.

Πλεούμενο παλιό, σκουριές, κατράμι,
τρίζουν οι αρμοί, σβηστές οι μηχανές,
μνήμες σε κατοικούν, φωνές βραχνές,
μακρύς καιρός σε σφίγγει σαν πλοκάμι.

Ο καπετάνιος μούμια στο τιμόνι
σκυμμένος σε παλιούς μεσημβρινούς
πορεία χαράζει για τους ουρανούς,
ναύτες ακίνητοι στο ματσακόνι.

Όλα τα λόγια μες στο καρδιοχτύπι
μορφές αγγέλων και μορφές θεριών,
γεράκια με φτερά περιστεριών,
θάνατος και ζωή, χαρά και λύπη.

Ποιός είναι καπετάνιος, ποιος το σκάφος;
το κυβερνάς ή αυτό σε κυβερνά;
ποιος απ’ τους δυο τον άλλον προσπερνά;
Υδάτινος δεν σου ταιριάζει τάφος.

Απ’ την Ινδία ώς τη Μαδαγασκάρη
κόντρα καιρός με γρέγο και νοτιά
γίνηκ’ η θάλασσα παντού σταχτιά
κι ο σίφουνας χυμάει να σε μπατάρει.

Σκισμένα τα πανιά σου θα τα ράψω
και θα σου στείλω αγέρηδες καλούς
για να σε παν σε μυστικούς γιαλούς
κι εκεί το στίχο το στερνό θα γράψω.

Το γήινο ταξίδι έχεις τελειώσει,
στρέφεις την πλώρη σου στον ουρανό,
για τον Αλδεβαράν τον μακρινό
και κόσμους άλλους με μιαν άλλη γνώση. . .

Το πλοίο-φάντασμα, 1995

Advertisements

.

1.    Στην άκρη της αντένας κρεμασμένο
φεγγάρι, αλφαβητάρι του καιρού,
δίνεις ψυχή στους ήχους του νερού,
το σκάφος οδηγείς το στοιχειωμένο.

2.    Σε κύκλους στρέφει η μοίρα το καράβι
και το τιμόνι του στο πουθενά·
φεύγει, γυρίζει, χάνεται ξανά,
σα φάρος μακρινός που σβήνει, ανάβει.

3.    Όστρακα τις προπέλες σου μαγκώσαν,
Σου ροκανίσαν ξέρες το σκαρί,
έχουνε δόντια σουβλερά οι καιροί
κι ό,τι σου πήραν πίσω δεν στο δώσαν.

4.    Σ’ έχει μουσκέψει γόνιμη υγρασία,
φυτρώσανε στη γέφυρα φυτά,
στην πρύμνα ένα τσακάλι κι αλυχτά,
καθώς πλανιέσαι στην Πολυνησία.

5.    Στην έκταση έφτασες του παραδόξου·
στριγκλίζουν οι μαϊμούδες γαλλικά,
μνήμες παλιές που γίναν ξωτικά
στα χρώματα πηδούν τ’ ουράνιου τόξου.

6.    Άνεμος παραισθήσεων σε παιδεύει,
ξοπίσω σου ένας στόλος πειρατές,
χελιδονόψαρα στις κουπαστές
κι ένας στην πλώρη σκελετός χορεύει.

7.    Η τσιμινιέρα σου άξαφνα καπνίζει,
στ’ αμπάρι, στην κουβέρτα σου φωνές,
δουλεύουνε σβηστές οι μηχανές
κι άρχισε πάλι ο αργάτης να γυρίζει.

8.    Καράβι, το σκοπό σου έχεις αφήσει,
αλλάζεις την πορεία χωρίς ειρμό,
μπέρδεψες ερχομό και γυρισμό,
βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση.

9.    Του κάκου ταξιδεύεις – που να φτάσεις;
Πηδάλιο δεν έχει ο καιρός,
είναι παντού το «πίσω» και το «μπρος»,
ποιά σύνορα ζητάς να ξεπεράσεις;

10.    Γλιστράς από λιμάνι σε λιμάνι,
στη σιωπή θα μπεις, βουβά θα βγεις,
πριν σε γνωρίσει η βάρδια της αυγής,
κούφιο σκαρί που χρόνια έχεις πεθάνει.

11.    Φεγγάρι, ηλεκτρισμένο κεχριμπάρι,
πράσινες σπίθες τρώνε τα σκοινιά,
σκίζονται στον αγέρα τα πανιά
μ’ αναλαμπές σε κυνηγούν οι φάροι.

12.    Σε θάλασσα αρμενίζεις στοιχειωμένη,
λύνονται οι διαστάσεις, αδρανούν,
μονοστιγμής οι ναύτες σου γερνούν
και βλέπουν άλλους κόσμους ζαλισμένοι.

13.    Μες στην αιθρία ή μέσα στον τυφώνα
ψάχνεις αιώνες, κάτι αναζητάς,
για κάποιο μυστικό ρωτάς, ρωτάς
στ’ ακρόπλωρό σου τη μικρή γοργόνα.

14.    Απ’ την ψυχή της φύσης έχεις πάρει,
προστάζεις και σωπαίνουν τα νερά
κι οι ναύτες σου, με πρόσωπα νεκρά
κοιτάζουν να ραγίζει το φεγγάρι.

15.    Καράβι, ταξιδεύεις στις ταβέρνες·
το τσούρμο σου ξεχνάει με το πιοτό,
βλαστήμιες, γέλια, παραμιλητό,
παλεύει με χταπόδια και με σμέρνες.

16.    Οι γέροι ναυτικοί μόλις βραδιάζει
τις ιστορίες σου λεν στα καπηλειά·
οι άλλοι τους κοιτούν χωρίς μιλιά
και κάτι μες το βλέμμα τους αλλάζει.

17.    Αρμένισες ξανά γι’ άλλο τοπίο,
σε χάρτες μυστικούς ίσως το βρεις.
Σε περιμένει, μην αργοπορείς,
πανάρχαιο καραβιών νεκροταφείο.

18.    Σ’ έχω μπροστά μου στο μικρό τραπέζι,
τρία λεπτά κατάρτια, τρία πανιά,
όλα σωστά, τιμόνι και σχοινιά
και με τη φαντασία μου να παίζει.

19.    Έχεις πανιά, κατάρτια, τσιμινιέρα,
μικρές μπομπάρδες, ντίζελ μηχανές,
οι ναύτες σου με κόγχες αδειανές
κι ο πλοίαρχος σκελετός στην τιμονιέρα.

20.    Ο ήλιος τους ορίζοντες αγγίζει,
πύλη φωτιάς, αρμένισε για εκεί,
να δραπετεύσεις απ’ τη φυλακή,
τέτοιο ταξίδι η μοίρα σου προορίζει.

21.    Πάλεψες με στοιχειά και με δαιμόνους,
άκουσες την απόμακρην ηχώ
που ’ριξε χάμω την Ιεριχώ
και διάβηκες ποτάμια αίμα και φόνους.

22.    Το πέλαγο μελάνιασε, χιμάει,
μουγκρίζει από την άβυσσο η νοτιά,
μοιάζει θειάφι από κακή φωτιά
και στο κατάρτι ο Διάβολος γελάει.

23.    Σκάλωσε το φεγγάρι στην αντένα,
κίτρινο δόντι, δείχνει το βοριά,
παντού κοχλάζουν κύματα βαριά
και πέφτουν γύρω τ’ άστρα ματωμένα.

24.    Τρελός ο καπετάνιος στο τιμόνι
Κομφούκιο διαβάζει δυνατά,
μονάχος απαντά, μόνος ρωτά,
γελάει κι ονειρεύεται, ματώνει.

25.    Τα δέντρα μιας στενής πλαγιάς και χέρσας
το στοιχειωμένο σου έχτισαν σκαρί,
μα τώρα σε χλευάζουν οι καιροί
στο βρώμικο λιμάνι της Αμβέρσας.

26.    Εικόνες τρομερές, άγνωστης τρέλας,
όνειρα τέρατα χωρίς φωνή,
άστρα δακρύζει η νύχτα και θρηνεί
κι εσύ τραβάς γραμμή στο Βόρειο Σέλας.

Το πλοίο-φάντασμα, 1995