13. Ανθολογία Αυγής, Σολδάτος, 15.11.14

.

Τα χείλη σου είδε η κερασιά και μάτωσε απ’ την ζήλια
και γίναν τα κεράσια της σαν δαγκωμένα χείλια.

****

Όπως στο Φραγκοκάστελλο τέλη Μαΐου οι Κρήτες,
βλέπω κι εγώ φαντάσματα: δυο χείλη Δροσουλίτες.

****

Βγήκε μια φλούδα φεγγαριού σαν έπεσε το δείλι –
ποιος ξεφλουδίζει το φιλί για να σου φάει τα χείλη;

****

Μες στα ρουμπίνια των χειλιών δόντια μαργαριτάρι,
ποιος το διαμάντι του φιλιού απόψε θα στο πάρει;

****

Χθες τ’ όνειρό μου έδυσε σ’ ενός φιλιού το κύμα,
γι’ αυτό κι ο ήλιος σήμερα πήρε χειλιών το σχήμα;

****

Στο πανηγύρι του χωριού μία φωτιά αναμμένη,
πιο κόκκινα τα χείλη σου – ποιος σ’ έχει φιλημένη;

****

Πίνεις, στην άκρη των χειλιών νεράκι ξεχειλίζει
ή το ανεπίδοτο φιλί δίψασε και δακρύζει;

****

Στην Πομπηία δυο χειλιών είν’ η ζωή μου σκλάβα,
θάψ’ την, Βεζούβιε του φιλιού, κάτω από τόνους λάβα.

****

Είναι πολύ φανταστικά τα χείλη που δεν έχω,
κάθε πραγματικότητα για να μπορώ ν’ αντέχω.

****

Έρωτας είναι, δ ε ρωτάς, και πας όπου σε πάει,
γιατί τα χείλη σου φυλάς κι ο πόνος με φιλάει;

1000 δίστιχα – Χ(ε)ίλια δίστιχα, 2010

.

Το λεβεντόπαιδο που υπήρξα, το ’χει πάρει
εδώ και χρόνια ο κατήφορος, και πάει…
Στην κοινωνία ώρα μηδέν, κάθε τομάρι
κλέβει μια Στέλλα που ένας άλλος αγαπάει.

Οι πόθοι στον καταραμένο βάλτο, πάντα
γεμίζουν λάσπη την ψυχή κι ακολασία.
Πάω στα κόκκινα φανάρια –στα σαράντα–
όμως ποτέ την Κυριακή στην εκκλησία.

Ποιον ουρανό τάχα παντρεύτηκε η Αστέρω
κι έμεινα σαν νυμφίος ανύμφευτος στην λάβρα;
Καμιά Μαρία Πενταγιώτισσα δεν ξέρω
κι είναι η ζωή σαν το κορίτσι με τα μαύρα.

Την Γερακίνα πήραν σκλάβα οι λεφτάδες.
Κυριαρχούν σαπίλα κι αριστοκρατία.
Επανακάμπτει ο νόμος 4.000
και την διαπόμπευση την λεν δημοκρατία.

Ταινία παίζει στης Ομόνοιας το σεντόνι
η Οδύσσεια ενός ξεριζωμένου – και φοβίζει!
Ψάχνω ρωμαίικη καρδιά σε μια οθόνη,
ενώ το έθνος σαν κωθώνι μαϊμουδίζει.

Αν γίνεις τώρα πρώτος μες στους τελευταίους
βρίσκεις δουλειά, γιατί παντού ζητείται ψεύτης.
Με πιάνει ο ίλιγγος – αλίμονο στους νέους
Όταν οι τίμιοι σιωπούν, φωνάζει ο κλέφτης.

Σαν τον Ξανθόπουλο αντιπάλεψα την μοίρα,
μα σαν τον Βέγγο έχω πεθάνει στις σκουντούφλες.
Κι αφού κατάντησε η ζωή κάλπικη λίρα,
έγινα πλέον ένας ήρωας με παντούφλες.

dimsol.blogspot.com, 2011

.

Από το βράδυ ώς που να φέξει
Διαβάζω διάβαζε και Λέξη.
Κι αν βρέξει, απ’ την Ομπρέλα κάτου
να μπεις του Μάκη Αποστολάτου.
Αν θες να στείλεις τα γραφτά σου
για δημοσίευση στοχάσου:
o δρόμος προς τον ποιητή
περνάει απ’ τον συνδρομητή.

Φωστήρας γίνε με Φωστιέρη,
τον Σκοτεινό Έρωτα που ξέρει.
Κι αθανασία πιες λιγάκι
απ’ το Νερό του Πρατικάκη.
Τον Βλαβιανό με παρρησία
κλέψε και πες: κρυπτομνησία!
Γίνε του Τίποτα Αθλητής
και ο Κοντός προπονητής.

Με τον φαλλό να βγάζει μάτι
Στύσεως Εγκώμιον του Γαλάτη
μελέτησε – κι ένα Βραβείο
πάρε κι εσύ απ’ το υπουργείο.
Κι ένας φαλλός αν δεν σου φτάνει
πιάσε και του Υφαντή του Γιάννη,
που «αιρετικός» έγινε –αλί–
λέγοντας τον φαλλό καυλί.

Μες στην Στοά του Αρσακείου
η μασονία του βιβλίου.
Μέγας ο κάθε κακομοίρης
που προλογίζει ο Κώστας Μύρης.
Εδώ ανατέλλουνε τόσα άστρα –
ποιήτρια και η κάθε γλάστρα.
Κι όπου η γλάστρα τελικώς
εκεί και ο Βασιλικός.

Σ’ αυτήν την κόλαση του Δάντη
δόλιε ποιητή, πολιτικάντη,
γύρεψε μια έστω ρημαδο-
δάφνη –ό,τι πρέπει για στιφάδο–
και περιφέρσου άνω κάτω
στων σωματείων το αδελφάτο
κρατώντας μία συλλογή
στο χέρι σου γι’ ανταλλαγή.

Nobel λόγω ατεχνίας, 2008

Για τα γραμμένα χείλια σου, τα χιλιoαγαπημένα,
αν γράψω χίλια δίστιχα, φιλί μού δίνεις ένα;

Ράγες το κάθε δίστιχο, που πάνω τους περνάει
ένα βαγόνι με φιλιά στα χείλη σου να πάει.

Όλα τα χείλη ασπρόμαυρα τα βλέπω, και σε μια σου
φωτογραφία ασπρόμαυρη, έγχρωμα τα δικά σου.

Μπροστά σε χείλη πορφυρά, δόντια μαργαριτάρι,
σαν φωτεινό μηδενικό φαίνεται το φεγγάρι.

Κάνει η καρδιά ανακομιδή σε λείψανα ερώτων
και χείλη που δεν φίλησα υπερτερούν των πρώτων.

Λίμνη των αναστεναγμών τα χείλη σου έχουν γίνει,
να πνίγεται η ηδονή σαν την Κυρά Φροσύνη.

Φτεράκια γλάρων στον γιαλό το χιόνι μοιάζει να ‘ναι
ή στον γιαλό κρύων χειλιών οι ελπίδες μου μαδάνε;

Σαν των πνιγμένων ναυτικών τούς σκελετούς κουνιούνται
τα χείλη σου, μες στον βυθό του ονείρου όταν φιλιούνται.

Επίκληση στον σατανά την νύχτα αυτή θα κάνω:
φέρε τα χείλη της, θα πω, είναι η ψυχή μου επάνω.

Περισπωμένη του φιλιού τ’ αχείλι σου το πάνω,
το κάτω ένα ύψιλον, σε ύψος που δεν φτάνω.

1000 δίστιχα – Χ(ε)ίλια δίστιχα, 2010

1000dis.blogspot.com

Ζω σ’ ένα σπίτι με συγκάτοικο ένα φίδι:
την μοναξιά – λες κι είμαι ανθρώπινο σκουπίδι.
Το φως πότε έρχεται και πότε είναι κομμένο.
Τρέχει απ’ την βρύση μου νερό σκουληκιασμένο.

Ζω σ’ ένα σπίτι σαν καλύβα ενός φυλάρχου
της Αφρικής, που αχυρανθρώποι το ’χουν φκιάσει.
Οι Ποιητές κάδρα γινήκαν του δημάρχου –
να ’πεφτε ένα το κεφάλι να του σπάσει!

Ζω σ’ ένα σπίτι με κακούς ιδιοκτήτες,
που με νομίζουν σαν τα μούτρα τους, οι αλήτες!
Έχουν δυο κόρες: την Ψευτιά και την Απάτη.
Κι εγώ δυο γιους: το Πείσμα μου και το Γινάτι.

Ζω σ’ ένα σπίτι με παράθυρα μεγάλα.
Κι έτσι εισβάλλουν από εκείθε στην ζωή μου
αυτοί που έρχονται κρατώντας μια κουτάλα
μεσ’ απ’ το πιάτο για να κλέψουν το φαΐ μου.

Ζω σ’ ένα σπίτι σκέτο αχούρι, σκέτη φρίκη,
που κάθε μήνα προσαυξάνεται το νοίκι,
μα η στέγη μπάζει από παντού, βρέχει δεν βρέχει,
κι όλο πληρώνω παροχές που δεν παρέχει.

Ζω σ’ ένα σπίτι που ’ναι κατεδαφιστέο
κι υποστυλώνεται μονάχα απ’ την ψυχή μου.
Σκόνη κι απάσβεστα που πέφτουν αναπνέω
καθώς ραγίζει σαν κολόνα η αντοχή μου.

Ζω σ’ ένα σπίτι που ’χει κύμα γύρα γύρα.
Σεισμοί, λοιμοί, κατακλυσμοί – πανάρχαια μοίρα
το περιζώνει από παντού. Με τρυφεράδα
σκύβω, φιλώ το μαύρο χάλι σου… Λευκάδα!

dimsol.blogspot.com, 2009

.

Στην Ιουλίτα

Δεκαπενταύγουστου γιορτή
και ο μικρός βοριάς φυσάει
μες σε μια θύμηση γλαυκή,
σε μπλε Ιουλίτας ξεψυχάει . . .
Όλα του έρωτα τα ρω
πετάξαν δυτικά της λύπης
κι όλο ξενέρωτα θω-ρώ.
Ήλιε, που χάθηκες, μου λείπεις . . .

Πορεύτηκες στην μακρινή
και αρυτίδωτή σου χώρα
κι εδώ μιαν Άνοιξη ακριβή
πάμφθηνη την πουλάνε τώρα.
Χτενίζεται η τρελή ροδιά
με του αχινού τα μαύρα χτένια.
Μες στην αφρούρητη νυχτιά
κλαίει η μικρή Πορτοκαλένια.

Στα πέλαγα της συννεφιάς
ο κήπος με τις αυταπάτες.
Φωτόδεντρο της ομορφιάς
πού να
βρω σε καιρούς σακάτες;
Πένθιμο άσμα, ηρωικό,
οι ετεροθαλείς μας χρόνοι.
Στην ιδιωτική οδό
δεν έχει ούτ
ένα χελιδόνι.

* * *

Κόσμος με δίχως όραμα
πού να ’βρεις έναν ποιητή;
Όνειρο ανάξιον εστί
κι ο θάνατος μονόγραμμα.
Έλυσε ο Αίολος ασκούς –
τι ν’ αγαπήσω, τι, μ’ ακούς;
Τα δήθεν και τ’ ασήμαντα
σκοτείνιασαν τα σύμπαντα.

Μες στο Αιγαίο της ψυχής
σε ψάχνω εξαίσιε δύτη
και στα ρηχά της αντοχής.
Πού ’σαι Οδυσσέα Ελύτη;

dimsol.blogspot.com, 2009

.

Θα σας πω μια ιστορία
μακρινή. . . Μια νύχτα κρύα
( που ο άνεμος φυσούσε
και την πόρτα μου χτυπούσε :
τίκι-τοκ! σαν το ζητιάνο )
ξύλα μες το τζάκι βάνω,
το κρασί στην κούπα χύνω
κι άρχισα σιγά να πίνω. . .

Ξάφνου μες από το τζάκι
ένα καλικαντζαράκι
ξεπροβάλλει γανωμένο
ελεεινό και πεινασμένο.
Με ψιλή φωνίτσα λέει :
« Καψαλίστηκα ! » και κλαίει.
Τότε γούρλωσα τα μάτια
μ’ έκπληξη, και δυο κομμάτια
του
δωσα ψωμί να φάει.
( Πώς πεινάει
πώς πεινάει ! )
Α, Χριστέ και Παναγιά μου,
πάει. . . δε στέκω στα καλά μου !
Βλέπω μπρος μου παραμύθια
που ζωντάνεψαν στ’ αλήθεια
ή μην τάχα κι είναι ψέμα ;
Ρίχνω πάλι ένα βλέμμα
στο μικρό που
χε αποφάει
και γελάει
και γελάει !
Του χαϊδεύω το κεφάλι.
«Πως σε λέν ; » Μου λέει: « Καψάλη !
Κι ήρθα απόψε στη γωνιά σου
φίλος για τη μοναξιά σου.
Μα, γλυκά δε θα κεράσεις ;
Τις γιορτές πώς θα περάσεις ;
Γαλοπούλα δε θα ψήσεις ;
Ούτε δέντρο θα στολίσεις ;
Τα παιδάκια ; Η κυρά σου ;
Πού
ναι ; Λείπουν ; Δυστυχιά σου ! »
Αυτά είπε, κι ένα δάκρυ
–από των ματιών την άκρη–
κύλησε σαν καρβουνάκι
μες το φλογισμένο τζάκι.
« Αχ, συγχώρα τον, Θεέ μου ! »
είπε το ουρλιαχτό του ανέμου
« που και φέτος τη γιορτή σου
–την Πανάγια Γέννησή Σου
αλησμόνησε ο καημένος ! »
« Μα, είναι τόσο πονεμένος ! »
είπε κι η βροχή η ίδια
κλαίγοντας στα κεραμίδια.
Πέρα μακριά στα πλάγια
« Μόνος ! » είπε η κουκουβάγια
« μόνος είναι σαν κι εμένα ! »
Και τα ξύλα τα καμένα
επανέλαβαν τη λέξη :
« Μόνος ! » Κόντευε να φέξει.

« Θα σ’ αφήσω, φεύγω τώρα »
είπε ο Καψάλης « ώρα
είναι πια να χωριστούμε ».
( Κι έσκυψα ν’ αγκαλιαστούμε. )
« Και του χρόνου φιλαράκι »
είπα. « Καλικαντζαράκι
δε θα σε ξεχάσω ». Όμως
μες το βλέμμα μου ο τρόμος
άστραψε κι η απορία,
σαν μια λάμα είδα κρύα
καθώς μου
βαζε στο χέρι
της κουζίνας το. . . μαχαίρι !
« Φίλε, μου
πε, δείξε θάρρος,
βάρος είμαι κι εγώ, βάρος
των ανθρώπων τόσα χρόνια !
Όταν πέφτουνε τα χιόνια
και στη γη σας ανεβαίνω,
απ’ τις καμινάδες μπαίνω
στα κρυφά να μη με δούνε
γιατί όλοι με μισούνε !
Παγανό, άκαρδα, με λένε
και με καίνε
και με καίνε !
Ύστερα των Φώτων, πάλι
βάνω κάτου το κεφάλι
και στης Γης το κέντρο αρχίζω
το δεντρό να πριονίζω,
που –αχ, ποιος θα το πιστέψει–
έχει θρέψει
έχει θρέψει !
Μπρος σε τούτο, συλλογίσου,
τί είν’ η μοναξιά η δική σου ;
Δεν αντέχω
δεν αντέχω !
Κι όπως λες αν φίλο σ’ έχω,
φύλαξέ με και φυλάξου –
σκότωσέ με, ύστερα σφάξου
με ετούτο το μαχαίρι
που σου έβαλα στο χέρι.
Βγάλε με απ’ τη στενοχώρια
πριν λαλήσουν τα κοκόρια.
Έλα, δεν μας παίρνει ο χρόνος. . .
Είμαι μόνος, είσαι μόνος. . .»
είπε. Δείλιασα. . . κι ω, θαύμα !
Πώς συνέβη τέτοιο πράγμα ;
Δίπλα απ’ τ’ αναμμένο τζάκι
τώρα υπήρχε ένα γατάκι
μαύρο-πίσσα, ζεσταινόταν
και κοιμόταν
και κοιμόταν !
Τι συνέβη; Ποιος να ξέρει !
Της κουζίνας το μαχαίρι
ήταν κάτω πεταμένο,
το ψωμί μισοκομμένο,
είχε ο άνεμος μερώσει
κι έξω είχε ξημερώσει.
Πήρα μες την αγκαλιά μου
το γατάκι, κι η καρδιά μου
σα θεότρελη χτυπούσε.
Τ’ αγαπούσα, μ’ αγαπούσε –
κι όλα φαίνονταν ωραία
τώρα που
χα μια παρέα !

Τι συνέβη ; Η απορία
έμεινε. . . Μια νύχτα κρύα
( που ο άνεμος φυσούσε
και την πόρτα μου χτυπούσε :
τίκι-τοκ ! σαν το ζητιάνο )
ξύλα μες το τζάκι βάνω,
το κρασί στην κούπα χύνω
κι άρχισα σιγά να πίνω. . .

( Ή μην ήπια παραπάνω ; )

Καφέ Ρετρό, 2004

.

Λάτρεις πιστοί της απιστίας,
δήθεν αμόλυντοι κι αθώοι
και συγγενείς εξ αγχιστείας
με το λοιπό ανθρωπολόι.

Τρώμε απ’ την πείνα που μας τρώει –
φταιν οι εποχές της ασιτίας
που σκεύη γίναμε αχρηστίας,
των ποιητών εμείς το σόι.

Τώρα ο Πήγασος μουλάρι.
Κι οι Μούσες κάνουνε σαφάρι
μέσα στην ζούγκλα του εαυτού μας.

Τώρα μια ποίηση για. . . γνώστες,
μέχρι που μόνοι αναγνώστες
θα ’μαστε εμείς κάθε γρα-φτού μας !

Nobel λόγω ατεχνίας, 2008

.

Απόψε το βιολί του Παγκανίνι
ζωντάνεψαν του κήπου μου οι γρύλοι.
Τα τριαντάφυλλα αιδοίου χείλη
κι οι μάγισσες βυζαίνουν την σελήνη.

Στα νύχια των δαιμόνων πλαστελίνη
οι αισθήσεις μου κι η θέλησή τους σμίλη.
Δύσκαμπτο υλικό του κόσμου η ύλη
κι οι ιδέες μου μυρίζουν ναφθαλίνη.

Χωρίς αέρα η πόρτα ανοιγοκλείνει
και βγαίνουν τα χαρτιά απ’ το συρτάρι
την φώτιση να πάρουν που τους δίνει

η σκοτεινή πλευρά απ’ το φεγγάρι.
Η πένα ένας φαλλός ορθός εγίνη
κι αντί μελάνι μαύρο σπέρμα χύνει . . .

dimsol.blogspot.com, 2009

.

Ποιήσεως Μούσης εραστής
αν είσαι, μην χαϊδεύεις – χτύπα!
Κι ας μην λογιέσαι ποιητής –
χωρίς φουλάρι, δίχως πίπα!

Η παρλα-πίπα το στομάχι
μου ανακατεύει του καθένα.
Και μια αγκύλωση στην ράχη
δεν μου επιτρέπει ούτε σ’ ένα

στίχο να έχω κάποια κλίση.
Έτσι εξηγείται, το λοιπόν,
που όρθιος μέσα στων σκυφτών
το πλήθος έχω ξεχωρίσει.

Γι’ αυτό και δεν θα υποκλιθώ
σε κριτικούς λογοτεχνίας,
μα ευθέως θ’ αυτοπροταθώ
για Nobel λόγω ατεχνίας.

Ξινή θα έχω υποδοχή
στους κύκλους και στα σωματεία:
με λεμονόκουπες βροχή
που είναι ό,τι πρέπει στην ναυτία.

Μα κι αν με «θάψουν» όλοι αυτοί
θ’ απουσιάσω απ’ την κηδεία,
παίρνοντας τίτλο ποιητή
ποιητική αδεία!

Nobel λόγω ατεχνίας, 2008

.

Καλά αν θυμάμαι, κάποτε η ζωή μου
ήταν μεθύσι, γλέντι! Το ελιξίριο
της ομορφιάς με γέλασε ένα βράδυ
κι όπως το ήπια πίκρισε η πνοή μου!
Με γλώσσα φιδινή απ’ το δηλητήριο
τους δαίμονες καλώ μες στο σκοτάδι:

Ω, Φθόνε, Μίσος, ύπουλο εσύ Ψέμα!
γεμίστε μου με λάσπη κι άμμο το αίμα,
των δήμιων τις κάννες να δαγκάσω
στ’ απόσπασμα μπροστά όταν θα φτάσω.
Σαν ύαινα πεινασμένη θα ουρλιάξω,
κάθε χαρά χιμώντας να σπαράξω!

Απόγνωση, θεά, σκορπιών μητέρα,
στου εγκλήματος στεγνώνω τον αέρα!
Την τρέλα ξεγελώ με φρικαλέο
κι ηλίθιο γέλιο. Σάπια άνοιξή μου,
σ’ αρχαίο συμπόσιο ψάχνει η όρεξή μου
κλειδί συμπόνιας. . . Διάολε, τι λέω;

Στεφάνι πλέξε μου από παπαρούνες
αιμάτινες, στον θάνατο να τρέξω,
και δώσ’ μου, Σατανά, φρίκες να παίξω:
οχιές φαρμακερές, μαύρες κουρούνες,
παχιές ορέξεις δώσ’ μου –άγριες γουρούνες–
να κυλιστώ στην Κόλαση απ’ έξω!

Και όσοι τέτοιο ύφος αγαπάτε,
κεντρί, απ’ του θανάτου την ρομφαία,
την πένα μου έχω κάνει, για να πάτε
στην Κόλαση –αναγνώστες, αν τολμάτε–
ενός καταραμένου συγγραφέα,
μες από τις σελίδες που κρατάτε. . .

Καφέ Ρετρό, 2004

371


Προτού η γάγγραινα να φτάσει
φτάσε στα άκρα οδοιπόρος,
αλλιώς θα σ’ ακρωτηριάσει
ο μολυσμένος μέσος όρος.


Το πνεύμα παραδώσανε τα χρόνια
και γίναν τα εφήμερα αιώνια.
Ιούς για τα computers σας εκτρέφω.

Στα γλέντια σπάω πιάτα δορυφόρων.
Το αίμα των πολέμων επιστρέφω
για πληρωμή στα χρέη νέων φόρων.

Στης μόδας την glamour ανοησία
τον τρύπιο μου χιτώνα αντιτάσσω.
Με χρήμα για προσάναμμα θα βράσω
τους Κροίσους, να ’χει ο πλούτος μια ουσία.

Στα super market νέκταρ κι αμβροσία,
μα εγώ πεζός στον Όλυμπο θα φτάσω.
Χελώνα μια Ferrari –ας γελάσω–
στην formula που τρέχει η φαντασία.

Nobel λόγω ατεχνίας, 2008