.

Μελαψές φυλές
κοντοπόδαρες
Σειληνοί του κράτους
που ξερνάει και νά τους
τσιφτετέλληνες
με γονείς ληστές
των συντρόφων τους θύτες
για αμνηστία αλήτες
τώρα διοικητές
Κράτος ασυστόλων
και πεσμένων κώλων
κωλοέλληνες

Η χάρτα αυτού του κράτους κρύβει απάτη
που φτάνει στον γνωστό αγριορωμιό
στο Ντάτσουν μιας φυλής που ζει φευγάτη
απ’ ό,τι Ελληνικό στον κόσμο αυτό

Κωλοέλληνες
Κωλοέλληνες

Κωλοέλληνες
μασκαρλίκια δες
στο άλφα τής αξίας
της αρχής τής μίας
λουτροκαμπινές
Τιμωρός καιρός
πέντε αιώνες δύσης
εθνικής θα ζήσεις
από δω και μπρος
με αγγλικές αλφαβήτες
μαλλιαροί μου Ελλαδίτες
θλιβερές μου πορδές

Πνεύμα αλήτικο
Ελλαδίτικο
σε Μικρά Ασία
Κύπρο Λευκωσία
Βόρειο Ήπειρο
Δεν ακούει κανείς
στο χειρότερο
του Ελληνισμού κομμάτι
στην Ελλάδα ζεις

Μια φάουσα καταπίνει τον αέρα
τη θάλασσα την πόλη το ιερό
πλημμύρισε σκουλήκια η μητέρα
το ρόδο καταγής βγάζει καπνό

Δεν υπάρχει ελπίς
στην Ελλάδα ζεις

Σκαλιστές σκιές
μακρυχέρηδες
με το φως σπασμένο
κρατικοποιημένο
αχ οι Έλληνες
Αλλά εκεί στην ξένη
στην οθόνη σκυμμένοι
θεϊκά δεμένοι
με την οικουμένη
στους απέναντι τόπους
φωτοκολλημένοι
απ’ τον εδώ ουρανό τους

Κι ενώ εδώ θα ζούμε καταρρεύσεις
ο έξω Ελληνισμός θα προχωρεί
και φως και μουσική μιας άλλης σκέψης
στη μείζονα Ελλάδα θα εκραγεί

Στους Πανέλληνες
Στους Πανέλληνες

Το κούρεμα,1989

Advertisements

.

Καλοκαίρι
η γαλάζια προκυμαία θα σε φέρει
καλοκαίρι
καρεκλάκια, πετονιές μες στο πανέρι
μες στη βόλτα αυτού του κόσμου που μας ξέρει
καλοκαίρι
πλάι στα μέγαρα, στις τέντες με τ’ αγέρι
καλοκαίρι
με χρυσούς ανεμιστήρες μεταφέρει
την βανίλια με το δίσκο του στο χέρι
την κοψιά μιας προτομής μες στο παρτέρι
καλοκαίρι
μ’ ανοιχτό πουκαμισάκι στα ίδια μέρη

Καλοκαίρι
με μισόκλειστες τις γρίλιες μεσημέρι
καλοκαίρι
καθρεφτάκια και μια θάλασσα που τρέμει
στο ταβάνι και τους γύψους μεσημέρι
καλοκαίρι
με τον κούκο μες στα πεύκα και στ’ αμπέλι
καλοκαίρι
στόμα υγρό, μικροί λαγόνες, καλοκαίρι
με τη φέτα το καρπούζι στο ’να χέρι
με φιλιά μισολιωμένα, καλοκαίρι
καλοκαίρι
λίγες φλούδες στης κουζίνας το μαχαίρι

Καλοκαίρι
του σκυμμένου θεριστή του τυφλοχέρη
καλοκαίρι
με βαριά μοτοσικλέτα μες στα σκέλη
τους φακούς του ανάβει μέρα μεσημέρι
καλοκαίρι
όλο πίσσα και κατράμι καλοκαίρι
καλοκαίρι
με τον ρόγχο του αιρ κοντίσιον μεσημέρι
φαλακροί μες στις σακούλες μας σαν γέροι
εκεινού με τ’ άσπρο κράνος που μας ξέρει
καλοκαίρι
μια οσμή νεκροθαλάμου, καλοκαίρι

Καλοκαίρι
στην αρχή σαν έγχρωμο έργο στην Ταγγέρη
αλλά εν τέλει
με του κάτω κόσμου το έγκαυμα στο χέρι
την λαχτάρα του στον κόσμο περιφέρει
καλοκαίρι
στον χαμό του οδηγημένο και το ξέρει
καλοκαίρι
τόσο ώριμο που πέφτοντας προσφέρει
μια πλημμύρα των καρπών, στάρι και μέλι
στον σπασμό του το απόλυτο το αστέρι
καλοκαίρι
μες στα κόκκινα της δύσης του ανατέλλει

Το κούρεμα, 1989

.

Είδα τη Σούλα και τον Δεσποτίδη,
στο όνειρό μου τους είδα ζωντανούς
κι άστραψε το όνειρο σαν δαχτυλίδι
που ήρθε να ντύσει πάλι τους γυμνούς.

Ανησυχούσα μην καταλάβουν
πως ήταν πεθαμένοι από καιρό
το ανεμιστήκαν· και για να με προλάβουν
με πλύναν μ’ ένα γέλιο καθαρό.

Πού ήταν το θάρρος κι η πίστη μου αίφνης ;
Μαζί τους ήμουνα στην άλλη Αριστερά
που είδε τον κόσμο σαν έργο τέχνης
με τελειωμένα κι αθάνατα φτερά.

Ένα κουβούκλιο μου χαν κατεβάσει
πλάι στο τριφύλλι, σε γήπεδο βαθύ
φωνές και κόρνες είχαν σωπάσει
στον Υμηττό είδα φως τριανταφυλλί.

Είδα τους φίλους, τα πρόσωπα όλα,
την Ιπποκράτους, τη θάλασσα μακριά,
τα σκαλοπάτια του Άι Νικόλα,
καρέκλες άδειες στο υπαίθριο σινεμά.

Κι είδα ένα τέλος στο σινεμά τους
στο μαξιλάρι μου έκλαψα βαθιά,
τα πρόσωπά μας, τα ονόματά μας,
πόση προσπάθεια, πόση μοναξιά ;

Και τι ιδρώτας απ’ τη μεριά μου
μες στων ονείρων τις αόρατες κλωστές . . .
όταν ανοίξανε τα βλέφαρά μου
στο στόμα πλάι μου ακόμα ήταν υγρές.

Φιλί και σάλιο από μετάξι
σαν σκουληκάκι στα φύλλα της μουριάς
που έγινε νύμφη για να πετάξει
μέσα στου ήλιου τα εκατομμύρια φλας.

Μη πετάξεις τίποτα, 1994