον κήπο σου.
Μόνος θα φύγεις.

2

Στέκω μπροστά σου.
Τρεμάμενος γίγαντας!
Μαργαρίτα μου.

3

Πέφτουν σαν λόγια
στην πράσινη Έδεσσα.
Οι καταρράκτες.

4

Ο Αλιάκμονας.
Τα δάκρυα των βουνών.
Ευλογία μας.

5

Η Πανσέληνος;
Στο ποτήρι μου λιώνει,
Σαν ασπιρίνη.

6

Μπροστά στο φακό.
Το λουλούδι και τ’ άστρο,
Δε θα πεθάνουν.

7

Σπασμένο κλαδί
αλλά η άνοιξη δες —
το κυρίεψε.

8

Κρυφοί στεναγμοί.
Των αστεριών η λύρα
στ’ άδειο πηγάδι.

9
Το τρένο περνά.
Οι παλιές μου αγάπες-
Σφυρίζουνε αχ!

10

Οι παπαρούνες —
τι άκουσαν άραγε
και κοκκίνισαν.

11

Αχ! χορταράκι
το μπόι σου κάποτε
θα με περάσει

12

Όλος ο κόσμος
δεκαεφτά συλλαβές.
Τραγούδα, μπορείς!

Κεριά θυέλλης, 2005

.
Στα πεύκα που γέρνουν σαν πράσινες φλόγες,
στητές το μπλουζάκι τσιτώνουν οι ρώγες,
χρυσόσκονη η άμμος την κόμη στολίζει,
ο αλλήθωρος πόθος κλεφτά προσεγγίζει,
φυσάει τη φωτιά που δεν κόρωσε ακόμα,
πικρίζει το σάλιο στο ανέγγιχτο στόμα

κι ο ήλιος να δύει, να χάνεται η μέρα,
φωνές να πετούν σαν πουλιά στον αέρα,
να σβήνει το φέγγος σε ρόδινη αφάνεια,
η νύχτα την φύση να ρίχνει σε ορφάνια
κι ο φλοίσβος σαν αίμα στις φλέβες να πάλλει,
σκοτάδι να γδύνει ψυχές κι ακρογιάλι,

που αθέατα χείλη, δειλά, παροτρύνει,
με μάτια που κλείνουν γι’ αυτό που θα γίνει.

Πλανόδιον, τχ. 41, Δεκέμβριος 2006



Στο μυαλό μου είχε κολλήσει
σαν μαστίχα πατημένη,
που όταν έφευγε θλιμμένη
ασυλλόγιστα είχε φτύσει.

Στο άδειο σπίτι όλα σωπαίνουν,
δεν κροτούν ψηλά τακούνια,
στις αράχνες τα ζουζούνια
μόνο ακούς ν’ αργοπεθαίνουν.

Είχαν μείνει μες στο μπάνιο
άρωμα, ίχνη από φκιασίδια
με χαρτιά κι αποχτενίδια
και στα κύπελα βιδάνιο.

Μια καρφίτσα ξεχασμένη
στοίβα οι γόπες στο τασάκι
και της σκέψης το σαράκι
που ήρθε κι έφυγε σαν ξένη.

Πλανόδιον, τχ. 41, Δεκέμβριος 2006

.

α.

Της μοίρας και του κόσμου η καταφρόνια
μ’ αφήνει έρμο και μονάχο να δακρύζω·
ανώφελα προς τις νεφέλες ολολύζω,
με μένα με χωρίζει μια διχόνοια.
Αν ήμουν νέος με σκοπούς, φιλοδοξίες,
πλήθος χαρίσματα και όψιν ευειδή,
άνθρωπος άλλος αν γινόμουν δηλαδή
με φίλους άφθονους, με κύκλο, γνωριμίες . . .
Κι εκεί που φρουδευμένος με σιχαίνομαι,
σε σκέφτομαι, κι ολόιδιος αηδόνι
ωδή προς τα ουράνια υφαίνω με
τέρψη πρωινή κι αφύπνισης ραστώνη :
η αγάπη σου είναι πλούτος από μόνη της,
κι οι θησαυροί οι βασιλικοί τρώνε τη σκόνη της.

.

β.

Όποτε μ’ αδικούν ο κόσμος και η μοίρα,
μονάχος κι έρημος τη μοναξιά μου κλαίω·
το πεπρωμένο καταριέμαι επί ματαίω
κι επικαλούμαι έναν βαρήκοο σωτήρα.
Εύχομαι να ’μοιαζα με ευρυμαθή φωστήρα,
ελπιδοφόρο, ταλαντούχο και ωραίο,
δημοφιλή και περιζήτητο και νέο —
όλα τα θέλησα μα τίποτα δεν πήρα.
Κι εκεί που φρούδευση μεγάλη με συγχίζει,
με πιάνει η σκέψη σου σαν την αμινεπτίνη
και πλέκω στίχους χαρωπούς, σαν καναρίνι
που την αυγούλα χαιρετά και τιτιβίζει.
Τέτοια του έρωτα οι θύμησες είν’ πλούτη,
που τα βασιλικά θα τα’παιζα μπαρμπούτι.

.

γ.

Σα με καταφρονούν η Μοίρα κι οι βλαχάρες,
μόνος τη μοναξιά μου κλαίω, το ’χω χούι·
με οιμωγές, μεμψιμοιρίες και κατάρες
μάτην οχλώ τον ουρανό, που βαριακούει.
Εύχομαι να ’μοιαζα σε νιο ελπιδοφόρο,
να’χα τους φίλους του κι όλα του τα σουσούμια,
ταλέντο κι ευρυμάθεια — δε φέρνουν κόρο
χάρες που δεν τις χαίρομαι, ξερά λουκούμια.
Όμως σχεδόν αυτοπεριφρονούμενος
εσένα σκέφτομαι ευτυχώς, και τα ντουζένια
γυρνούν ξανά σα σπίνος αφυπνούμενος
ωδή που πέμπει στα ουράνια, χρυσαφένια·
γιατί η αγάπη σου είναι τέτοιος θησαυρός
που βασιλιά να παραβγείς, εσύ τον τρως !

(2010)

Πρώτη δημοσίευση

.

Στον έρωτα οι ξένες σού μιλούν ελληνικά
Και βέβαια σου λεν τα πιο γλυκά
Λόγια της γλώσσας μας που ξέρουν να σου πουν
Όμως στον οργασμό έτσι και φτάσουν
Τα ελληνικά τους ψάχνουν, προσπαθούν
Μα δεν μπορούν τη γλώσσα μας να βρουν
Μα δεν μπορούν τα λόγια της να πιάσουν
Γιατί το σώμα είναι τότε που μιλά
Κι από τον πρώτο κόσμο τους βαθιά
Η μητρική τους γλώσσα ξεπηδά
Σχεδόν μιλάει της φυλής τους το τοτέμ
Όταν παράφορα κραυγάζουν ή σου λεν
Βραχνά, λιπόθυμα, γλυκά και τρυφερά
Ντάρλιγκ! Αμόρε μίο! Ιχ λίμπε ντιχ! Ομπίτσιαμ τε! Ζε τ’ εμ!

Έρως ανίκατε μάχαν, 2004