*

***

Ποιος κλαίει πικρά, ποιος τους κινδύνους του αποβάλλει
και σερπετά τα λόγια του δαγκώνουν την ουρά τους;
έχω μια λάμψη ανόλεθρη κρυμμένη στο κεφάλι
στον ήλιο είμαι ένα δέντρο με καρπούς αοράτους.

Μαθαίνω το αύριο μου στο φως όσο με τρώει
κι όσο με θάβουν χρώματα και φέγγη θηλυκά
οι αισθήσεις μου χορεύουν σε ύψη, μυστικοί θρόοι
μού ’ρχονται και αναλύομαι σε ουρανικά υλικά.

Ποιος κλαίει πικρά; τα λόγια είναι πηγάδια, η στέγνια
το φίδι η αράχνη και η τσουκνίδα που τα κατοικούν,
η ροδοπέταλη μορφή η άγρια Ερινύς και η έγνοια
η μια την άλλη δεν ακούν.

Πηγή:
Το Προεόρτιον, 1984

Εικονογράφηση:
Θοδωρής Δασκαλάκης, Πρώτο Λεμόνι, 2008

***

με κάτι μέσα μου ένας τζίτζικας με δένει
Δ.Π.Π. (1941) 

Το μάτι αυτό το αράγιστο το διπλό μάτι
ό,τι κοιτάξει μες στο φως το πυρπολεί
δες με, της λέω, αν είσ’ εσύ το χέρι του υπνοβάτη
κι εγώ η ματιά που σε ονειροπολεί

τα σκόρπια μες στη μνήμη οστά σου συναρθρώνει
και ξαναπιάνομαι κρυφό βαθιά σου φως
κι είσαι το δέντρο που ψηλά ή στη γη φυτρώνει
κι εγώ το αρχαίο τζιτζίκι ο Τιθωνός.

Αιώνιος μισοαθάνατος όσο γερνάω συ μένεις
κορίτσι δεκαοχτάχρονο που μ’ έχεις στην κοιλιά
ούτε είμαι γιος σου ούτ’ έχεις πια το χέρι αγαπημένης
για τ’ όλο ζάρες σώμα μου και τ’ άσπρα μου μαλλιά.

Πηγή:
Το Προεόρτιον, 1984

Εικονογράφηση:
Θοδωρής Δασκαλάκης, χωρίς τίτλο, 2011

***

Ο Δημήτρης Π. Παπαδίτσας γεννήθηκε στη Σάμο στις 22 Σεπτεμβρίου 1922. Σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου και έλαβε τον τίτλο του διδάκτορος. Μετεκπαιδεύτηκε στο Μόναχο. Εργάστηκε ως ορθοπεδικός στην Αθήνα όπου και πέθανε στις 22 Απριλίου του 1987. Στα ελληνικά γράμματα εμφανίστηκε το 1943 με τη συλλογή «Το φρέαρ με τις φόρμιγγες». Το σύνολο των ποιητικών του βιβλίων συγκεντρώθηκαν μετά τον θάνατό του από τον Κώστα Τσιρόπουλο στον ογκώδη τόμο «Ποίηση», Ευθύνη, 1997. Δοκιμιακά του κείμενα περιλαμβάνει ο τόμος «Ως δι’ εσόπτρου», Imago, 1983.

Mετέφρασε ποιήματα του Ίβαν Γκολ («Traumkraut», 1957) και σε συνεργασία με την Ελένη Λαδιά τους Ορφικούς (1984) και τους Ομηρικούς Ύμνους (1985). Ποιήματά του μεταφράστηκαν σε ξένες γλώσσες. Υπήρξε συνιδρυτής του περιοδικού Πρώτη Ύλη (1958-1959) από κοινού με τον Ε.Χ. Γονατά. Τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1964 («Ποίηση Ι») και το 1981 («Δυοειδής Λόγος») και με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (Ίδρυμα Ουράνη) το 1984 («Η ασώματη»).

«Στα πρώτα του ποιητικά βήματα ο Παπαδίτσας προσπάθησε να εκφράσει την αγωνία του για μια αναμόρφωση του κόσμου, μέσα αντισυμβατικές γλωσσικές και θεματικές επιλογές και με επιρροές από το ρεύμα του υπερρεαλισμού και την αρχαιοελληνική προσωκρατική φιλοσοφία. Στην πορεία του προς την ωριμότητα οδηγήθηκε προς μια απόπειρα γεφύρωσης του χάσματος ανάμεσα στην γήινη πραγματικότητα και το ποιητικό σύμπαν, μέσω ενός ενορατικού λόγου και με επιρροές από το ρομαντισμό του Hölderlin.» (Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, ekebi.gr)

Στο δοκίμιο του «Σκέψεις για τη γλώσσα και τη γλώσσα μου» ο Παπαδίτσας αναφέρει: «Ένας ποιητής, ό,τι έχει να πει το λέει με την ποίησή του. Θα έλεγα μάλιστα ότι δεν το λέει αλλά το δείχνει. Η ποιητική γλώσσα είναι συγχρόνως νόηση, εικόνα, ψυχικός αναπαλμός, αυτόματη αντίληψη, αισθητηριακή ή αισθητική ανάπλαση του γεγονότος, παρών χρόνος διαστελλόμενος ή συστελλόμενος μέσα σε μια διάρκεια χωρίς πέρατα.» Και στο «Ως δι’ εσόπτρου»: «Η ποίηση είναι η αυθεντικότερη γλώσσα, δηλαδή νηπιακή γλώσσα, όπου το πράγμα, η έκφρασή του, η ονομασία του, η περιγραφή του, ο ήχος του, η μνημιακή του ανάκληση, όλα μαζί είναι ένα. (Μνημιακή ανάκληση: μια ολόκληρη διαδικασία για να ξαναμπούμε στον εαυτό μας που γνωρίζει). Κάθε ποιητής μιλάει σαν νήπιο, δηλαδή ακατανόητα για κείνους που έχουν ξεχάσει την πρώτη τους, την πιο αληθινή γλώσσα.»

Πηγές:
– Αργυρίου Α., «Δημήτρης Π. Παπαδίτσας», Η Ελληνική Ποίηση. Η Πρώτη Μεταπολεμική Γενιά, Σοκόλης, 2000.
http://www.ekebi.gr
– Βικιπαίδεια

.

Μπρος πίσω δεξιά αριστερά
λαβύρινθοι σε όλα τα μέρη
λάδια σαπούνια ζουμιά γλιστερά
τα όνειρα τα φιλιά το καλοκαίρι
– το μάτι που ολόγυρα η άνοιξη ισκιώνει·
τι μένει απ’ τη λάσπη απ’ τη σκόνη απ’ το χιόνι

Χτες με τ’ ανάλαφρο βήμα είχε ανέβει
στο σύννεφο στον έρωτα στα χρώματα εσπέρας
– θαμμένος στα λόγια του, στ’ άστρα περσεύει:
κόκκαλα θειάφι μεθάνιο κι εστέρας

Άκουσμα μέσα στο αγέρι φυλλώματος
το σκουλήκι κουφό είναι μάντης αόμματος
– γερασμένο ή όχι από λέξεις το αυτί
(που να βρεις την άκρια):
είμαστε ή δεν είμαστε ακόμα θνητοί
με γέλια ενοράσεις και δάκρυα;

Δυοειδής λόγος, 1980

.
15

Την κρίση εκκολάπτοντας, Κράτους περιουσία
λεηλατούσαν άπληστα πολιτικοί που τώρα
απ’ τον ανεύθυνο λαό, «για να σωθεί η χώρα!»,
ζητούν θυσίες θέλοντας να θάψουν την αιτία.

Θνησιγενής προσπάθεια θα βυθιστεί στον λάκκο,
δεν θ’ αθωώσουν εαυτούς οι λαοπλάνοι θύτες.
Ανέβλεψαν οι αδαείς και άσχετοι πολίτες,
συνήθους πλέον αψηφούν παραμυθιού τον δράκο.

Σπαταλημέν’ ατάσθαλα στα δανεικά του Κράτους
όσοι δεν ωφελήθηκαν πρόσθεσαν τα δικά τους
οι δικαιούχοι πενιχρών μισθών του Δημοσίου.

Μ’ αυτά πληροφορήθηκαν, κατέκτησαν την γνώση,
διεύρυναν ορίζοντες, έχοντας κατορθώσει
να δούνε πολυάριθμες χώρες της υφηλίου.
.

16

Απ’ το κεφάλι ως γνωστόν πάντα βρωμάει το ψάρι·
πάλιν επαληθεύεται η λαϊκή σοφία
αν και να ρίξουν ενοχής αλλού μ’ αναισχυντία
επιχειρούν δυσβάστακτα πρωταίτιοι τα βάρη.

Στο μόχθο δεν αρκέσθηκαν απλών εργαζομένων,
τα δανεικά που έλαβαν οι εκμεταλλευτές
ανάγκες δεν εκάλυψαν ποτέ κοινωνικές,
σε κέρδη μετετράπησαν εγχώριων και ξένων.

Άργησ’ η αγανάκτηση αλλ’ ήταν φυσικό
να έρθει όταν έλειψαν και τα ισχνά ψιχία.
Εγκαίρως να εξεγερθούν δεν είχαν τα στοιχεία,

λογιστικά τεχνάσματα κρύβανε μυστικό.
Swap και spread δεν ήξεραν υπάλληλοι του Κράτους
που σαν το μάννα εξ ουρανού παίρναν τα χρήματά τους.

Πρώτη δημοσίευση

.
13

Στην αιχμηρή της αγκαλιά λιτότητα σαν βάτος,
σε μια ειρκτή περικοπών κρατά οικονομία.
Άκρατη χειραγώγηση και η τρομοκρατία
της τρόικας κυρίαρχο καταρρακώνουν κράτος.

Άφθονες επιδέχεται το μένος ερμηνείες·
ένας ο άμεσος σκοπός παρά τις ταξικές,
θρησκευτικές ή εθνικές κι άλλες αναγωγές
σε όσες κι αν συντρέχουνε πρωταρχικές αιτίες.

Να καταπνίξουνε μοχθούν σαφώς καινοτομία,
την δημιουργικότητα και την φιλοπονία,
παντοειδούς θεμέλια γερά παραγωγής.

Πως θα ξηράνουν προσδοκούν τις δυο πηγές ισχύος,
μαζί με το εμπορικό, μέγιστο παγκοσμίως,
πως θα στραγγίσουν σύστοιχο πλεόνασμα ψυχής.

.
14

Ταχεί’ ανακατανομή της διεθνούς ισχύος,
άναρχες χρηματιστικών κινήσεις κεφαλαίων.
Βραχείς κρατούν στα χέρια τους τύχες των Ευρωπαίων,
τα μέγιστ’ αν και κρίνονται δεν κυβερνούν κυρίως.

Του ξένου τύπου όψιμες φώτισαν αναλύσεις
αυτά που ο μέσος Έλληνας εγνώριζε καλώς.
Οξύνους ο ηγέτης όσο και ο λαός,
έστεκε ως εξαίρεση αντίπαλος της κρίσης.

Στους φυσικούς συμμάχους του προσέφυγε πολίτες,
πρόσφορο βρήκε πρόσχημα η φθονερή χορεία
που μετατρέπει βαθμηδόν λαούς σε τρωγλοδύτες.

Την πτώση μεθοδεύοντας ηγήτορος εξόχου
πιο μισητή ανέδειξαν όλων την αριστεία·
ίση εκείνων, ευπειθούς, ολκή του διαδόχου.

Πρώτη δημοσίευση

.

11

Στα φανερά προσέφεραν υπνωτικές ρανίδες
πόρων κι επιδοτήσεων για να διατηρήσουν
του πετρελαίου θάλασσα κρυφή ώστε να σβήσουν
Ελλάδας γι’ ανεξάρτητη ανάπτυξη ελπίδες.

Έτσι δεν είν’ οξύμωρο ν’ αρνούνται οι δανειστές
δικού τους την εξόφληση κατοχικού δανείου.
Ακόμα και στα πλαίσια συμψηφισμού δολίου
οι τελικές προθέσεις τους προβάλλουνε γυμνές.

Ακολουθεί την πτώχευση απόληξη του χρέους:
πολίτες δούλοι έλκονται αλλοδαπού ελέους
ενώ τελείτ’ ακώλυτη πλούτου λεηλασία.

Ανοίκειο το θέαμα λαού ως αιχμαλώτου,
άλλη θα ήταν ασφαλώς η μοίρα του ασώτου
αν έπαιρνε ολόκληρη την πατρική ουσία.

.

12

Ενδέχεται μερίδιο να έχουν της ευθύνης
πολίτες αλλ’ ελάχιστο, δολίως οι ταγοί
τούτο τους παρεχώρησαν για να ναι συνεργοί,
λαού διαφθορά, γραμμή εσχάτη της αμύνης.

Των εκλογέων φάλαγγες πυκνές διεκδικούσαν
μέτρα για την προάσπιση συμφέροντος κοινού.
Οι αιρετοί στερούμενοι ανώτερου σκοπού
ρουσφέτια μόνον ευτελή να κάνουνε μπορούσαν.

Οι φαύλοι καλλιέργησαν λοιπόν την ανομία,
θέλουν σ’ αυτήν διάχυτη, ζητώντας αμνηστία,
δικά τους παραπτώματα ν’ αναμειχθούν βαρέα.

Κι ενώ την εύλογη οργή του κόσμου επωάζουν,
αριθμολάγνοι σκέπτονται και πολλαπλασιάζουν
με την πληθύ των πολιτών τα μέσα κλοπιμαία.

Πρώτη δημοσίευση

.

9

Μέσος εν μέσω κρίσεως κατανοεί πολίτης
πώς μετερχόμενοι ταγοί σκεδάζουν ανομία
που ερχομένη άνωθεν σαθρώνει κοινωνία.
Της αμοιβαίας πίστεως ο φόβος διαλύτης.

Μοιραία τότε τίθεται δίλημμα του εγκλείστου·
suboptimal στρατηγική ατομικό συμφέρον
πάντοτ’ επιδιώξεων προκρίνει ευρυτέρων,
αμυνομένου εκλογή και όχι του απλήστου.

Όταν  διακυβεύονται δίκαιες κατακτήσεις,
συλλογικών προσπαθειών, πολυετών, καρποί,
καινοφανή και συγγνωστό γεννούν οι απαιτήσεις

της εξουσίας πρόσκαιρο σ’ αυτούς ατομισμό
που έκραζαν παλιότερα την πάνδημη κραυγή:
«τι λες ωρέ μινάρα; ξέρεις ποιος είμ’ εγώ;»
.

10

Λαός θυμάται κρίσεως αν και ακούει ρόχθο
ότι σαν φίλτρα highpass οι νόμοι λειτουργούν,
που καταπνίγουν ταπεινούς κι αφήνουν να περνούν
σε ξέν’ όσους υψώνονται πολλών πατώντας μόχθο.

Κατά της εκμετάλλευσης προσφέρουν προστασία
αντίσταση των πολιτών, προσωπικοί αγώνες
και όχι ανεφάρμοστοι και άψυχοι κανόνες
που δικαιώνουν ισχυρών ωμή αυθαιρεσία.

Έτσι παντού προόδευσαν πάντα οι κοινωνίες,
έτσι κι εδώ ιστορικές διδάσκουν εμπειρίες.
Μεστό προτύπων παρελθόν τους σύγχρονους εμπνέει.

Ηρωική και πρακτική προς των Ελλήνων φύση
ανεκαλύφθη πρέπουσα και τελεσφόρος λύση:
αδιακρίτως απειθούν και οι μικρομεσαίοι.

Πρώτη δημοσίευση

.

7

Μπορεί ως διαταραχή κι αυτή να εκληφθεί
Ελλάδος παρομοίωση που συκοφάντες κάνουν
για την οσμή διαφθοράς, τον θόρυβο αγώνων
και την οικονομία της με βάση τον αέρα.

Με πεταλούδα πιο πολύ χώρα τιμιοτέρα
μοιάζει απ’ όσες φάνηκαν στο πέρασμα των χρόνων.
Του ασθενούς πετάγματος οι επιπτώσεις φθάνουν
σε βάθος ακατάληπτο για τον ηττοπαθή.

Κανείς να θίξει δεν τολμά πολιτισμού κοιτίδα
γιατί τους θύτες νέμεσις θα πνίξει πλημμυρίδα
καθώς κακά κυοφορεί πτωχεύσεων τσουνάμι.

Οι Έλληνες περήφανοι την κεφαλή δεν σκύβουν.
Αυτού του είδους την ισχύ φτερά εντόμου κρύβουν
που το συνθλίβει άνετα νηπιακή παλάμη.

.

8

Διαίρει και βασίλευε· πάντα η εξουσία
υπέθαλπε βραδύνοια για να επιβληθεί,
ύπνο στις μάζες λογικό ενέβαλλε βαθύ
ώστε κοινού συμφέροντος να θάλλει αγνωσία.

Εξαπατώνται μερικοί που σε καιρό της κρίσης
έχουν ψευδή συνείδηση και στρέφοντ’ εναντίον
συντρόφων, ρίχνοντας νερό στον μύλο των κυρίων·
νοητικές φαντάζονται και ήθους διακρίσεις.

Αν ήσαν όσο έντιμοι νομίζουν κι ευφυείς
τότε δεν θα ελάνθανε αλήθεια προφανής:
όποιος δεν ωφελήθηκε τίποτα δεν οφείλει.

Δικαιωμένοι τάχατες τέρπονται υπερόπτες,
κακέκτυπα του Τίμωνα, χαιρέκακοι και σκώπτες
σατιρικά γυμνάσματα διαβάζουν και Κονδύλη.

Πρώτη δημοσίευση

.

.

5

Βρόχος αποκαλύπτεται ο τροφοδότης λώρος,
οικονομίας θάνατο, επώδυνο κι αργό,
φέροντας με την πρόσδεση σε νόμισμα σκληρό.
Θ’ αναπτυχθεί ελεύθερη κι όχι ως δορυφόρος.

Βεβαίως η μετάβαση ενέχει σοβαρές
δυσχέρειες και σύστοιχη, πρόσκαιρη απορία
που θα ’ναι αναμφίβολα πρόσφορη ευκαιρία
ώστε να λάμψουν έμφυτες του έθνους αρετές.

Αυτές και η εκπόνηση λεπτομερούς σχεδίου,
η ψύχραιμη εκτέλεση και ο συντονισμός
ταχεία εξομάλυνση του καθ’ ημέραν βίου

παρέχουν, κι αδιάφορο αν μόνος θεωρεί,
πάντοτ’ απαισιόδοξος ο συντηρητισμός,
βιαία διδασκάλισσα κάθε μεταβολή.

.

6

Εισέδυσε στο άσπιλο σώμα χωρών της Δύσης
απατηλώς, φθοροποιό της ασωτίας βέλος.
Δεν είναι πλέον δυνατόν, αφού κατέστη μέλος,
να το εκβάλουν αβλαβώς, κράτος αιτία κρίσης.

Διότι διαπλέκονται συμφέροντα κι υφαίνουν
ιστό που πάσχει αλγεινή την χρηματορραγία.
Αλλ’ άνοιξαν κι αόρατη στη συνετή χορεία
πληγή οδυνηρότερη όσα δεινά συμβαίνουν.

Ιδιοτέλεια μπορεί γεωπολιτική
την τιμωρό να συγκρατεί αλύτρωτη οργή,
του πρεσβυτέρου αδελφού, μα βράζει λυσσαλέα,

καθώς το ελπιζόμενο κοίτασμα σιτευτό
στους αναξίους έπαθλο προσφέρετ’ εν καιρώ,
ακόμη όμως εκκρεμεί μετάνοια βεβαία.

Πρώτη δημοσίευση

.

3

Εσχάτη περιφρόνηση του διεθνούς δικαίου,
αθέτηση των συνθηκών, χάλκευση των στοιχείων,
απόπειρα συγκάλυψης, νέων κρουνός δανείων,
φόρων κατασπατάληση του μέσου Ευρωπαίου.

Προφάσεις κι αποθράσυνση αντί της μετανοίας:
ευθύνεται λανθάνουσα κρίση «συστημική»
και περί γενικεύσεως η άσφαιρη βολή·
μοιραία η επιβολή ενδίκου τιμωρίας.

Εξάντλησαν την ανοχή γνησίων κληρονόμων
αρχαίου κλέους κίβδηλοι και παραβάτες νόμων,
Τούρκοι που νιώθουν Ιταλοί, οι άσωτοι του Νότου.

Άλλοι αισθάνονται βαθιά κι εκλεκτικά ιδέες
των κλασικών αφήνοντας παρεκτροπές χυδαίες,
σκέψεις χρησιμοθηρικές όπως του Διοδότου.

.

4

Υπάλληλοι, προμηθευτές, σύμβουλοι Δημοσίου
κι οι εργολήπτες· οι μικροί, μεσαίοι κι οι τεχνίτες·
αγρότες μ’ επιδότηση, εκπρόσωποι, μεσίτες·
νυκτερινές, εστίασης, και τάξεις εμπορίου·

θεράποντες ελεύθερων, κλειστών επαγγελμάτων
(άσημοι κι επιστήμονες), έπλεκαν φιλοπόνως
έναν ιστό κοινωνικό σκοπός οποίου μόνος
η προστασία ήτανε φτωχότερων στρωμάτων.

Ανθεκτικά τα νήματα: η τήρηση των νόμων,
συνέπεια, φιλότιμο, αλληλεγγύης έρως,
συνόλου το προβάδισμα έναντι των ατόμων.

Σοβεί εντούτοις κίνδυνος και αν διαρραγεί,
(μοχθούν μωροί κι ανάλγητοι), των πολιτών το μέρος
που η πλεκτάνη έθαλπε πρωτίστως θα πληγεί.

Πρώτη δημοσίευση

.

1

Ακόμα κι ο προπάτορας του συντηρητισμού
παραδεχότανε λαό ταυτόσημο με χώρα.
Αυτήν θα σώσουν τάχατες τα μέτρ’ ανθρωποβόρα
που κοινωνία οδηγούν στα πρόθυρα λιμού.

Με φόβητρο την πτώχευση, χωρίς ν’ αρθρώνουν λόγο,
εντολοδόχοι νάρθηκα υπερασπίζουν ξένο.
Προβάλλουν όσο τον λαό κρατούν διασπασμένο
ισχύος υποτίμηση και βούλησης τον ψόγο.

Αλλ’ εφικτή η αυτάρκεια και θα πραγματωθεί
ελλείψεις η ενότητα καθώς θ’ αναπληρώσει
αφού με άλλο σύστημα το κράτος οργανώσει.

Τούτο αρκεί αυτόματα για να εξαλειφθεί
το αίτιο που γέννησε την ευνοιοκρατία,
διαφθορά, φοροκλοπή, ραστώνη, ανομία.

.

2

Αιώνιο κι αμείωτο κλέος του Παρθενώνος
ακόπως κληρονόμησαν τα τέκνα του Αισχύλου.
Την Αφροδίτη βάρβαροι βεβήλωσαν της Μήλου,
ακόμα τους κουτόφραγκους πικρός δαγκώνει φθόνος.

Σχεδίασαν επίτηδες δύσκρατο μέτρων μείγμα
για να βαθύνουν ύφεση ώστε σε κύκλο φαύλο,
που μόνο προς την πτώχευση εξασφαλίζει ναύλο,
η χώρα να εγκλωβιστεί χωρίς ελπίδας ψήγμα.

Εύκολα πια οι νουνεχείς μπορούν να διαβλέψουν
υποκρυπτόμενο σκοπό: λαό να μετατρέψουν
πλούσιο και περήφανο σε πένητες κι επαίτες.

Και πάλι να παράγονται πολλά ν’ αρχίσουν πρέπει
από αυτά που φούσκωναν πριν των Ελλήνων τσέπη:
υπηρεσίες, δάνεια, φρέντο και μεζονέτες.

Πρώτη δημοσίευση

.

Tον γενικό είχε με βιάση κατεβάσει,
μην πέσει η νύχτα του στο φως κι αυτοκτονήσει.
Συνειδητά, όσο θυμάται, είχε σφαγιάσει
του ήλιου τη φύση.

Στοιχειά παραίσθησης, σκαστά απ’ τ’ όραμά του,
πίσω απ’ την όραση, το βλέμμα του στραγγίζουν.
Πέτρινες θύμησες τα γυάλινα φτερά του
τα θρυμματίζουν.

Χαϊδεύει η πείνα του τ’ αειπάρθενο σκοτάδι
ηδονικά, καθώς τη σάρκα μοιχαλίδας,
να χορταστεί από το γλυκόπιοτο μαγνάδι
κούφιας ελπίδας.

Κι απέ απογέρνει σε στιγμές ναυαγισμένες
λυσσάει η αιτία η ψυχή όταν αγαλλιάζει.
Με πόρνες χίμαιρες, τυφλές, βλογιοκομμένες,
γλυκά πλαγιάζει.

Κι ως φιδοσέρνονταν η απουσία εντός του
νωχελικά, σα βήμα ολέθριου περιπάτου,
τον ερωτεύτηκε ο ανέραστος εαυτός του
μέχρι θανάτου.

Τα μπλουζ των παραισθήσεων, 2006

.

Εντός ορίων.
Πέντε, επτά και πέντε.
Ελευθερία!

Χρώματα πέφτουν.
Φεύγουν τα αστέρια.
Χαράζει ξανά.

Μινιατούρα.
Της ίριδας η κόρη.
Η πεταλούδα.

Μετά τη βροχή.
Στο νερόλακκο δίπλα.
Ένα σπουργίτι.

Λόγια ψυχής.
Ακατέργαστα βγαίνουν.
Άκρατος οίνος.

. . .τακ τικ τακ τικ τακ. . .
Ακόμα και η σιωπή
στόλισμα θέλει.

Έρμο παγκάκι.
Στην άκρη της προβλήτας.
Η νύχτα αργεί.

Στην Ιωνία.
Τον καλύτερο σπόρο
Έριξαν τότε.

Σε λευκό χαρτί.
Δάκρια και λέξεις.
Αποχαιρετισμός.

Νίκο Σκαλκώτα
όλο σου το Έργο
του Είναι ο αχός.

Χελιδόνια.
Θα μας λείψουνε φέτος.
Αντιπαροχή!

Καμένα δάση.
Γκρίζα βουνά και πόλεις.
Δολοφονία!

Ελευθερωτής.
Νέα τάξη πραγμάτων.
Θρήνος ολούθε.

5+7+5 ακριβώς ή περίπου χάικου, 2009

Στη Φοίβη

Ή απ’ της ζωής ή απ’ του όνειρου το σκότος έχεις φτάσει
ό,τι δεν πρόφτασα να ιδώ με μιας το χεις προφτάσει.

Το μάτι σου άστρο, αντίφεγγο του κόσμου που γυρεύω
σ’ ευχαριστώ που μ’ έμαθες στο φως να λιγοστεύω.

12. 4. 1984

Ποίηση, 1997


.

Μιλώ εδώ για πράγματα απλά,
…………………μα θέλω να τους δώσω κάποιο χρώμα.
Αυτό νομίζω είναι θεμιτό –
…………………και ιδού ένα παράδειγμα ακόμα.
Καθήκοντα αναθέτει ο στρατηγός
…………………με βάση τα προσόντα του καθένα:
ας πούμε, άλλος πάει πεζικό,
…………………άλλος πηγαίνει τεθωρακισμένα.
Το μήνυμα λοιπόν είναι σαφές –
…………………κοντά στον νου, κορίτσια, και η γνώση·
σκεφτείτε τα ατού του καθενός
…………………και πάρτε ό,τι έχει να σας δώσει:
τη συμβουλήν εκ του νομομαθούς,
…………………το χρήμα, φυσικά, εκ του ευπόρου,
και συνδρομήν δικαστικήν παρά
…………………του έχοντος την πείραν συνηγόρου.
Σε στίχους εντρυφεί ο ποιητής·
…………………να του ζητήσεις στίχους επομένως·
και είναι επιρρεπές στα ερωτικά
…………………κατεξοχήν των ποιητών το γένος.
Στον έρωτα, κορίτσια, ο ποιητής
…………………είναι συγχρόνως τζέντλεμαν και ιππότης·
η δε ωραία κι εκλεκτή του ποιητή
…………………προώρισται να γίνει διασημότης.
Μέσω της ποίησης κατέστησαν πολλές
…………………πασίγνωστες σε Ρώμη και Αθήνα·
κι όσο για την δικιά μου, ερωτούν
…………………«ποιά είναι, ρε παιδιά, αυτή η Κορίννα;»
Οι ποιητές απέχουν παντελώς
…………………απ’ τη λεγόμενη ερωτική απάτη·
την τέχνη μετά ήθους διακονούν
…………………και δείχνουν διαγωγή κοσμιοτάτη.
Οι ποιητές δεν θέλουνε πολλά,
…………………δεν τους αγγίζει η ματαιοδοξία·
δεν μπλέκονται με την πολιτική
…………………και προτιμούν να ζουν στην ησυχία.
Συνάπτουν σχέσεις μετά γυναικών
…………………που διακρίνονται από μεγάλο πάθος·
στη σύντροφό τους μένουνε πιστοί
…………………και αγαπούν, ούτως ειπείν, σε βάθος.
Είναι η τέχνη, όπως είπα πριν,
…………………όπου τους κάνει έτσι φινετσάτους·
το ήθος τους –και θα το πω ξανά–
…………………εναρμονίζεται προς το λειτούργημά τους.
Γι’ αυτό, κορίτσια, για τους ποιητές
…………………να δείχνετε μεγάλη προθυμία:
τους δόθηκε ταλέντο απ’ το θεό
…………………κι απολαμβάνουν θεία προστασία.
Είμαστε σαν τους άγιους εμείς,
…………………με το θεό στενά συνδεδεμένοι,
κι η έμπνευσή μας είναι θεϊκή
…………………διότι ουρανόθεν κατεβαίνει.
Μην περιμένεις χρήματα, λοιπόν,
…………………από σοφούς ανθρώπους σαν κι εμένα·
θα ήταν ένα έγκλημα αυτό  –
…………………και, δυστυχώς, απ’ τα συνηθισμένα.

Οβιδίου Ερωτική Τέχνη, μτφρ. Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής, 2000

.

Σκοτεινιασμένες βυσσινιές
πνίγουν το περιβόλι·
τούτες οι μαύρες φυλλωσιές
δεν κρύβουν τριαντάφυλλα
γερμένα από τον κάματο
πάνω σ’ ένα πηγάδι.
Μέσα σ’ εβένινα κλαριά
στάζουν κρυμμένα χείλη
γυναίκας που έβρεξε τα δάχτυλα
στο ματωμένο κάνιστρο
το στόμα της να βάψει
μπρος σε θαμπό καθρέφτη·
και το φεγγάρι βγήκε αργά,
στόλισμα της Σαλώμης.

Βυσσινιές στο σκοτάδι, 1991

.

Αστραφτερό παιχνίδισμα που κρύβει
τα βάθη του υδάτινου θηρίου
είναι από κίτρινο τη μέρα
τη νύχτα είναι από λευκό χρυσάφι
— οφθαλμαπάτη θησαυρού πάνω στο κύμα.

Άνθη του νερού, 1994

.

«Ερείπια στον περίβολο των ανακτόρων φέρουν τα ίχνη του σοβά
που λείος κάλυπτε ολόκληρη την τότε ακέραια πλινθοποιία.
Ζώα της θάλασσας ή ωκέανιες μορφές και άλλα τέρατα βουβά
διακοσμούν τα δάπεδα μέσα σε μια γεωμετρική χρωματουργία

με το βασιλικό από λευκές ψηφίδες μεγάλο έμβλημα στο κέντρο.
Ξεραμένοι καρποί τα λιθάρια που ματώνουνε γόνατα και σαγόνια.
Ολόγυρα πουθενά στον ορίζοντα δεν στέκεται κανένα δέντρο.
Τα σύγχρονα κτίρια είναι πιο πέρα μακριά σταματημένα βαγόνια.

Ο ήλιος καθώς ανατέλλει στέκει ένα κεφάλι ασώματο κομμένο
πάνω απ’ τους απαλούς αμμόλοφους που είναι σα να βασιλεύουν
και τα βουνά είναι τα πεταμένα μέλη από κορμί ξεκολλημένο
στο νερό που καθώς όλο αίμα έρχονται προς την ακτή βαριά
…………………………………………………………………………σαλεύουν».

Ανασκαφή, 1984

.

Με του γαμπρού τ’ ανάστημα
την όψη του γερόντου

στο μέτωπο στα μάγουλα
(το χώμα το ψημένο)

γραμμές που χάραξε σπαθί
αντί πτυχές –ρυτίδες–

στάθηκαν γύρω βλοσυροί
σαν τα κυκλώπεια τείχη

σε ξαφνικό θανατικό
σε σκοτωμό ή γάμο

η κάμαρη σκοτείνιασε
σκορπίσαν οι γυναίκες

κι ένα μωρό κατάχαμα
πήρε κι αυτό να σκούζει

Βυσσινιές στο σκοτάδι, 1991