To portreto tis Didos Elpidas_2012_Technohoros-art-gallery_Manolis-Anastasakos_Art-Athina_2013*

***

λάινον χιτώνα

Στης μαιζονέτας του την πέτρινη θαμμένος κουστουμιά
για όσα κακά στον εαυτό του έχει κάνει
η αντίμαχή του μοίρα τού προκάνει
βάσανο και γλυκειά παρηγοριά

ωραίας γειτόνισσας να βλέπει τον χορό
όταν τα ρούχα στη βεράντα της απλώνει
ή όταν σκύβει να τινάξει το σεντόνι
της ομορφιάς της σπέρνοντας εικόνες στο κενό

Πηγή:
Απόδρομή του αλκοόλ, 2012

Εικονογράφηση:
Μανώλης Αναστασάκος, Το πορτραίτο της δίδος Ελπίδας, 2012

Advertisements

Απόστολος Γεωργίου_Άτιτλο_2013 Ακρυλικό σε καμβά 130x110εκ.Γκαλερί Ζήνα Αθανασιάδου

***

Μες στα διαμερίσματα αχολογάν τραγούδια.
Νέοι και νέες τραγουδάν, νέα τραγούδια λένε:
Από του κόσμου τα καλά θα προτιμήσουν τρία.
Φιλία, ψυχανάλυση κι εργασιοθεραπεία.

Πηγή:
Κέρματα, 1980

Εικονογράφηση:
Απόστολος Γεωργίου, Άτιτλο, 2013

.

ΣΑΝΣΟΝ(έτο)

Στα πράγματα της Μούσας μπήκε ο Άρης
Όταν ο Ελύτης ήταν πια ογδοντάρης
Και φύλαγαν των στίχων δερβενάκια
Ξεφτίλες του εβδομήντα και μειράκια.

Κι ευθύς κάνει, με επένδυση μεγάλη
Σε Λάγιο, Κοροπούλη και Καψάλη,
Του λεύτερου του στίχου την κηδεία
Τη μύτη του βαστώντας μ’ αηδία.

Αμ δε! Του λάκκου πέρσευε ο κοπρίτης!
Μ’ όλον που σμπρώχναν όλοι σαν τα βόδια
(Ήτον λίγο μακρύς ο «μακαρίτης»).

Και, φυσικά, τους έστειλαν ισόβια
Ριμάδας ποίησης να σκάβουν το Μαντούδι
Μια-δυο χοντρές κωλιές του Γαργαντούδη.

* Το κώλον· (γραμμ.) τμήμα περιόδου που τελειώνει σε άνω τελεία || (μετρ.) μέρος στρ0φής· τμήμα στίχου που αποτελείται από δύο ή περισσότερους πόδες || κ.λπ. (Τα λεξικά)

Αντί, τχ. 529, 6.8.1993

.

Εδώ φωτογραφία είναι του τέλους
η θάλασσα γαληνεμένη ο ήλιος δύει
χρυσίζουν τα νερά λόφοι χαριτωμένοι
κι αυτός ας πούμε εσύ να τα μαζεύεις
τα σύνεργα της γραφικότητας και πάλι
στο δρόμο πίσω σπίτι φιλαράκια
ουζάκια στην αυλή ψάρια στη θράκα
του δειλινού τραβώντας την αυλαία
παρατυχών Τραπεζικός και Ποιητής

Πλην της σκιάς σου αυτής που πάει
στα σίγουρα με το κεφάλι προς τα κάτω
σαν κάτι εκεί να ξέχασε να πάρει
ή κάποιος να της νεύει απ’ το σκοτάδι
από αυτούς που δεν σηκώνουνε κουβέντα
μια προσημείωση κρυφή για τα ως άνω
και να μη μένει αφωτογράφιστο και τ’ Άλλο
κάτι η Μαύρη Θάλασσα των Στεναγμών
και προπαντός ο Εύξεινος ο Πόνος

Ακτή Καλλιμασιώτη, 2009

.

ΣΑΝ ΧΑΪΚΟΥ

.

α΄

Κρίνο βαστάω
Κι έχω ντύσει με χώμα
Τον άγγελό μου

β΄

Πήγαν τα μάτια
Εκδρομή στο κορμί σου
Κοίτα βραδιάζει

γ΄

Μπουκιές σκοτάδι
Στο στόμα μου χώνω τα
Μαύρα μαλλιά σου

δ΄

Γιορτές των ώμων
Στις μασχάλες σας θάλλουν
Τρυφερά πένθη

ε΄

Μικρό βυζάκι
Χόρτασε το φιλί μου
Να μεγαλώσεις

στ΄

Καινούργιο θαύμα
Η ρόγα σου αυγαταίνει
Στα δάχτυλά μου

ζ΄

Σ’ ένα ντιβάνι
Τρυφερός γαλαξίας
Με μαύρες τρύπες

η΄

Μαύρα ασφοδίλια
Του κορμιού σου φιλάνε
Τα Δερβενάκια

θ΄

Άσπρο φεγγάρι
Στην κοιλιά σου φωλιάζει
Πάρε με μέσα

ι΄

Τόσο υπάρχεις
Που ’ναι πλάσμα δικό σου
Κι η φαντασία

ια΄

Μπροστά σου πρέπει
Ενός λεπτού σιγή σε
Όλες τις λέξεις

ιβ΄

Σαν καμικάζι
Πάνω στ’ άσπρο κορμί σου
Θέλω να πέσω

ιγ΄

Εικόνες σκορπάς
Που τις μαζεύουν κρυφά
Τα δυό μου μάτια

ιδ΄

Μόνο ο καθρέφτης
Να σε βλέπει αντέχει
Δίχως να σπάει

ιε΄

Κι ο Γιάννης Ρίτσος
Να σε θωρούσε γυμνή
Θα σταματούσε

ιστ΄

Ώς κι ο αέρας
Το κορμί σου φυσώντας
Σπούδασε γλύπτης

ιζ΄

Καθώς η φλόγα
Όλα στάχτη τα κάνεις
Κι ας τρεμοσβήνεις

ιη΄

Είσαι το άλφα
Το βήτα το όμικρον
Είσαι το ωμέγα

ιθ΄

Στη χούφτα βυζί
Καιρό θα κάνεις να πιεις
Από ποτήρι

κ΄

Κάθε σου λέξη
Ένα ακόμα σου χέρι
Που με χαϊδεύει

κα΄

Κορμί που σκύβεις
Τη μικρή μου κάμαρη
Κάνεις μουσείο

κβ΄

Σαν φύλλο χαρτί
Ο Έρως σε τύπωσε
Σε δύο όψεις

κγ΄

Τριαντάφυλλο
Μπρος πίσω γαρούφαλο
Από πού να
μπω;

κδ΄

Τρυφερά χείλη
Στο στόμα στη γλώσσα μου
Να ’ναι τα πάνω;

κε΄

Τρελλό μου στόμα
Άντε μίλησε τώρα
Με δύο γλώσσες

κστ΄

Από τα πάνω
Γλυκά με κηδεύουνε
Τα δυό σου στήθη

κζ΄

Δύο ληστεύαν
Ο ένας τον άλλονα
τα ’δωσαν όλα

κη΄

Τα δυό σου πόδια
Τρυφερές συμπληγάδες
Καλά περνάω

κθ΄

Σαν πέντε σκυλιά
Πάνω σου έχουν χιμήξει
Κι οι πέντε αισθήσεις

λ΄

Σπέρνω καθρέφτες
Τα δυό τρελλά μου μάτια
Μήπως χορτάσω

λα΄

Τρυφερά πόσο
Το ταβάνι κοιτάνε
Οι δυό σου φτέρνες

λβ΄

Τι θέλουν αυτοί
Δυό τρελλοί που παλεύουν
Μες στον καθρέφτη

λγ΄

Τρελλά μου πουλιά
Μ’ άσπρο ούζο κερνάτε
Μαύρες μασχάλες

λδ΄

Το σπέρμα μου δες
Στο τρυφερό σου πόδι
Πώς λάμπει λευκό

λε΄

ΕΙΣΑΙΟΑΡΤΟΣ
ΕΙΣΑΙΟΟΙΝΟΣΔΕΝΕ
ΧΕΙΑΛΛΗΖΩΗ

λστ΄

Τρεις μαύρες φλόγες
Στο κορμί σου φωλιάζουν
Όταν κοιμάσαι

λζ΄

Το καλοκαίρι
Έρχεται για να φοράς
Μικρά σανδάλια

λη΄

Μεσημεράκι
Σ’ ένα μικρό σύννεφο
Έχεις σκαλώσει

λθ΄

Πέφτει βροχούλα
Τι σίγουροι που ’μαστε
Στ’ άσπρα σεντόνια

μ΄

Εσύ κοιμάσαι
Και μένα το φεγγάρι
Με κοροϊδεύει

μα΄

Γεμάτη φωλιές
Κι εγώ γυρνώ ξέσκεπο
Πουλί μονάχο

μβ΄

Έλα αέρα
Φέρε μου τις φωνές της
Από τα ξένα

μγ΄

Απ’ του έρωτά σου
Τις στάσεις μου ’κρυβες μια

Την απουσία

.

Γραφέως κάτοπτρον, 1989