.

Μέσα στο τρόλλεϋ λίγα γερόντια
νέοι, αλλοδαποί, κάνας φαντάρος.
Ψυχρός ο οδηγός, μέσα απ’ τα δόντια
μουρμούρα… του Μπωντλαίρ ο γλάρος.

Η αφετηρία -σκέφτεται- είν’ ο τάφος
και κάθε στάση μοιάζει ωχρό σημάδι
που δείχνει όσων μπουν εκεί το λάθος…
το λάθος που τους πάει ντουγρού στον Άδη

Κι όταν θα έρθει η ώρα να σχολάσει
με θλίψη τον κοιτούν νέοι και γέροι
στη μοίρα τους σαν να τους έχει αφήσει.

Ποιος άραγε θεός τον έχει πλάσει
-αναρωτιούνται- αυτόν τον τραβαγιέρη;
τρομάζοντας με τη διπλή του φύση…

sfencos.blogspot.com, 2010

Advertisements

.

Γεμίσαμε το χρόνο να πονούμε
σε τούτη τη ζωή τη βιαστική
και που πραγματικά να στηριχτούμε;
Όλοι είμαστε από δω περαστικοί,
αδύναμοι να ζούμε, χοϊκοί . . .
και κείνος ο γεράκος με το μούσι
μονάχα μες στα σκίτσα κατοικεί . . .
το ρέκβιεμ της ψυχής μας ποιος θ’ ακούσει ;

Ατάραχοι πως τις καρδιές κοιτούμε
από σχισμές ν’ αδειάζουν σαν ασκοί,
περίεργο, ενώ ξέρουμε θα δούμε
να χάνουν της αγάπης την ολκή . . .
περίεργο, πως μες στη φυλακή
και στων δεσμοφυλάκων το γιουρούσι,
απλά να αναρωτιόμαστε και κει
το ρέκβιεμ της ψυχής μας ποιός θ’ ακούσει ;

Είναι  στιγμές που κάποτε ευλογούμε
μια ιδέα του αιωνίου μυστική
πως μέσα του τη λύτρωση θα βρούμε
εικόνα κι απ’ το χιόνι πιο λευκή
που αν κι από μέσα βγαίνει μουσική
με νότες ευτυχίας να μας λούσει
στο βάθος θα ρωτάμε «μα αρκεί ;
Το ρέκβιεμ της ψυχής μας ποιος θ’ ακούσει ;»

Δεν είμαστε ένοχοι μα ενοχικοί
μετωπική του εαυτού μας κρούση
μια ερώτηση σε χρόνο διαρκή :
το ρέκβιεμ της ψυχής μας ποιος θ’ ακούσει ;

Φωτιά στον πάγο, 2010

.

Σαν μετανάστης ήρθε στην Ελλάδα,
της βίας και της εξαθλίωσης θύμα,
την τύχη του ν’ αλλάξει τη ρημάδα
κι έπιασε δουλειά τον πρώτο μήνα.

Βοηθός ενός ψαρά σ’ ένα καΐκι,
δέκα ευρώ και μια γωνία στη βάρκα,
για να κοιμάται κι έτσι γλίτωσε το νοίκι,
ή μάλλον γλίτωσε τη διαμονή στα πάρκα.

Μια νύχτα μες στη βάρκα αναπολούσε
τ’ αδέρφια, τους γονείς, τη κοπελιά του

« Θε μου να ναι καλά » παρακαλούσε
με την πνιγμένη στους λυγμούς μιλιά του.

Σκέφτηκε ένα γράμμα να τους στείλει
μα τι να πει; Πως είναι τώρα πια
παρέα του οι γάτες και οι σκύλοι
και πως κανείς δεν του δειξε ανθρωπιά ;

Μια μέρα στο παζάρι στην πλατεία,
που περπατούσε ανάμεσα στον όχλο,
ένας φασίστας χωριανός, χωρίς αιτία,
του κόλλησε κρυφά στη πλάτη όπλο.

Του ψιθυρίζει « έλα σκουπίδι ακολούθα »
τον πάει σ’ ερημιά μακριά απ’ το πλήθος
κι αφού του λέει να βγάλει όλα τα ρούχα,
μια σφαίρα τού φυτεύει μες στο στήθος.

Και ξεψυχώντας, κάπως σαν ταινία,
περνάει η ζωή στα μάτια του εμπρ
ός·
κι εκεί καταλαβαίνει, τι ειρωνεία !
Σ’ όλη του τη ζωή ήταν νεκρός.

Διάνθισμα, 2009