Yesenin3

*****************************************************************************
Του χωριού στερνός ποιητής, και κουβαλώ
τα τραγούδια μου τ’ απλά σ’ αυτό το χώμα·
των αγίων το εικονοστάσι προσκυνώ·
σαν κερί αναμμένο λιώνει μου το σώμα.

Στο ρολόι του φεγγαριού, βραχνοί, βραχνοί,
όταν δώδεκα αυστηροί σημάνουν χτύποι,
τον Μεσσία θαϊδώ που ορθός θ’ αναφανεί
στο γαλάζιο, εκεί στο βάθος, ανθοκήπι.

Και το χέρι του από σίδερο σκληρό
το σανό των τραγουδιών μου θα θερίσει,
και τους σπόρους μου, που μόνο στον αγρό
θα μπορούσαν να βλαστήσουν, θ’ αφανίσει.

Τότε, στάχυα κι άλογά μου, θλιβερά
θα καλούν αυτόν που λείπει πέρα, πέρα
και το κλάμα τους θα χύνεται βουερά
και θα σβήνει μες στα ουρλιάγματα του αγέρα.

——————————-

Όχι φωνές, πικρίες και κλάματα.
Αντίο, μηλιές πούχα αγαπήσει·
μ’ άγγιξε κιόλας το φθινόπωρο
κι η νιότη απόμακρα έχει σβήσει.

Τα καρδιοχτύπια, πάει, περάσανε·
ναι, λίγη ψύχρα – η πρώτη. Το ίσο
χαλί των χωραφιών που αγάπησα
γυμνόποδος δεν θα πατήσω.

Αντίο, ωραίες περιπλανήσεις μου,
των αισθημάτων μου άγρια δάση·
νιότη τρελλή που τα τραγούδια μου
παράφορα είχες λαμπαδιάσει.

Κανένα πια τρανό λαχτάρισμα·
μη και μες στ’ όνειρο έχω ζήσει:
Καβάλλα σ’ ένα ρόδινο άλογο
μια χαραυγή έχω διασχίσει.

Φύλλα από μαυρισμένο μέταλλο
σπορπάει τριγύρω το σφεντάνι.
Ευλογημένο ας είναι ό,τι άνθησε
πάνω στη γη και θα πεθάνει.

Πηγή:
Σεργκέη Γεσένιν, Ποιήματα, 1981

19. Ανθολογία Αυγής, Σερέφας, 22.11.14

17. Ανθολογία Αυγής, Σταγκουράκη, 20.11.14

13. Ανθολογία Αυγής, Σολδάτος, 15.11.14

12. Ανθολογία Αυγής, Σοφιανός, 14.11.14

6. Ανθολογία Αυγής, Στιχάκιας, 7.11.14

3. Ανθολογία Αυγής, Αλέξανδρος Σχινάς, 4.11.84

Παναγιώτης Τέτσης

* * *

Αβγάερος, αβγήλιος,
ο Μάρκος ο Αυρήλιος.

*

Να και το αβγόου
του Εδγάρδου Άλαντος Πόου.

*

Ατσούγκριστα αβγά,
βλέμματα γέμουν πάθος

*

Αβγό καλό κι αξάκριστο,
αβγό καλό μαντάτο.

*

Ραμφί, ραμφάκι που κροτείς
Στο ντελικάτο τσόφλι.

Πηγή:
Αβγά μάταια, 1998

Εικονογράφηση:
Παναγιώτης Τέτσης

Παναγιώτης Τέτσης, 2009

* * *

Ο ήλιος ανατέλλει εδώ και δύει στην Αλαμπάμα,
τονώνοντας ξελιγωμένα μάτια :
Αλλού το όνειρο κι αλλού το θάμα,
στενάζει ο βετεράνος μετανάστης, Στα κομμάτια !
Οι σκέψεις του κατσιάζουν στο υποτιθέμενο χθες,
πτώμα εαυτού τού πλακώνει τη μνήμη —
ο κορμοράνος βολτάρει πάνω απ’ τη λίμνη
και ας το σήκωνε το ειδεχθές.

Πηγή:
Ήλιος στην Σκοτία, 2001

Εικονογράφηση:
Παναγιώτης Τέτσης, π. 2009

Παναγιώτης Τέτσης, π. 2004

* * *

Είναι ώρες-ώρες θάλασσα κι οι Πρέσπες,
μεγάλη, πρασινο-γάλαζη και γκρίζα,
δεν την περνάς με καντιλλάκ ούτε με βέσπες∙
εδώ λόγια πολύγλωσσα και τ’ άλογο πειθήνιο
σέρνει το κάρο με γκιούμια από αλουμίνιο
σύρριζα στων βράχων την ξέξασπρη μαρκίζα.

Τόπος τερματικός. Παλιές σκιές
από φως πλάγιο και πιωμένο
περιπολούν άοπλες. Βαραίνουν οι φασολιές,
το νερό αραίωσε, γδέρνεται η βάρκα
στην περιττή ακρογιαλιά∙ τα βράχια πέτρινες μασέλες,
τα οστά του Σαμουήλ γδυτά χωρίς τη σάρκα.

Γελάδια βόσκει στ’ αναδυμένα μέρη
το παιδόπουλο∙ προσεχής Έλλην από χέρι,
αξύριστος, λιγνός, λείψανο αχνό στ’ αγέρι
τα σαλαγάει σφυρίζοντας με το στόμα και το χέρι.

Πηγή:
Παλιές ηλικίες, 2002

Εικονογράφηση:
Παναγιώτης Τέτσης, π. 2004

Souliotis

* * *

Γεννημένος στην Αθήνα, ο Μίμης Σουλιώτης αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης και έκανε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στη Βυζαντινή Φιλολογία στη Βουδαπέστη. Εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή για τον Καβάφη στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

Αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Νηπιαγωγών της Παιδαγωγικής Σχολής Φλώρινας του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και υπεύθυνος της βιβλιοθήκης του, δίδαξε επίσης στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, στο Τμήμα Ελληνικού Πολιτισμού του ΕΑΠ και ως επισκέπτης καθηγητής στα πανεπιστήμια της Lund και στο Eötvos Lorand. Σε μεταπτυχιακό επίπεδο δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας και στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.

Υπήρξε υπεύθυνος της σειράς «Ανθολόγος Ερμής» των εκδόσεων «Ερμής», ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και της Ένωσης Συγγραφέων Δυτικής Μακεδονίας. Μετείχε σε συντακτικές επιτροπές λογοτεχνικών περιοδικών και σε Δ.Σ. συναφών φορέων και ήταν ιδρυτικό μέλος του Σπουδαστηρίου Νέου Ελληνισμού.

Ποιήματα, μελέτες και άρθρα του δημοσιεύτηκαν σε τέσσερις γλώσσες. Ίδρυσε το «Βαλκανικό Άσυλο Ποίησης» στις Πρέσπες. Στη Φλώρινα, στο πλαίσιο του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, οργάνωσε το πρώτο μεταπτυχιακό πρόγραμμα δημιουργικής γραφής στην Ελλάδα.

Εξέδωσε τις συλλογές: «Σβούρα» (Τραμ, 1972), «Ποιήματα εν παρόδω» (Τραμ, 1974), «Βαθιά επιφάνεια» (Κέδρος, 1992), «Αβγά μάταια» (Ερμής, 1998), «Περί ποιητικής» ( Ερμής, 1999), «Υγρά» (Ερμής, 2000), «Ήλιος στην σκοτία» (Ερμής, 2001), «Παλιές ηλικίες» (Ερμής, 2002). Τελευταία ποιητική του συλλογή ήταν η «Κύπρον, ιν ντηντ» (Μεταίχμιο, 2011). Στα μη ποιητικά του έργα περιλαμβάνονται τα : «58 σχόλια στον Καβάφη» ( Ύψιλον, 1993), «Οχτώ παραμύθια της Φλώρινας» (Φλώρινα, 1994), «Φλώρινα, μια πόλη στη λογοτεχνία» (Μεταίχμιο, 2002), «Αλφαβητάριο για την ποίηση» (Α.Π.Θ., Επίκεντρο, 1995), «Σκόρπια» (Gutenberg, 2001).

Το πιο ιδιάζον χαρακτηριστικό της ποίησής του, από τις πρώτες ακόμα εκδόσεις του ώς την τελευταία είναι η οξύτατη παρωδία προσώπων, ηθών και φαινομένων της σύγχρονης ελληνικής δημόσιας ζωής, προ πάντων του πανεπιστημιακού χώρου αλλά και του κύκλου των λογοτεχνών και των διανοουμένων. Η ειρωνική και παιγνιώδης οπτική του είναι εμφανής και σε πολλά από τα σχόλια και μελετήματά του.

Ο Μίμης Σουλιώτης απεβίωσε στις 27 Νοεμβρίου, μετά πολύμηνη μάχη με την ασθένεια. Το «Παμπάλαιο Νερό» τιμά τη μνήμη του αφιερώνοντας αυτή την εβδομάδα στο έργο του.

Πηγή: ΑΜΠΕ

***

 

Μέρα Μαγιού μού μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της  οικουμένης

Και με το δάχτυλο απλωτό μου τά δειχνες ένα-ένα
τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα

Και μού δειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι,
και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι

Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,
κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.

Μα, γιόκα μου, κι αν μού δειχνες τ’ αστέρια και τα πλάτια,
τά βλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.

Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκειά, ζεστή κι αντρίκια
τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια

Και μού λεες, γιε, πως όλ’ αυτά τα ωραία θά ναι δικά  μας,
και τώρα εσβήστης κ’ έσβησε το φέγγος κ’ η φωτιά μας.

Πηγή:
Eπιτάφιος, 1936

Εικονογράφηση:
Απόστολος Γιαγιάννος, Ξάφνιασμα Νο 2, 1990-1

Στον Κώστα Καρυωτάκη

Ω, δε χωρεί καμία αμφισβήτηση, ποιητές
είμαστ’ εμείς με κυματίζουσα την κόμη
-έμβλημ’ αρχαίο καλλιτεχνών- και χτυπητές
μάθαμε φράσεις ν’ αραδιάζουμε κι ακόμη

μια ευαισθησία μας συνοδεύει υστερική,
που μας πικραίνει ένα χλωμό, σβησμένο φύλλο,
μακριά ένα σύννεφο μαβί. Χιμαιρική
τη ζωή μας λέμε και δεν έχουμ’ ένα φίλο.

Μένουμε πάντα σιωπηλοί και μοναχοί,
όμως περήφανα στα βάθη μας κρατούμε
το μυστικό μας θησαυρό, κι όταν ηχεί
η βραδινή καμπάνα ανήσυχα σκιρτούμε.

Θεωρούμε ανίδεους, ανάξιους κι ευτελείς
γύρω μας όλους, κι απαξιούμε μια ματιά μας
σ’ αυτούς να ρίξουμε, κι η νέα ξανά σελίς
το θρήνο δέχεται του ανούσιου έρωτά μας.

Αναμασάμε κάθε μέρα τα παλιά
χιλιειπωμένα αισθήματά μας· εξηγούμε
το τάλαντό μας: «κελαηδούμε σαν πουλιά»·
την ασχολία μας τόσ’ ωραία δικαιολογούμε.

Για μας ο κόσμος όλος μόνο είμαστ’ εμείς,
και τυλιγόμαστε, μανδύα μας, ένα τοίχο.
Μ’ έπαρση εκφράζουμε τα πάθη της στιγμής
σ’ έναν -με δίχως χασμωδίες- μουσικό στίχο.

Γύρω μας κι άλλοι κι αν πονούν κι αν δυστυχούν,
κι αν τους λυγίζει, αν τους φλογίζει η αδικία
– ω, τέτοια θέματα πεζά ν’ ανησυχούν
τους αστρικούς μας στοχασμούς, είναι βλακεία.

Πηγή:
Tρακτέρ, 1934

Εικονογράφηση:
Απόστολος Γεωργίου, Καταπίεση, χ.χ.

***

Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Μπέμπελ και Μπουχάριν
τους στρίμωξα στο νου κουκί-κουκί.
Να με, λοιπόν, κατέκτησα την χάριν
να κρίνω με την διαλεκτική.

«Αχώριστος η θεωρία κ’ η πράξη» –
συχνά σκοντάφτω στην εφαρμογή,
μα η κριτική μου πάντοτε είναι εν τάξει,
όλους κι όλα τα ελέγχει, τα εξηγεί.

Τις συγκεντρώσεις των προλεταρίων
απ’ το παράθυρό μου τις κοιτώ
ώς να συγκινηθώ μέχρι δακρύων
και γράφω στίχους πλέον των 100.

Τη σκέψη αφήνω διάφανο μπαλόνι
στον άδειο ν’ ανεμίζεται ουρανό,
να βλέπω την εντύπωση που απλώνει
το χρώμα που αντιφέγγει το κενό.

Τώρα το «Κάπιταλ» του Μαρξ κηρύττω,
μα αποφεύγω την κάθε συμπλοκή
γιατί, ξέρω, θανάσιμα θα πλήττω
αν κάποτε με βάλουν φυλακή.

Πηγή:
Τρακτέρ, 1934

Εικονογράφηση:
Ηλίας Δεκουλάκος, από τη σειρά «Φωτογραφίες 1960-80»

***

Ανάμεσα στους ποιητές του Μεσοπολέμου που εισήγαγαν και καθιέρωσαν τον ελεύθερο στίχο, πολλοί είναι όσοι έχουν έργο σε αυστηρές μορφές, κάποτε εκτεταμένο και σημαντικό: Γ. Σεφέρης, Ο. Ελύτης, Ν. Γκάτσος, Τ. Παπατσώνης, Γ. Βαφόπουλος, Κ. Μόντης, Δ.Ι. Αντωνίου, Ζ. Λορεντζάτος . . .

Ο Γιάννης Ρίτσος ανήκει σ’ αυτούς, αρχής γενομένης από τις πρώτες καρυωτακικού κλίματος συλλογές του («Τρακτέρ», 1934, «Πυραμίδες», 1935) ώς τον περίφημο «Επιτάφιο» (1936) και τα οψιμότερα «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα για την πικρή πατρίδα» (πρώτη γραφή 1968) και τον «Ύμνο και θρήνο για την Κύπρο» (1974). Σ’ αυτήν, την έμμετρη, πλευρά της ποίησης του Ρίτσου είναι αφιερωμένες οι επόμενες αναρτήσεις του Παμπάλαιου Νερού.

Ο Γαβουνές, ο Μαμουνές, ο Παστροκωλαράκης,
Ο λαγναρμένιος Μπιθουλιάν και οι δυο σιαμαίοι Βούζοι,
Ολόκληρα μερόνυχτα συνέχεια θραπακιάζαν :
Μες στο βουρκί του μαγαζιού του Μπιθουλιάν χλιχλίβαν,
Τουμποκωρδομπαχλιάζονταν, λυσσοβουτοπαφτιάζαν,
Τρεμουλοπεφτοθρίαζαν, ιαχογαυλιούσαν,
Εναλλασσοπθακίζονταν κι αλληλοσφιχτομπλάφαν.
Κάναν ο ένας τ’ αλλονού λαχτάρ-καπουλοφρίξεις,
Κοιλιοδοντοτσικδισμούς και φτερνοσβερκοτρίγγια.
Ο Γαβουνές βαυλάκισε τον Παστροκωλαράκη.
Οι Βούζοι μακλατέψανε του Γαβουνέ τα οπίσθια,
Και ξαναβαυλακίσανε τον Παστροκωλαράκη,
Ο Μπιθουλιάν γλιβδίκωσε τρία αφτιά των Βούζων,
Κι ο Μαμουνές τζιτζίφτισε του Μπιθουλιάν τα ούλα.

Την πρώτη μέρα πλάνταξε ο Παστροκωλαράκης.
Κι ό,τι έμεινε απ’ τον Μπιθουλιάν τη δεύτερη εβυθίσθη
Και θάσπιφε μες στο βουρκί, που πηχτογλοιογλούσε
Απ’ τον κρεατοσίελο και την ιδρωμυελόρροια
Των θραπικών. Και το πρωί της τρίτης πια ημέρας
Οι μεν ήταν του θανατά, και οι Βούζοι ξεκολλήσαν.

Πηγή:
Πάλι, τχ. 2-3, 1964

Εικονογράφηση:
Γιώργος Κράλλης, Cirkus Mundi, 2010

Γρασσοσιδεροζούπηχτα, σφιχτογραμμοφρικιούντα,
Ατμοτσικνουδομέθυστα, ταπεινομαδερόβια,
Ομαδοφυτονείρικα, αλληλοεκχυτάτα,
Τυφλομηχανοφόβιστα, και όλα μαζί: Φριζέλι.
Κει που διαδοχαυνίζανε κι’ αυτοθολογουστώναν,
Ένας τους ξάφνου αρχινά να υπερφριζελίζει :
Υποσκοτεινομνήμικα τροχοβομβοπαρμένο
Οσφρητομαγγανέλκεται απ’ του Φουτσάφ το ούα,
Και θρασοστυφοφύτρωτα λοκομοτοτροπίζον,
Ραγοσκαρφαλαπλώνεται και λαγνοπεριεργεύει.
Μα το Φουτσάφ επέρασε ζαβομπλαχνιαρισμένο,
Βαρυπατηκομπούχτικο, θανατηδονοθλάχνο,
και το μεταλλοψυχοπάστοκολλημάξιασε.

Πηγή:
Περ. Πάλι, τχ. 2-3, 1964

Εικονογράφηση:
Σπύρος Μελάτος, Χωρίς τίτλο, 2012

***

Ο ΛΙΛΙΟΣ

Χαρούμενα δρουβούδιζαν και ζουπηχτά βρυξούζαν.
Μα μόλις είδαν τον Λιλιό, επέσαν και ζιζίβαν.

***

ΤΑ ΑΠΡΑΓΑΔΙΑ

Ρειθραδιασμένα στα μουχτιά αμμωνόνερα,
Κάνοντας χθου και πθου,
Στις τσίνιες και στις γάβωνιες :
Το αναμπουφτούρδισμα,
Και το κακό πιτσιπιτού
Στο γιο του Φιφλιτζή,
Ζούνε τα απραγάδια.

Πηγή:
Περ. Πάλι, τχ. 2-3, 1964

Εικονογράφηση:
Πέτρος Σοροπάνης, Ανατολικά-Δυτικά και Νότια, 2011

***

Αυτή την εβδομάδα το Παμπάλαιο Νερό την αφιερώνει στο έργο του Αλέξανδρου Σχινά (1924-2012). Τις προσεχείς ημέρες θα παρουσιάσουμε τέσσερα από τα τόσο ιδιότυπα λεττριστικά ποιήματά του, που πρωτοείδαν το φως το 1964, στο τεύχος 2-3 του περιοδικού Πάλι. Ο Σχινάς αποδίδει τα ποιήματα αυτά στον Ελευθέριο Δούγια, επινοημένη περσόνα του ιδίου, τα περιέλαβε δε στο μανιφέστο του «Περί υπερλεξισμού, κειμενοκολλήσεως και αθανασίας».

Ο Αλέξανδρος Σχινάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1924. Φοίτησε στο Βαρβάκειο Γυμνάσιο και σπούδασε στο χημικό τμήμα της φυσικομαθηματικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας (1947-1949) άρχισε να ταξιδεύει, κυρίως σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης ώς το 1959, οπότε εγκαταστάθηκε οριστικά στην τότε Ομοσπονδιακή Γερμανία. Από εκεί συνεργάστηκε με το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (1963-1965), την ΕΡΤ (μετά το 1974), και τον σταθμό της Deutsche Welle στην Κολωνία. Από την τελευταία θέση του ανέπτυξε αντικαθεστωτική δράση κατά τη διάρκεια της απριλιανής δικτατορίας στην Ελλάδα.

Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε έφηβος το 1938 στο περιοδικό Μαθητική Ζωή με το διήγημα «Ο κατήφορος» και, πιο επίσημα, το 1951 με τη δημοσίευση του διηγήματος «Η επιστολή» στο περιοδικό Ο Αιώνας μας. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Πάλι (από τους βασικούς του συνεργάτες), Η Λέξη, Συντέλεια κ.ά. Κείμενά του μεταφράστηκαν σε ξένες γλώσσες.

Δημοσίευσε: «Αναφορά περιπτώσεων» (1966, συμπληρωμένη έκδοση 1989, διηγήματα), «Η παρτίδα» (1990, νουβέλα). Επίσης, το δοκίμιο «Για την υπεράσπιση της ελληνικής εγκεφαλοκρηπίδας. Εναντίον του σκοταδιστικού ψευτοδημοτικισμού» (1977). Μια σειρά άρθρων του συγκεντρώθηκε στον τόμο «Σ’ έναν χάρτινο δρυμό. Το ελληνικό βιβλίο έξω από το θερμοκήπιο» (1996).

«Η έντονη αίσθηση του καινούργιου και νεοτερικού που είχε δημιουργήσει στο κοινό της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας η αφηγηματική μορφή της «Αναφοράς περιπτώσεων» (περιλαμβάνει πέντε πεζά μοντέρνας τεχνικής, με χαρακτηριστικότερο το ‘Ενώπιον πολυβολητού’), έμεινε για αρκετά χρόνια δραστική. Αν και τα πεζά του Α.Σ. επιδέχονται πολλές ερμηνείες και αναγνώσεις, καθώς είναι αποσυνδεδεμένα από τις δεσμεύσεις του ρεαλισμού και τών ιστορικών αναφορών,προκάλεσαν στη δεκαετία του ’60 ιδιαίτερη εντύπωση και θεωρήθηκαν από την κριτική ως παρεμβάσεις μιας νέας ηθικής του λογοτεχνικού λόγου. Στην «Αναφορά», όπως και στην μεταγενέστερη «Παρτίδα», ο Σ. κατευθύνει με ανεξάντλητα παιγνιώδη και ανίερη διάθεση έναν μηχανισμό παρωδίας που υπονομεύει κάθε βεβαιότητα και σχέση αιτίου-αιτιατού. Είναι από τους πρώτους της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας που χρησιμοποίησε στα πεζά του μεγάλες μάζες συνειρμικού λόγου, χωρίς να ακολουθεί τους συνήθεις συντακτικούς κανόνες, συγχέοντας επίτηδες το δοκίμιο, την αυτοβιογραφία και την ποίηση. Ωστόσο, η ειρωνική και ενίοτε σατιρική του διάθεση δεν ακυρώνει τη συναισθηματική ένταση και τον υποκειμενικό τόνο, ούτε ο αιχμηρός σαρκασμός του υποσκάπτει το ηθικό πολιτικό νόημα για τα φαινόμενα της δημόσιας ζωής.» (Αλέξης Ζήρας)

Πηγές: ekebi.gr, dedalus.gr

.

Tη γνώρισα στο internet σε room που κάνουν chat
μιλήσαμε, ανταλλάξαμε απόψεις και ιδέες,
εγώ είχα για nickname μου το Yasser_Arafat
κι αυτή είχε το ψευδώνυμο kanw_pipes_spoudaies.

Δειλά δειλά είπα στην αρχή να κάνω μία κλήση,
να πάμε λίγο private να γίνει γνωριμία.
Αφού τις πίπες σκέφτηκε στο room να διαφημίσει
μάλλον δε θα ʼχει αντίρρηση κι εγώ να δώσω μία.

Κλικάρω. Ανοίγει private παράθυρο με θέα,
γράφω age, sex, location και πως πολύ γουστάρω
και μου απαντά στα greeklish της eimai poly wraia
kai dexomai an epithymeis mia pipa na sou parw.

Το δέχτηκα και πίστεψα πως θα τη συναντήσω,
της ζήτησα διεύθυνση -γαμίκος παιδιόθεν-
κι αυτή μου είπε εικονικά λέει να τη γαμήσω
γιατί γουστάρει πιο πολύ το σεξ εκ του μακρόθεν.

Άκου να δεις! Από μακριά πίπα θέλει να πάρει…
Πώς γίνεται τώρα αυτό δεν το ʼχω καταλάβει,
πώς διάολο μέσω internet θα στείλω το παπάρι;
Και πώς θα διασφαλιστεί πως όλο θα το λάβει;

Με φίλους κουβεντιάζοντας πήρε το αυτί μου κάτι,
είναι καλό το cybersex πίσω από την οθόνη,
δε θέλει προφυλακτικά δε θέλει ούτε κρεβάτι.
Το γαμημένο το internet τον κόσμο πώς ενώνει!

Από την άλλη όμως μπορεί -αν τέτοια επιλέγεις-
να μπει μέσα η γυναίκα σου στα πράσα να σε πιάσει
μπροστά από την οθόνη σου την πούτσα σου ν’ αρμέγεις.
και τότε ένα είναι σίγουρο. Ο γάμος θα χαλάσει.

Τζάμπα το ρίσκο. Cybersex και άλλες αηδίες,
πρόστυχα τηλεφωνικά με ζουμερές ατάκες,
οι νέες τάσεις των καιρών, οι on line γνωριμίες,
να δείς δεν το γλιτώνουμε, θα γίνουμε μαλάκες.

stixakias.wordpress.com, 2007