.

Σκοτεινιασμένες βυσσινιές
πνίγουν το περιβόλι·
τούτες οι μαύρες φυλλωσιές
δεν κρύβουν τριαντάφυλλα
γερμένα από τον κάματο
πάνω σ’ ένα πηγάδι.
Μέσα σ’ εβένινα κλαριά
στάζουν κρυμμένα χείλη
γυναίκας που έβρεξε τα δάχτυλα
στο ματωμένο κάνιστρο
το στόμα της να βάψει
μπρος σε θαμπό καθρέφτη·
και το φεγγάρι βγήκε αργά,
στόλισμα της Σαλώμης.

Βυσσινιές στο σκοτάδι, 1991

.

Αστραφτερό παιχνίδισμα που κρύβει
τα βάθη του υδάτινου θηρίου
είναι από κίτρινο τη μέρα
τη νύχτα είναι από λευκό χρυσάφι
— οφθαλμαπάτη θησαυρού πάνω στο κύμα.

Άνθη του νερού, 1994

.

«Ερείπια στον περίβολο των ανακτόρων φέρουν τα ίχνη του σοβά
που λείος κάλυπτε ολόκληρη την τότε ακέραια πλινθοποιία.
Ζώα της θάλασσας ή ωκέανιες μορφές και άλλα τέρατα βουβά
διακοσμούν τα δάπεδα μέσα σε μια γεωμετρική χρωματουργία

με το βασιλικό από λευκές ψηφίδες μεγάλο έμβλημα στο κέντρο.
Ξεραμένοι καρποί τα λιθάρια που ματώνουνε γόνατα και σαγόνια.
Ολόγυρα πουθενά στον ορίζοντα δεν στέκεται κανένα δέντρο.
Τα σύγχρονα κτίρια είναι πιο πέρα μακριά σταματημένα βαγόνια.

Ο ήλιος καθώς ανατέλλει στέκει ένα κεφάλι ασώματο κομμένο
πάνω απ’ τους απαλούς αμμόλοφους που είναι σα να βασιλεύουν
και τα βουνά είναι τα πεταμένα μέλη από κορμί ξεκολλημένο
στο νερό που καθώς όλο αίμα έρχονται προς την ακτή βαριά
…………………………………………………………………………σαλεύουν».

Ανασκαφή, 1984

.

Με του γαμπρού τ’ ανάστημα
την όψη του γερόντου

στο μέτωπο στα μάγουλα
(το χώμα το ψημένο)

γραμμές που χάραξε σπαθί
αντί πτυχές –ρυτίδες–

στάθηκαν γύρω βλοσυροί
σαν τα κυκλώπεια τείχη

σε ξαφνικό θανατικό
σε σκοτωμό ή γάμο

η κάμαρη σκοτείνιασε
σκορπίσαν οι γυναίκες

κι ένα μωρό κατάχαμα
πήρε κι αυτό να σκούζει

Βυσσινιές στο σκοτάδι, 1991

.

The sun is not in love with us,
Nor the corrosive sea…

Βράχια πάνω απ’ το πέλαγος· η πετρωμένη οδύνη
φυλακισμένου πλάσματος στο λίθινο εαυτό του·
ξεράθηκε το ανάβρυσμα στο ρίζωμα της πέτρας·
άρμη σαν τέφρα, οίηση θαλασσινής αιθρίας.

Αγάλματα με τον καιρό γίνονται οι αναμνήσεις
οι ακατέργαστες μορφές των θάμνων και των βράχων
μια σιωπή μεσημεριού το πυρωμένο ατσάλι.
Σε τέτοια απύθμενη σιγή ποιοι κατοικούν θαμμένοι

βαθιά μέσα στα σώματα της φλογισμένης πέτρας
πάνω σε ράχη απάνθρωπη σ’ άγριο καλοκαίρι;
Πάθη και πόνοι και λυγμοί κλεισμένοι στο γρανίτη
όπου αναπήδησε νερό, στέγνωσε με τα χρόνια,

και τα πουλιά γυρίζουνε, οι γλάροι τα κοράκια,
πάνω απ’ την άγονη στεριά· προμήνυμα θανάτου.
Βραχότοποι καρτερικοί στο θερινό τους άλγος,
κήποι και κοιμητήρια των σκύλων των προβάτων,

γεμάτοι κόκαλα ζεστά κούφια κιτρινισμένα
γεμάτοι φίδια ευέλικτα στο χώμα με τ’ αγκάθια.
Κι ο άνεμος αλύπητα περνά και μαστιγώνει
ανθεκτικά μορφώματα, ανέκφραστα, υψωμένα

μέσα στο μένος του καιρού στην άγρια αγωνία
του μελτεμιού που απλώνεται κυρίαρχο σαν άγχος
λες κι η ψυχή του αναζητά την ύστερη γαλήνη
σ’ αυτά τ’ απολιθώματα που αμίλητα κοιτάνε.

Μα πότε πέρα θα φανούν ψηλά τείχη δακρύων
(και στους συκιώνες μια οσμή – το γάλα της Ελένης)
μες στην καρδιά του λιοπυριού μια νύξη καταιγίδας:
μνήμη της λύπης που γυρνά και καταργεί τη λήθη

αλλά το σφρίγος του καιρού τη σβήνει· οφθαλμαπάτη.
Ξανά στη στέγνια την τραχιά, μαράζι της αρμύρας,
τα κύματα αδυσώπητα δέρνουν την ερημία
τα φιλντισένια βότσαλα τους ρωμαλέους όγκους.

Μια νύχτα του Ερμαφρόδιτου, 1989

.

Η θλίψη του ασήκωτη
μες στο κελί – το σπίτι·

ζεστή γυναίκα δυο παιδιά
και το φαΐ που βράζει

γύρω η μαυρίλα του χωριού
και των βουνών οι τοίχοι

ο ήλιος πέφτει να πνιγεί
βαθιά μέσα στο αίμα·

σαν αστραπή τότε περνάει
απ’ το μυαλό του η σκέψη

να σφάξει τη γυναίκα του
και τα παιδιά να πνίξει.

Βυσσινιές στο σκοτάδι, 1991

.

.

(Στιχούργημα για να γραφεί στον ανδριάντα
ενός πεθαμένου αστού)

Γυρεύω τα σπασμένα λόγια τ’ άνυδρα σώματα
κομψά οικήματα με τα σαθρά τους δώματα
γυρεύω τα παλιά μου οράματα
τις γαίες μου του πλούτου μου τα δράματα
τους δούλους που ξεπέσανε σε πρόστυχους
…… και ταπεινούς αστούς
τους σκύλους μου τους νόθους μου τους χωρικούς
τα λίγα ή τα πολλά μου γαλλικά που έμαθα
……
παιδί από νέρσες
(εν Σαλαμίνι ναυμαχία η Ακρόπολη και Πέρσες)
γερμανικές ή αγγλικές γκραβύρ απομιμήσεις
φαύνους τοπία της Αιγύπτου άλλες απεικονίσεις
στην Οδησσό την Αλεξάνδρεια Βιέννη στη Σμύρνη
…… την Τεργέστη Ανκόνα
εμπόρια τοκογλυφίες επιχειρήσεις και ταξίδια·
…… γυρεύω μιαν εικόνα. . .

Στη γέννησή μου σχεδόν μισάνθρωπος.
Στην κοίμησή μου σχεδόν απάνθρωπος.

Ανασκαφή, 1984