3. Ανθολογία Αυγής, Αλέξανδρος Σχινάς, 4.11.84

Ο Γαβουνές, ο Μαμουνές, ο Παστροκωλαράκης,
Ο λαγναρμένιος Μπιθουλιάν και οι δυο σιαμαίοι Βούζοι,
Ολόκληρα μερόνυχτα συνέχεια θραπακιάζαν :
Μες στο βουρκί του μαγαζιού του Μπιθουλιάν χλιχλίβαν,
Τουμποκωρδομπαχλιάζονταν, λυσσοβουτοπαφτιάζαν,
Τρεμουλοπεφτοθρίαζαν, ιαχογαυλιούσαν,
Εναλλασσοπθακίζονταν κι αλληλοσφιχτομπλάφαν.
Κάναν ο ένας τ’ αλλονού λαχτάρ-καπουλοφρίξεις,
Κοιλιοδοντοτσικδισμούς και φτερνοσβερκοτρίγγια.
Ο Γαβουνές βαυλάκισε τον Παστροκωλαράκη.
Οι Βούζοι μακλατέψανε του Γαβουνέ τα οπίσθια,
Και ξαναβαυλακίσανε τον Παστροκωλαράκη,
Ο Μπιθουλιάν γλιβδίκωσε τρία αφτιά των Βούζων,
Κι ο Μαμουνές τζιτζίφτισε του Μπιθουλιάν τα ούλα.

Την πρώτη μέρα πλάνταξε ο Παστροκωλαράκης.
Κι ό,τι έμεινε απ’ τον Μπιθουλιάν τη δεύτερη εβυθίσθη
Και θάσπιφε μες στο βουρκί, που πηχτογλοιογλούσε
Απ’ τον κρεατοσίελο και την ιδρωμυελόρροια
Των θραπικών. Και το πρωί της τρίτης πια ημέρας
Οι μεν ήταν του θανατά, και οι Βούζοι ξεκολλήσαν.

Πηγή:
Πάλι, τχ. 2-3, 1964

Εικονογράφηση:
Γιώργος Κράλλης, Cirkus Mundi, 2010

Γρασσοσιδεροζούπηχτα, σφιχτογραμμοφρικιούντα,
Ατμοτσικνουδομέθυστα, ταπεινομαδερόβια,
Ομαδοφυτονείρικα, αλληλοεκχυτάτα,
Τυφλομηχανοφόβιστα, και όλα μαζί: Φριζέλι.
Κει που διαδοχαυνίζανε κι’ αυτοθολογουστώναν,
Ένας τους ξάφνου αρχινά να υπερφριζελίζει :
Υποσκοτεινομνήμικα τροχοβομβοπαρμένο
Οσφρητομαγγανέλκεται απ’ του Φουτσάφ το ούα,
Και θρασοστυφοφύτρωτα λοκομοτοτροπίζον,
Ραγοσκαρφαλαπλώνεται και λαγνοπεριεργεύει.
Μα το Φουτσάφ επέρασε ζαβομπλαχνιαρισμένο,
Βαρυπατηκομπούχτικο, θανατηδονοθλάχνο,
και το μεταλλοψυχοπάστοκολλημάξιασε.

Πηγή:
Περ. Πάλι, τχ. 2-3, 1964

Εικονογράφηση:
Σπύρος Μελάτος, Χωρίς τίτλο, 2012

***

Ο ΛΙΛΙΟΣ

Χαρούμενα δρουβούδιζαν και ζουπηχτά βρυξούζαν.
Μα μόλις είδαν τον Λιλιό, επέσαν και ζιζίβαν.

***

ΤΑ ΑΠΡΑΓΑΔΙΑ

Ρειθραδιασμένα στα μουχτιά αμμωνόνερα,
Κάνοντας χθου και πθου,
Στις τσίνιες και στις γάβωνιες :
Το αναμπουφτούρδισμα,
Και το κακό πιτσιπιτού
Στο γιο του Φιφλιτζή,
Ζούνε τα απραγάδια.

Πηγή:
Περ. Πάλι, τχ. 2-3, 1964

Εικονογράφηση:
Πέτρος Σοροπάνης, Ανατολικά-Δυτικά και Νότια, 2011

***

Αυτή την εβδομάδα το Παμπάλαιο Νερό την αφιερώνει στο έργο του Αλέξανδρου Σχινά (1924-2012). Τις προσεχείς ημέρες θα παρουσιάσουμε τέσσερα από τα τόσο ιδιότυπα λεττριστικά ποιήματά του, που πρωτοείδαν το φως το 1964, στο τεύχος 2-3 του περιοδικού Πάλι. Ο Σχινάς αποδίδει τα ποιήματα αυτά στον Ελευθέριο Δούγια, επινοημένη περσόνα του ιδίου, τα περιέλαβε δε στο μανιφέστο του «Περί υπερλεξισμού, κειμενοκολλήσεως και αθανασίας».

Ο Αλέξανδρος Σχινάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1924. Φοίτησε στο Βαρβάκειο Γυμνάσιο και σπούδασε στο χημικό τμήμα της φυσικομαθηματικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας (1947-1949) άρχισε να ταξιδεύει, κυρίως σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης ώς το 1959, οπότε εγκαταστάθηκε οριστικά στην τότε Ομοσπονδιακή Γερμανία. Από εκεί συνεργάστηκε με το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (1963-1965), την ΕΡΤ (μετά το 1974), και τον σταθμό της Deutsche Welle στην Κολωνία. Από την τελευταία θέση του ανέπτυξε αντικαθεστωτική δράση κατά τη διάρκεια της απριλιανής δικτατορίας στην Ελλάδα.

Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε έφηβος το 1938 στο περιοδικό Μαθητική Ζωή με το διήγημα «Ο κατήφορος» και, πιο επίσημα, το 1951 με τη δημοσίευση του διηγήματος «Η επιστολή» στο περιοδικό Ο Αιώνας μας. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Πάλι (από τους βασικούς του συνεργάτες), Η Λέξη, Συντέλεια κ.ά. Κείμενά του μεταφράστηκαν σε ξένες γλώσσες.

Δημοσίευσε: «Αναφορά περιπτώσεων» (1966, συμπληρωμένη έκδοση 1989, διηγήματα), «Η παρτίδα» (1990, νουβέλα). Επίσης, το δοκίμιο «Για την υπεράσπιση της ελληνικής εγκεφαλοκρηπίδας. Εναντίον του σκοταδιστικού ψευτοδημοτικισμού» (1977). Μια σειρά άρθρων του συγκεντρώθηκε στον τόμο «Σ’ έναν χάρτινο δρυμό. Το ελληνικό βιβλίο έξω από το θερμοκήπιο» (1996).

«Η έντονη αίσθηση του καινούργιου και νεοτερικού που είχε δημιουργήσει στο κοινό της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας η αφηγηματική μορφή της «Αναφοράς περιπτώσεων» (περιλαμβάνει πέντε πεζά μοντέρνας τεχνικής, με χαρακτηριστικότερο το ‘Ενώπιον πολυβολητού’), έμεινε για αρκετά χρόνια δραστική. Αν και τα πεζά του Α.Σ. επιδέχονται πολλές ερμηνείες και αναγνώσεις, καθώς είναι αποσυνδεδεμένα από τις δεσμεύσεις του ρεαλισμού και τών ιστορικών αναφορών,προκάλεσαν στη δεκαετία του ’60 ιδιαίτερη εντύπωση και θεωρήθηκαν από την κριτική ως παρεμβάσεις μιας νέας ηθικής του λογοτεχνικού λόγου. Στην «Αναφορά», όπως και στην μεταγενέστερη «Παρτίδα», ο Σ. κατευθύνει με ανεξάντλητα παιγνιώδη και ανίερη διάθεση έναν μηχανισμό παρωδίας που υπονομεύει κάθε βεβαιότητα και σχέση αιτίου-αιτιατού. Είναι από τους πρώτους της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας που χρησιμοποίησε στα πεζά του μεγάλες μάζες συνειρμικού λόγου, χωρίς να ακολουθεί τους συνήθεις συντακτικούς κανόνες, συγχέοντας επίτηδες το δοκίμιο, την αυτοβιογραφία και την ποίηση. Ωστόσο, η ειρωνική και ενίοτε σατιρική του διάθεση δεν ακυρώνει τη συναισθηματική ένταση και τον υποκειμενικό τόνο, ούτε ο αιχμηρός σαρκασμός του υποσκάπτει το ηθικό πολιτικό νόημα για τα φαινόμενα της δημόσιας ζωής.» (Αλέξης Ζήρας)

Πηγές: ekebi.gr, dedalus.gr