.

Σκάζανε αυγά
κι έβγαιναν στον κόσμο
άρρωστα παιδιά
σα σπασμένα άστρα
μαύρα περιστέρια
διώχνανε τον ήλιο
με κακές πετσέτες
μ’ άχαρες στριγκλιές
έβραζε η θάλασσα
καίγαν τα πουλιά της
τα διωγμένα ψάρια
κλαίγαν στο βουνό
κι ένα λυσσασμένο
κόκκινο φεγγάρι
ούρλιαζε δεμένο
σα σφαγμένο βόδι

Ο περίπατος, 1960

.

Έστι δε φύλον εν ανθρώποισι ματαιότατον,
όστις αισχύνων επιχώρια παπταίνει τα πόρσω,
μεταμώνια θηρεύων ακράντοις ελπίσιν.

ΠΙΝΔΑΡΟΣ

A.

Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις
μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί
κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις
κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί.

Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση
από τ’ αγκάθι σου έφευγε του δρόμου ο στοχασμός
η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ’ αποχτήσει
ο κόσμος ήταν εύκολος· ένας απλός παλμός.

.

Β.

Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ’ ακρογιάλια
η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό·
λάμπουνε ξάφνου πορφυρά της μνήμης τα κοράλλια…
Ω μην ταράξεις… πρόσεξε ν’ ακούσεις τ’ αλαφρό

ξεκίνημά της… τ’ άγγιξες το δέντρο με τα μήλα
το χέρι απλώθη κι η κλωστή δείχνει και σε οδηγεί…
Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα
να ʼσουν εσύ που θα ʼφερνες την ξεχασμένη αυγή!

Στον κάμπο του αποχωρισμού να ξανανθίζουν κρίνα
μέρες ν’ ανοίγουνται ώριμες, οι αγκάλες τ’ ουρανού,
να φέγγουν στο αντηλάρισμα τα μάτια μόνο εκείνα
αγνή η ψυχή να γράφεται σαν το τραγούδι αυλού…

Η νύχτα να ʼταν που έκλεισε τα μάτια; Μένει αθάλη,
σαν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό,
μια στάχτη κι ένας ίλιγγος στο μαύρο γυρογιάλι
κι ένα πυκνό φτερούγισμα στην εικασία κλειστό.

Ρόδο του ανέμου, γνώριζες μα ανέγνωρους μας πήρες
την ώρα που θεμέλιωνε γιοφύρια ο λογισμός
να πλέξουνε τα δάχτυλα και να διαβούν δυο μοίρες
και να χυθούν στο χαμηλό κι αναπαμένο φως.

.

Γ.


Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα!
Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής
σήκωσε το κεφάλι σου από τα χέρια τα καμπύλα
το θέλημά σου να γενεί και να μου ξαναπείς

τα λόγια που άγγιζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη·
κι ας γείρει ο πόθος σου βαθύς σαν ίσκιος καρυδιάς
και να μας πλημμυράει με των μαλλιών σου τη σπατάλη
από το χνούδι του φιλιού στα φύλλα της καρδιάς.

Χαμήλωναν τα μάτια σου κι είχες το χαμογέλιο
που ανιστορούσαν ταπεινά ζωγράφοι αλλοτινοί.
Λησμονημένο ανάγνωσμα σ’ ένα παλιό ευαγγέλιο
το μίλημά σου ανάσαινε κι η ανάλαφρη φωνή:

«Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο
κι ο πόνος απαλά μες στην ψυχή μου λάμνει
χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ’ όνειρο μένει απόντιστο
κι είναι σαν να διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι.

»Με του ματιού τ’ αλάφιασμα, με του κορμιού το ρόδισμα
ξυπνούν και κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια
με περιπλέκει χαμηλό το κυκλωτό φτερούγισμα
ανθρώπινο άγγιγμα στο κόρφο μου τ’ αστέρια.

»Την ακοή μου ως να ʼσμιξε κοχύλι βουίζει ο αντίδικος
μακρινός κι αξεδιάλυτος του κόσμου ο θρήνος
μα είναι στιγμές και σβήνουνται και βασιλεύει δίκλωνος
ο λογισμός του πόθου μου, μόνος εκείνος.

Λες κι είχα αναστηθεί γυμνή σε μια παρμένη θύμηση
σαν ήρθες γνώριμος και ξένος, ακριβέ μου
να μου χαρίσεις γέρνοντας την απέραντη λύτρωση
που γύρευα από τα γοργά σείστρα του ανέμου…»

Το ραγισμένο ηλιόγερμα λιγόστεψε κι εχάθη
κι έμοιαζε πλάνη να ζητάς τα δώρα τ’ ουρανού.
Χαμήλωναν τα μάτια σου. Του φεγγαριού τ’ αγκάθι
βλάστησε και φοβήθηκες τους ίσκιους του βουνού.

…Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πώς πάει και λιγοστεύει
μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς
μέσα στα βάθη του καιρού, πώς η καρδιά στενεύει
και χάνεται στο λίκνισμα μιας ξένης αγκαλιάς…

.

Δ.


Δυο φίδια ωραία κι αλαργινά, του χωρισμού πλοκάμια
σέρνουνται και γυρεύουνται στη νύχτα των δεντρών,
για μιαν αγάπη μυστική σ’ ανεύρετα θολάμια
ακοίμητα γυρεύουνται δεν πίνουν και δεν τρων.

Με γύρους και λυγίσματα κι η αχόρταγή τους γνώμη
κλώθει, πληθαίνει, στρίβει, απλώνει κρίκους στο κορμί
που κυβερνούν αμίλητοι του έναστρου θόλου οι νόμοι
και του αναδεύουν την πυρή κι ασίγαστη αφορμή.

Το δάσος στέκει ριγηλό της νύχτας αντιστύλι
κι είναι η σιγή τάσι αργυρό όπου πέφτουν οι στιγμές
αντίχτυποι ξεχωρισμένοι, ολόκληροι, μια σμίλη
προσεχτική που δέχουνται πελεκητές γραμμές…

Αυγάζει ξάφνου το άγαλμα. Μα τα κορμιά έχουν σβήσει
στη θάλασσα στον άνεμο στον ήλιο στη βροχή.
Έτσι γεννιούνται οι ομορφιές που μας χαρίζει η φύση
μα ποιος ξέρει αν πέθανε στον κόσμο μία ψυχή.

Στη φαντασία θα γύριζαν τα χωρισμένα φίδια
(Το δάσος λάμπει με πουλιά βλαστούς και ροδαμούς)
μένουν ακόμη τα σγουρά γυρέματά τους, ίδια
του κύκλου τα γυρίσματα που φέρνουν τους καημούς.

.

Ε.


Πού πήγε η μέρα η δίκοπη που είχε τα πάντα αλλάξει;
Δε θα βρεθεί ένας ποταμός να ʼναι για μας πλωτός;
Δε θα βρεθεί ένας ουρανός τη δρόσο να σταλάξει
για την ψυχή που νάρκωσε κι ανάθρεψε ο λωτός;

Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα
που ανοίγει τα επουράνια κι είν’ όλα βολετά
προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα
την ώρα που του δειλινού χάνουνται τ’ ανοιχτά

τριαντάφυλλα… Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας,
μόνο στη μνήμη απέμεινες, ένας βαρύς ρυθμός
ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας
τρίκυμισμα της θάλασσας… Ο κόσμος είναι απλός.

Στροφή, 1931

.

και η θάλασσα ουκ έστιν έτι

Κι εγώ στα χέρια μου μόνο μ’ ένα καλάμι
ήταν έρημη η νύχτα το φεγγάρι στη χάση
και μύριζε το χώμα από την τελευταία βροχή.
Ψιθύρισα·  «η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί,
ο ουρανός είναι λίγος, θάλασσα δεν υπάρχει,
ό,τι σκοτώνουν την μέρα τ’ αδειάζουν με κάρα πίσω απ’ τη ράχη».

Τα δάχτυλα μου παίζανε ξεχασμένα μ’ αυτή τη φλογέρα
που μου χάρισε ένας γέροντας βοσκός επειδή του είπα καλησπέρα·
οι άλλοι ξέγραψαν κάθε χαιρετισμό·
ξυπνούν, ξυρίζουνται, κι αρχίζουν μεροκάματο το σκοτωμό,
όπως κλαδεύεις ή χειρουργείς, μεθοδικά, χωρίς πάθος·
ο πόνος νεκρός σαν τον Πάτροκλο και κανείς δεν κάνει λάθος.

Συλλογίστηκα να φυσήξω ένα σκοπό κι έπειτα ντράπηκα τον άλλο ……………κόσμο
αυτόν που με βλέπει πέρ’ απ’ τη νύχτα μέσ απ’ το φως μου
που υφαίνουν τα κορμιά ζωντανά, οι καρδιές γυμνές
κι η αγάπη που ανήκει και στις Σεμνές
καθώς και στον άνθρωπο και στην πέτρα και στο νερό και στο ……………χορτάρι
και στο ζώο που κοιτάει κατάματα το θάνατο που έρχεται να το ……………πάρει.

Έτσι προχώρησα στο σκοτεινό μονοπάτι
κι έστριψα στο περβόλι μου κι έσκαψα κι έθαψα το καλάμι
και πάλι ψιθύρισα· «θα γίνει ανάσταση μιαν αυγή,
πως λάμπουν την άνοιξη τα δέντρα θα ροδαμίσει του όρθρου η ……………μαρμαρυγή,
θα ξαναγίνει πέλαγο και πάλι το κύμα θα τινάξει την Αφροδίτη·
είμαστε ο σπόρος που πεθαίνει».
Και μπήκα στ’ αδειανό μου το σπίτι.

Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ’, 1955

https://i1.wp.com/like-wolves-life.pblogs.gr/files/55388-enya_-_paint_the_sky_with_stars_inlay.jpg

.
Τ’ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους
στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα καράβια
ψυχή μου λυτρώσου απ’ τον κρίκο του σκότους
πικρή φλογισμένη που δέεσαι μ’ ευλάβεια.

Στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα καράβια
η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη
πικρή φλογισμένη που δέεσαι μ’ ευλάβεια
ψυχή μου γνωρίζεις ποιος νόμος σε δένει.

Η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη
στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει
ψυχή μου γνωρίζεις ποιος νόμος σε δένει
και τι θα σου μείνει και τι θα σ’ αφήσει.

Στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει
ακούγονται μόνο του χρόνου τα σείστρα·  
και τι θα σου μείνει και τι θα σ’ αφήσει
αν τύχει κι ανάψει βουβή πολεμίστρα.

Ακούγονται μόνο του χρόνου τα σείστρα
μετάλλινη στήλη στου πόνου την άκρη
αν τύχει κι αστράψει η βουβή πολεμίστρα
ούτε όνειρο θά ʼβρεις να δώσει ένα δάκρυ.

Μετάλλινη στήλη στου πόνου την άκρη
ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι
ούτε όνειρο θά ʼβρεις να δώσει ένα δάκρυ
στο πλήθος σου το άυλο που σφίγγει σα φίδι.

Ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι
σαν τι να προσμένει να πέσει η γαλήνη;
στο πλήθος σου το άυλο που σφίγγει σα φίδι
δεν είναι ο ουρανός μηδέ αγγέλου ευφροσύνη.

Σαν τι να προσμένει να πέσει η γαλήνη;
Σ’ ανθρώπους κλειστούς που μετρούν τον καημό τους
δεν είναι ουρανός μηδέ αγγέλου ευφροσύνη
τ’ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους.

Τετράδιο γυμνασμάτων, 1940

.

Σαν τον προσκυνητή του Φλαμμαριόν
που τον επουράνιο θόλο διαπερνά
τη λειτουργία κοσμικών μηχανισμών
για να διακρίνει απ’ την άλλη καθαρά

σαν το δέος του παλιού προσκυνητή
που μιλώντας για τροχό μες στον τροχό
(εκεί όπου ο ουρανός συνάντησε τη γη)
ψηλαφεί τον έναν κι έναστρο θεό

σαν τα μυστικά, τα καμπύλα όνειρά του
έξω απ’ τη μεσαιωνική επίπεδη ματιά
όπου βλέπει το μυστήριο του θανάτου
να λαμπυρίζει στα ψυχρά αστρικά νερά

έτσι, τη νύχτα, η επιστήμη είν’ αμαρτία
και τα μάτια σου η μόνη αστρονομία.

.

Σημ.: Η Ξυλογραφία του Φλαμμαριόν, που πήρε το όνομά της από τον Γάλλο αστρονόμο Καμίλ Φλαμμαριόν, απεικονίζει έναν προσκυνητή του Μεσαίωνα που, διαπερνώντας τον ουράνιο θόλο, παρατηρεί τους μηχανισμούς που ρυθμίζουν τη λειτουργία του Σύμπαντος.

Πρώτη δημοσίευση

.

Μέσα στο τρόλλεϋ λίγα γερόντια
νέοι, αλλοδαποί, κάνας φαντάρος.
Ψυχρός ο οδηγός, μέσα απ’ τα δόντια
μουρμούρα… του Μπωντλαίρ ο γλάρος.

Η αφετηρία -σκέφτεται- είν’ ο τάφος
και κάθε στάση μοιάζει ωχρό σημάδι
που δείχνει όσων μπουν εκεί το λάθος…
το λάθος που τους πάει ντουγρού στον Άδη

Κι όταν θα έρθει η ώρα να σχολάσει
με θλίψη τον κοιτούν νέοι και γέροι
στη μοίρα τους σαν να τους έχει αφήσει.

Ποιος άραγε θεός τον έχει πλάσει
-αναρωτιούνται- αυτόν τον τραβαγιέρη;
τρομάζοντας με τη διπλή του φύση…

sfencos.blogspot.com, 2010

.

Τα χείλη σου είδε η κερασιά και μάτωσε απ’ την ζήλια
και γίναν τα κεράσια της σαν δαγκωμένα χείλια.

****

Όπως στο Φραγκοκάστελλο τέλη Μαΐου οι Κρήτες,
βλέπω κι εγώ φαντάσματα: δυο χείλη Δροσουλίτες.

****

Βγήκε μια φλούδα φεγγαριού σαν έπεσε το δείλι –
ποιος ξεφλουδίζει το φιλί για να σου φάει τα χείλη;

****

Μες στα ρουμπίνια των χειλιών δόντια μαργαριτάρι,
ποιος το διαμάντι του φιλιού απόψε θα στο πάρει;

****

Χθες τ’ όνειρό μου έδυσε σ’ ενός φιλιού το κύμα,
γι’ αυτό κι ο ήλιος σήμερα πήρε χειλιών το σχήμα;

****

Στο πανηγύρι του χωριού μία φωτιά αναμμένη,
πιο κόκκινα τα χείλη σου – ποιος σ’ έχει φιλημένη;

****

Πίνεις, στην άκρη των χειλιών νεράκι ξεχειλίζει
ή το ανεπίδοτο φιλί δίψασε και δακρύζει;

****

Στην Πομπηία δυο χειλιών είν’ η ζωή μου σκλάβα,
θάψ’ την, Βεζούβιε του φιλιού, κάτω από τόνους λάβα.

****

Είναι πολύ φανταστικά τα χείλη που δεν έχω,
κάθε πραγματικότητα για να μπορώ ν’ αντέχω.

****

Έρωτας είναι, δ ε ρωτάς, και πας όπου σε πάει,
γιατί τα χείλη σου φυλάς κι ο πόνος με φιλάει;

1000 δίστιχα – Χ(ε)ίλια δίστιχα, 2010

.

Φωτιές καταπίνω λυγίζω τ’ ατσάλι
σπάω πέτρες με μία γροθιά μου
μασάω σπασμένα γυαλιά από μπουκάλι
και τρένα τραβάν’ τα μαλλιά μου

Τη μέση στηρίζει δερμάτινη ζώνη
πατάω σε μπλε ελβιέλες
στραβά τα ποδάρια κοντό παντελόνι
μα αρέσω πολύ στις κοπέλες

Σαν μπει καλοκαίρι γεμίζω μια τσάντα
και πάω όπου έχει λιμάνι
να βρω μια πλατεία να κάνω λεζάντα
με τρόπο που ο κόσμος τα χάνει

Ισιώνω τις πρόκες, σπαθιά με τρυπάνε
μα δε στάζει αίμα μια στάλα
και όλοι σε κύκλο να χειροκροτάνε
και όλοι  να θέλουνε κι άλλα

Χτυπιέμαι —δε λέω— να βγάλω με κόπο
ένα πιάτο φαΐ και μια μπίρα
δε βρήκα —όπως λένε— ποτέ άλλο τρόπο
δεν το ’θελε ίσως κι η μοίρα

Και βρίσκω όσο να ’ναι λίγο άδικα —φως μου—
αυτά που ακούνε τ’ αυτιά μου
για κάποιους που ξέρουν τα κόλπα του κόσμου
που δεν έμαθε η αφεντιά μου

Εγώ να ματώνω να βγάλω ένα γεύμα
και γύρω μου κάτι λαμόγια
μου λεν να βαδίζω εγώ κόντρα στο ρεύμα
κι αυτοί όλο λόγια όλο λόγια

Εγώ να χτυπιέμαι να βγάλω ένα πιάτο
και γύρω —ξανά— τα λαμόγια
να τρώνε να πίνουν —οι σκύλοι— άσπρο πάτο
φωνάξτε επιτέλους το μπόγια . . .

stixakias.wordpress.com, 2008

.

Μελαψές φυλές
κοντοπόδαρες
Σειληνοί του κράτους
που ξερνάει και νά τους
τσιφτετέλληνες
με γονείς ληστές
των συντρόφων τους θύτες
για αμνηστία αλήτες
τώρα διοικητές
Κράτος ασυστόλων
και πεσμένων κώλων
κωλοέλληνες

Η χάρτα αυτού του κράτους κρύβει απάτη
που φτάνει στον γνωστό αγριορωμιό
στο Ντάτσουν μιας φυλής που ζει φευγάτη
απ’ ό,τι Ελληνικό στον κόσμο αυτό

Κωλοέλληνες
Κωλοέλληνες

Κωλοέλληνες
μασκαρλίκια δες
στο άλφα τής αξίας
της αρχής τής μίας
λουτροκαμπινές
Τιμωρός καιρός
πέντε αιώνες δύσης
εθνικής θα ζήσεις
από δω και μπρος
με αγγλικές αλφαβήτες
μαλλιαροί μου Ελλαδίτες
θλιβερές μου πορδές

Πνεύμα αλήτικο
Ελλαδίτικο
σε Μικρά Ασία
Κύπρο Λευκωσία
Βόρειο Ήπειρο
Δεν ακούει κανείς
στο χειρότερο
του Ελληνισμού κομμάτι
στην Ελλάδα ζεις

Μια φάουσα καταπίνει τον αέρα
τη θάλασσα την πόλη το ιερό
πλημμύρισε σκουλήκια η μητέρα
το ρόδο καταγής βγάζει καπνό

Δεν υπάρχει ελπίς
στην Ελλάδα ζεις

Σκαλιστές σκιές
μακρυχέρηδες
με το φως σπασμένο
κρατικοποιημένο
αχ οι Έλληνες
Αλλά εκεί στην ξένη
στην οθόνη σκυμμένοι
θεϊκά δεμένοι
με την οικουμένη
στους απέναντι τόπους
φωτοκολλημένοι
απ’ τον εδώ ουρανό τους

Κι ενώ εδώ θα ζούμε καταρρεύσεις
ο έξω Ελληνισμός θα προχωρεί
και φως και μουσική μιας άλλης σκέψης
στη μείζονα Ελλάδα θα εκραγεί

Στους Πανέλληνες
Στους Πανέλληνες

Το κούρεμα,1989

.

Το λεβεντόπαιδο που υπήρξα, το ’χει πάρει
εδώ και χρόνια ο κατήφορος, και πάει…
Στην κοινωνία ώρα μηδέν, κάθε τομάρι
κλέβει μια Στέλλα που ένας άλλος αγαπάει.

Οι πόθοι στον καταραμένο βάλτο, πάντα
γεμίζουν λάσπη την ψυχή κι ακολασία.
Πάω στα κόκκινα φανάρια –στα σαράντα–
όμως ποτέ την Κυριακή στην εκκλησία.

Ποιον ουρανό τάχα παντρεύτηκε η Αστέρω
κι έμεινα σαν νυμφίος ανύμφευτος στην λάβρα;
Καμιά Μαρία Πενταγιώτισσα δεν ξέρω
κι είναι η ζωή σαν το κορίτσι με τα μαύρα.

Την Γερακίνα πήραν σκλάβα οι λεφτάδες.
Κυριαρχούν σαπίλα κι αριστοκρατία.
Επανακάμπτει ο νόμος 4.000
και την διαπόμπευση την λεν δημοκρατία.

Ταινία παίζει στης Ομόνοιας το σεντόνι
η Οδύσσεια ενός ξεριζωμένου – και φοβίζει!
Ψάχνω ρωμαίικη καρδιά σε μια οθόνη,
ενώ το έθνος σαν κωθώνι μαϊμουδίζει.

Αν γίνεις τώρα πρώτος μες στους τελευταίους
βρίσκεις δουλειά, γιατί παντού ζητείται ψεύτης.
Με πιάνει ο ίλιγγος – αλίμονο στους νέους
Όταν οι τίμιοι σιωπούν, φωνάζει ο κλέφτης.

Σαν τον Ξανθόπουλο αντιπάλεψα την μοίρα,
μα σαν τον Βέγγο έχω πεθάνει στις σκουντούφλες.
Κι αφού κατάντησε η ζωή κάλπικη λίρα,
έγινα πλέον ένας ήρωας με παντούφλες.

dimsol.blogspot.com, 2011

.

Από το βράδυ ώς που να φέξει
Διαβάζω διάβαζε και Λέξη.
Κι αν βρέξει, απ’ την Ομπρέλα κάτου
να μπεις του Μάκη Αποστολάτου.
Αν θες να στείλεις τα γραφτά σου
για δημοσίευση στοχάσου:
o δρόμος προς τον ποιητή
περνάει απ’ τον συνδρομητή.

Φωστήρας γίνε με Φωστιέρη,
τον Σκοτεινό Έρωτα που ξέρει.
Κι αθανασία πιες λιγάκι
απ’ το Νερό του Πρατικάκη.
Τον Βλαβιανό με παρρησία
κλέψε και πες: κρυπτομνησία!
Γίνε του Τίποτα Αθλητής
και ο Κοντός προπονητής.

Με τον φαλλό να βγάζει μάτι
Στύσεως Εγκώμιον του Γαλάτη
μελέτησε – κι ένα Βραβείο
πάρε κι εσύ απ’ το υπουργείο.
Κι ένας φαλλός αν δεν σου φτάνει
πιάσε και του Υφαντή του Γιάννη,
που «αιρετικός» έγινε –αλί–
λέγοντας τον φαλλό καυλί.

Μες στην Στοά του Αρσακείου
η μασονία του βιβλίου.
Μέγας ο κάθε κακομοίρης
που προλογίζει ο Κώστας Μύρης.
Εδώ ανατέλλουνε τόσα άστρα –
ποιήτρια και η κάθε γλάστρα.
Κι όπου η γλάστρα τελικώς
εκεί και ο Βασιλικός.

Σ’ αυτήν την κόλαση του Δάντη
δόλιε ποιητή, πολιτικάντη,
γύρεψε μια έστω ρημαδο-
δάφνη –ό,τι πρέπει για στιφάδο–
και περιφέρσου άνω κάτω
στων σωματείων το αδελφάτο
κρατώντας μία συλλογή
στο χέρι σου γι’ ανταλλαγή.

Nobel λόγω ατεχνίας, 2008

.

Γεμίσαμε το χρόνο να πονούμε
σε τούτη τη ζωή τη βιαστική
και που πραγματικά να στηριχτούμε;
Όλοι είμαστε από δω περαστικοί,
αδύναμοι να ζούμε, χοϊκοί . . .
και κείνος ο γεράκος με το μούσι
μονάχα μες στα σκίτσα κατοικεί . . .
το ρέκβιεμ της ψυχής μας ποιος θ’ ακούσει ;

Ατάραχοι πως τις καρδιές κοιτούμε
από σχισμές ν’ αδειάζουν σαν ασκοί,
περίεργο, ενώ ξέρουμε θα δούμε
να χάνουν της αγάπης την ολκή . . .
περίεργο, πως μες στη φυλακή
και στων δεσμοφυλάκων το γιουρούσι,
απλά να αναρωτιόμαστε και κει
το ρέκβιεμ της ψυχής μας ποιός θ’ ακούσει ;

Είναι  στιγμές που κάποτε ευλογούμε
μια ιδέα του αιωνίου μυστική
πως μέσα του τη λύτρωση θα βρούμε
εικόνα κι απ’ το χιόνι πιο λευκή
που αν κι από μέσα βγαίνει μουσική
με νότες ευτυχίας να μας λούσει
στο βάθος θα ρωτάμε «μα αρκεί ;
Το ρέκβιεμ της ψυχής μας ποιος θ’ ακούσει ;»

Δεν είμαστε ένοχοι μα ενοχικοί
μετωπική του εαυτού μας κρούση
μια ερώτηση σε χρόνο διαρκή :
το ρέκβιεμ της ψυχής μας ποιος θ’ ακούσει ;

Φωτιά στον πάγο, 2010

.

Τηv πρώτη φορά που ήμουνα μπροστά
με ανατρίχιασε η χωματίλα, μια μυρωδιά ξινή
σα να ρευότανε σάπιο σκότος η γη.

Με τον καιρό, παρατηρούσα πόσο βαθύς
πρέπει να είναι ο λάκκος, πώς να μπήγω γερά το φτυάρι
και πώς μπροστά στον σκώληκα να δείχνω παλικάρι.

Απ’ τους παλιότερους διδάχτηκα πώς να ρίχνω αποπάνω
με μαλακές φτυαριές το χώμα για να δείχνει αφράτο
την ώρα που σκεπάζει το φως, με κόπρο και σκαθάρια γεμάτο.

Γυρνώντας στο σπίτι, τα νύχια μου είναι μαύρα
τα ρούχα βρωμούν, γδέρνω τις πέτσες μου, ανάβω φώτα, μα
μες στον ύπνο, σα λάκκο νιώθω το κρεβάτι να με ρουφά.

Με λένε Αλμπέρτο και φυτεύω λουλούδια στα πάρκα.
Σε άλλους αρέσει. Εμένα μου φέρνει αηδία.
Ένεκα βέβαια κι η ανεργία.

Εντευκτήριο, τχ. 61, 2003

.

Μάγκες ό,τι προλάβαμε
ό,τι ήπιαμε ό,τι φάγαμε
το μήνυμα το λάβαμε
γραπτά προφορικά

Το τόνισε η Τρόικα
σε λίγο δε θα τρώει κα-
σε λίγο δε θα τρώει κα-
κανένας τελικά

Είναι πικρό σαν κώνειο
ρε μάγκα το μνημόνιο
και σαν τρελό δαιμόνιο
μας τρώει τα σωθικά

Κι όπως είπε κι η Τρόικα
σε λίγο δε θα τρώει κα-
σε λίγο δε θα τρώει κα-
κανένας τελικά

karabouzouklides.blogspot.com, 10.11.2010

.

Έχω ένα Πύργο στην άκρη της Πόλης
μέσα υπάρχουν στολές πανοπλίες
και μία φατσούλα εξώλης προώλης
που κάνει τα βράδια γκριμάτσες αστείες

Έρχονται εδώ οδοιπόροι τουρίστες
σε γκρουπ κι ορισμένοι συχνά κατά μόνας
χορεύουν τις νύχτες σε λούτρινες πίστες
ενώ τον καιρό του ετοιμάζει ο χειμώνας

Ποτά φαγητά μουσικές και κοκτέιλ
πολυέλαιοι φώτα χοροί αλά μπρατσέτα
στον κήπο μου τρέχουν ο Τσίπ με τον Ντέηλ
κι εγώ των μαλλιών σου κοιτώ τη φουρκέτα

Αχ τούτη η φουρκέτα δεν ξέρει τι κάνει
κρατάει φυλακή τα μακριά τα μαλλιά σου
κι εγώ που κοιτάζω σα να ’μαι  χαϊβάνι
για κοίτα πώς τρέχω. . . πώς τρέχω κοντά σου

Πώς τρέχω κοντά σου με μια πιρουέτα
κρατώ —την καρδιά— μαξιλάρι εκεί πάνω
εκεί να καρφώσεις βαθιά τη φουρκέτα
να δω τα μαλλιά σου λυτά κι ας πεθάνω. . .

karabouzouklides.blogspot.com, 2010

.

Αυτές οι μέρες έχουν πάντα αίσιο τέλος
Μάγισσες ηττημένες που θα φύγουν
Χρυσές πλεξίδες σε παράθυρα που ανοίγουν
Δράκοι που πέφτουνε νεκροί από ένα βέλος

Μη βγεις ποτέ μέσα από τις σελίδες
Εκεί θα είσαι η δική μου αγαπημένη
Με μάγους και με ξωτικά τριγυρισμένη
Κι απ’ τις δικές μου τις στεγνές ελπίδες

Θα ρθω και θα σε πάρω κάποιο βράδυ
Σαν πρίγκιπας με το άτι σαν ιππότης
Κουτσός και μολυβένιος στρατιώτης

Ή ακόμα, με της μάχης το σημάδι
Σα βάτραχος, σαν κύκνος ή σα λύκος
Μα όπως και να χει, πληγωμένος ως συνήθως.

logopaigniasedueto.blogspot.com, 2010

.

Της τραγωδίας σήμανε το τέλος.
Έπεσε το σκοτάδι στη σκηνή.
Νεκροί η Δυσδαιμόνα κι ο Οθέλλος
την κάθαρση προσμένουν να φανεί.

Ποιος έφταιξε σ’ αυτή την ιστορία;
Ποιος θα τολμήσει, αλήθεια, να το πει;
Του Ιάγου η ζηλόφθονη μανία;
Των αυλικών του Οθέλλου η σιωπή;

Μα αν βάλουμε τα πράγματα σε τάξη
θα δούμε: Αυτοί που κείτονται νεκροί
μαζί με κείνους είχανε συμπράξει
και κάψει τη ζωή τους την πικρή.

Εκείνος το σπαθί είχε ακονίσει
πα στον ερωτικό του καϋμό
και κείνη στη θυσία συμφωνήσει
προσφέροντας τον άσπρο της λαιμό.

Δύσκολο να χωρίσεις τις ευθύνες,
δύσκολο την αλήθεια να την πεις
χωρίς να ξεσηκώσεις στις κερκίδες,
στα θύματα αισθήματα ντροπής.

http://www.sarantakos.com
(πρώτη δημοσίευση: περ. Πολιτιστική, 1985)

.

Πλεούμενο παλιό, σκουριές, κατράμι,
τρίζουν οι αρμοί, σβηστές οι μηχανές,
μνήμες σε κατοικούν, φωνές βραχνές,
μακρύς καιρός σε σφίγγει σαν πλοκάμι.

Ο καπετάνιος μούμια στο τιμόνι
σκυμμένος σε παλιούς μεσημβρινούς
πορεία χαράζει για τους ουρανούς,
ναύτες ακίνητοι στο ματσακόνι.

Όλα τα λόγια μες στο καρδιοχτύπι
μορφές αγγέλων και μορφές θεριών,
γεράκια με φτερά περιστεριών,
θάνατος και ζωή, χαρά και λύπη.

Ποιός είναι καπετάνιος, ποιος το σκάφος;
το κυβερνάς ή αυτό σε κυβερνά;
ποιος απ’ τους δυο τον άλλον προσπερνά;
Υδάτινος δεν σου ταιριάζει τάφος.

Απ’ την Ινδία ώς τη Μαδαγασκάρη
κόντρα καιρός με γρέγο και νοτιά
γίνηκ’ η θάλασσα παντού σταχτιά
κι ο σίφουνας χυμάει να σε μπατάρει.

Σκισμένα τα πανιά σου θα τα ράψω
και θα σου στείλω αγέρηδες καλούς
για να σε παν σε μυστικούς γιαλούς
κι εκεί το στίχο το στερνό θα γράψω.

Το γήινο ταξίδι έχεις τελειώσει,
στρέφεις την πλώρη σου στον ουρανό,
για τον Αλδεβαράν τον μακρινό
και κόσμους άλλους με μιαν άλλη γνώση. . .

Το πλοίο-φάντασμα, 1995

.

Ειρηνικέ αναγνώστη, φυσιολάτρη,
αυτό το βέβηλο, πικρό βιβλίο
το λέω της μελαγχολίας μνημείο.
Άνθρωπε του καλού, άσ’ το στην άκρη.

Ρητορική αν δεν πήγες να σπουδάσεις
στου Σατανά το σκοτεινό σχολείο,
δε θα αντιληφθείς ούτε σημείο,
μπορεί και υστερικό να με ονομάσεις.

Αν, δίχως να χαθείς στη γοητεία,
την άβυσσο κοιτάζεις με ηρεμία,
έλα και διάβασε κι αγάπησέ με –

παράξενη ψυχή, που αναστενάζεις
και στον παράδεισο ψάχνεις να φτάσεις,
λυπήσου με!… Αλλιώς, σε καταριέμαι!

Τα άνθη του κακού – Τα απαγορευμένα ποιήματα, 2009

.

ΣΙΦΝΟΣ ’80

Γαλάζια και τεφρή κι ασβεστοφωτισμένη·
ίδια του άνυπνου νερού και του μονήρη βράχου.

Οι απολαύσεις, 1981

.

U-K.T.: 1979-1980

Άστρο μου είσαι μοναχό
τ’ είν’ δυνατό το φως σου.

Οι απολαύσεις, 1981

.

ΜΗ ΕΠΙΜΕΝΕΙΣ

Του Γ.Κ.
με τα θερινά κασκόλ

– Μη επιμένεις τζίτζικα, δε θα σε πω αηδόνι!

Το φάντασμα του υποβολέα, 1994

.

Η ΙΕΡΟΤΕΛΕΣΤΙΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΕΩΣ

Χρώματα – στόματα αδηφάγα
έντρομα – έντομα ρουφούν.

Το φάντασμα του υποβολέα, 1994

.

38° ΥΠΟ ΣΚΙΑΝ

Στον φρυγμένο κάμπο
σκυθρωπός ο Λίβας
έδειξε ένα δέντρο.

Το φάντασμα του υποβολέα, 1994

.

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ

Έχοντας πάθη
έκανα λάθη . . .
Τώρα λανθάνω απαθής
ξένε
στο χώμα που πατείς.


Το φάντασμα του υποβολέα, 1994