Σόρογκας, 2008

***
Απόψεις της θαλάσσης. Απόψεις ομαλές,
Όσο τρικυμισμένη, σε σύγκριση Βουνού,
σε σύγκριση της Πέτρας, η θάλασσα ομαλή.
Και όσο για τους κινδύνους, η θάλασσα είναι ωραία.
Μόνωση. Αοριστία. Ξένου στοιχείου οι έλξεις
και του Μεμακρυσμένου γύρος πλατύς ώς πέρα.
Ενώνει τα διεστώτα. Και τα ογκωμένα λειαίνει.
Τους όγκους γονατίζει πολύ σκληρών Βουνών.
Φθάνει στις απαλότητες μεγάλων αμμουδιών.
Ορμίσκους δημιουργεί πλήρους καταφυγής.
Εισδύει και αρμυραίνει μυχούς απροσδιορίστους.
Σε αχάρακτες οδούς της, αλλ’ ακριβείς, εκεί
«πλοία διαπορεύεται» και την εμπαίζει Δράκος
πλασμένος απ’ ευθείας από Βουλή Θεού.
Και ύστερα οι Υδρατμοί και ο Ήλιος της αλλάζουν
διαθέσεις και θεωρία.

                                             Απόψεις της Θαλάσσης,
μακριά από των ανθρώπων Σκηνώματα και Μάνδρες·
ενώνει τα διεστώτα· κομίζει την Φιλία,
τον Σύνδεσμο, την Σκέψη, σε πλήθος Παραλίες
διάχυτες σε Εκτάσεις. Συναγωγός Αγάπης,
σε επίσκεψη καλαίνει. Ο Ασπασμός, ενάλιος
ανέκαθεν υπήρξε και ο Εναγκαλισμός,
μίμηση της Αγκάλης, που ανοίγεται σε Αχτές.
Λικνιστική Θωπεία μας ήρθε από Θαλάσσης.
Οίστροι ρευμάτων πάνε κι ορμούνε από παντού,
και διασταυρώσεις βρίσκουν. Ύδατα μεθ’ υδάτων.
Καπεταναίοι, Λοστρόμοι, Γένος των Ναυτικών,
την ταπεινότητά τους την ξαγρυπνούν στα πλοία.
«Υπέρ Σύμπαντος κόσμου», «Μεγάλων Ιδεών»
δεν δίδουν την ξαγρύπνια. Το σκάφος πώς να ορμίσουν,
πάντοτε επί καλού, ιδού το μέλημά τους.
Τον πλου τον διορισμένο να πλεύσουν, τίποτ’ άλλο.
Κι ενώ βαρείες Φροντίδες δεν έχουν, είναι ωστόσο
το σκάφος τους το Σύμπαν· και ατοί τους κατασταίνονται
Πρόνοιες Θεού. Χρυσός και άλλα στολίδια και είδη,
δεν λείπουν κανενού. Αντίς για σμύρνα, μόνο
το Επάγγελμα έχει αρμύρα. Ο χρόνος καταλυέται.
Περίοδο νέα υψούται, όσο βαστάει το κάθε
ταξίδι. Και από το ένα στο άλλο ταξίδι, κάνει
νεφέλη Δημιουργίας. Των περασμένων Μνήμες,
τους νόμους της Ομοιότητας φέρνουν στο νου, τους νόμους
της Εμπειρίας, τους νόμους της Διαφοράς,  κι’ επίσης
τους νόμους της Αγάπης, που από Καρδιάς πηγάζουν.

Πλωτοί, καμαρωτοί κόσμοι, κυβερνημένοι
με της Σοφίας τους Δείχτες, απόψεις της Θαλάσσης,
κοντά σας καταργείται, και απολησμονημένη
τραβά για Ανυπαρξία.

Πηγή:
Εκλογή Α´, 1934

Εικονογράφηση:
Σωτήρης Σόρογκας, 2008

Advertisements

+Υ+¦+υ+_+_+__Γ +ε+¦_Θ+-+_+¬+ψ+++__Γ_+ε+_+¬+υ+_+¦_2012

***
Πήρεν η Σίβυλλα φωτιά,
μου προείπε τί μου είναι γραφτά.
Μαυρίλα πόπεφτε απ’ τα ύψη
άπλωσε γύρω γύρω θλίψη.
Χαρούμενον, με κύκλωνε όμως
ο μεταφυσικός ο τρόμος,
και λίγο λίγο, λίγο λίγο,
ευρύτατο ένα χάος ξανοίγω,
που ούτε να βλέπω ή να θυμούμαι
ή να ονειρεύομαι ως κοιμούμαι
δεν θέλω πλέον, τόσο μου δίδει
φαρμάκι το ανοιχτίρμον φίδι
του Μέλλοντος, που μαρτυριέται
στο σκότος, που ως αστράφτει σβηέται.

«Μάταια χαράς ζητάς πηγάδι,
όαση μικρή σε άπειρον Άδη
που περιφέρνεσαι, Άδη αμμώδη,
που κάθε βήμα και το πόδι
βουλιάζει πιότερο ώς το γόνα
φέρνοντας κούρασες γι’ αρρεβώνα
του Μέλλοντος που σ’ απαντέχει,
όταν το σώμα δεν αντέχει.
Λίγης βροχής η οπτασία,
δυο τρεις σταγόνες ευλογία,
καινούργιο Βάφτισμα θα σου ήτο,
ελπίδες χίλιες θα σου διηγείτο.
Αλλ’ ενού Ήλιου η περιφορά,
διαρκής, ξεραίνει τη χαρά».

Τί κι’ αν το Βρέφος εγεννήθη
απόψε, ο Θεός μέσα στα πλήθη,
κι’ ο ουρανός αναγαλλιάζει
με μελωδίες αγγελικές·
της Βηθλεέμ τί κι’ αν γιορτάζει
μιαν ερημιά με τ’ άλογά της,
τις στάνες, τα βόδια, τ’ αρνιά της
και τις ποιμενικές χαρές;
Για μένα στήθηκε προχείρως
«Τόπος Κρανίου». Ένας γύρος
σταυροί με ζώσανε, να εκλέξω
τον πιο αλαφρό και νάβγω έξω,
να με κρεμάσουν Ιουδαίες
άνομες, οι Έγνοιες φρικαλέες.

Πήρεν η Σίβυλλα φωτιά,
μου προείπε τί μου είναι γραφτά.
Μου προείπε πώς θα με δροσίσει
μονάχα των δακρύων η βρύση:
στη μοναξιά θαρθούν, θα τρέχουν,
το πρόσωπο να περιβρέχουν
με την παθητικιά λαχτάρα
της Αγάπης. Με τη λαχτάρα
τη μητρική που φλέγει τη όλη
η συγκλόνιση, η πολλή συμπόνια
και δείχνει ολόανθο το περβόλι
της παρηγόριας, με πλεγμένα κλώνια
ελπίδας, πίστης και λατρείας,
τους τρεις κισσούς μονώσεως αιωνίας.

Μου είπεν η Σίβυλλα, «Συλλογίσου
το ποτάμι που ρέει του Παραδείσου
με φλοίσβο εωθινό. Σκέψου το αηδόνι,
να κελαηδά παθητικά τη μόνη
γοητεία, πρωί πρωί, που δίνει
η Αυγή με τη σιγή και τη γαλήνη.
Το Φεγγάρι, που χλωμαίνει, που χλωμαίνει,
αλλά, με όλον τον Ήλιο, παραμένει
και φαίνεται σαν νέφος. Το αεράκι,
που σκορπίζει της αχλύος τα ράκη.
Το ποταμόπλοιο τέλος με τριπλοανοιχτά
τα ολόλευκα λαμπρά πανιά,
που, σιγανό αλλ’ ασφαλές, δεν παύει
να πλέει προς σένα, να σε παραλάβει».

Πηγή:
Εκλογή Β´, 1962

Εικονογράφηση:
Γιάννης Μιχαηλίδης, Μελάνι, 2012

Βαγγέλης Γκόκας, Ο νεκρός μαέστρος

***

Πεθαίνουμε κι’ αφήνομε το κάλλος του Χειμώνα,
που είναι ο ουρανός σαν σάβανον ωχρός, σαν τέφρα ωχρός·
κι’ αφήνομε την Άνοιξη, που είναι ο καιρός
ο ήπιος, μοσκοβολάει στον κάθε ανθώνα
ο αγέρας που ανασαίνομε. Πεθαίνομε, και την εικόνα
αφήνομε του υπέροχου Καλοκαιριού, που ο χλιαρός
μας περιλούζει ολόκληρους χαυνωτικός ιδρώς,
που οι οπώρες μέλι αργοσταλάν. Και την Κορόνα
του Πένθους, το Φθινόπωρο, το αφήνομε κι’ αυτό.
— Για τούτο και μας έζωνε την Άνοιξην η λύσσα
για τις απόλαυσες· το Καλοκαίρι το ζεστό,
μύριων πόθων αδύνατων η επιθυμία·
κι’ η Ελπίδα το Φθινόπωρο μας έζωνε, καθώς εφύσα
ο άνεμος· και το Χειμώνα, η θεία Μελαγχολία.

Πηγή:
Εκλογή Β´, 1962

Εικονογράφηση:
Βαγγέλης Γκόκας, Ο νεκρός μαέστρος

Roter Morgen

***
Οι πλούσιες των παραποταμίων των λιβαδιών φυτείες
μολύνονται από τα φαρμακερά, τα αισχρά τα φίδια:
τα ωραία καλάμια, θρυλικά της δροσιάς των οχτών τα στολίδια,
χάμου, των πλατανιών τα πηχτά φύλλα, — εστίες
όλα γινήκανε στις όχεντρες, που είναι Αμαρτίες
παλιές, βαρειές, τιμωρημένες:  — «Σεις την ίδια
τη Γη, που σας εγέννα, να την τρώτε! Και τις θείες
εκστάσεις τ’ ουρανού να στερηθείτε, ω αισχρά φίδια!»
είπεν ο Θεός.
                            — Μα κι’ από σένα, ω Γόητα, κι’ απ’ το κορμί σου
το αγαλματένιο, Έφηβε μάγε, το μουντό σαν γάλα,
με τις απόπνοιες μόσχου αγνού βουνίσιου,
κι’ από τα μάτια σου τα ερωτικά και τα μεγάλα,
κι’ από τα μελιστάλαχτα τα χείλια,
πετιέται βάρβαρη όχεντρα και με δαγκώνει, η Ζήλεια.

Πηγή:
Εκλογή Β, 1962

Εικονογράφηση:
Θοδωρής Δασκαλάκης, Roter Morgen, 2009

+Φ+_+-+χ_Ε_Β+__Γ +Υ+¦+-+_+_+φ+¬+¬_Γ_+θ +_+__Α+__Δ+-+φ+_+¬_Γ +Φ+__Β+-+ψ_Δ+__Γ_2012

***

Σε ψηλό βουνό που δεσπόζει
στη μοναξιά τριγύρω και στην ειρήνη
της Δυτικής Σκιάθος, που αφήνει
απ’ το ένα μέρος το ευρύ πέλαγος να κρώζει
τη νύχτα, ενώ από τ’ άλλο οιμώζει
πλουσίων βουνών ο άνεμος, – αντί σε κλίνη,
έστω και καλογερικά στρωτή, το σώμα παραδίνει
σε αγκαθόσπαρτο μνήμα, (μόλις που σώζει
ένα σταυρόν ώς σήμερα από ξύλο που ξεβάφει
και διαβιβρώσκεται) ο ακατανόητος ιεροφάντης
και μυστικός, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.

Τον ελεεινόν σταυρό τούτος ο λόγος επιγράφει:
« Ο κάθε στοχασμός σου – ασμάτων άσμα·
» στον κόσμο τον δικό σου – κόσμος το κάθε πλάσμα ».

Πηγή:
Εκλογή Β´, 1962

Εικονογράφηση:
Δημήτρης Γιαννέλος, Ξεπεσμένος δερβίσης, 2012

Kapela Panayota_2012

***

Τώρα που πόλεμο έταξαν βουλές του Δωδωναίου
και με ορεσίβιους Ιλλυριούς τα δυτικά φουσάτα
τον οξυνούστατο Αχαιό μάχονται στις κλεισούρες,
κάθισα εδώ κι’ ανασκοπώ χρησμόν ανανεωμένο
που βρίσκει πλήρωση βραδεία στο γύρισμα του κύκλου.
 
Στα μύχια και στ’ απώτατα και στους μυχούς του Ιλίου
ψαρεύεται η αντίθεση κι’ η εχθρότη των προγόνων.
Αυτοί τους όλοι οι ηλιόλουστοι με τα θαλασσινά τους
καμώματα, δεν μοιάζουνε καθόλου νάναι αδέρφια.
Πάτερ Αγχίσης που έφευγε, καβάλησε το γιο του
και τράβηξαν πολύ μακριά, το Λάτιο ν’ αποικήσουν.
Θαλάσσια περιπλάνεση τους έφερε και τότες
στην Ήπειρο και στα βουνά· κι’ εκείθεν η Σιβύλλα
τους έδειξε την Ιταλία, αντίκρυ πώς να πάνε.
Τραβάν λοιπόν οι ευσεβείς με τα εικονίσματά τους,
βάρβαροι, σε βαρβάρων γη, μα ο πλους τούς σακατεύει
στης Σικελίας το Δρέπανο που ο Αγχίσης τα τινάζει.
Μα αν τούτου δεν βοδώθηκε το καβαλίκεμά του,
όμως τη Δύση πάτησε πρόσφυγας ο Αινείας
και δέθηκε με κουμπαριά στης λύκαινας τα στήθη
οπούθε φαίνεται η γενιά του έχει έκτοτε αντλήσει
συνήθειες και καμώματα εις άκρον θηριώδεις.
Κλαρί των Τρώων, που βάλθηκε στη Δύση να φυτρώσει,
τι άλλο παρά εχθρός Τρωικός και γένος του Πριάμου,
κλαρί εκεινών που την Εστία θυσιάσαν στους Ερώτους,
κλαρί εκεινών που κλέψανε την όμορφην Ελένην,
μην έχοντας για ταίρι της λάμψη ουδαμού του κόσμου.
Κι’ ως δεν εκαρποβόλησε το πάλαι η αρπαγή τους,
άλλα ρημάδια πλέχανε τις θάλασσες, προσφύγοι,
και σήμερα βουλήθηκαν την Αθηνά Σοφία
να ζαλωθούν, αυτοί, που ο Ζευς τούς μώρανε για πάντα.
Διαλέξαν για Αγαμέμνονες και γι’ Αχιλλείς κι’ Αιάντους
τους βαρβαρωνυμότατους Βισκόντηδες και Ουμπάλντους
και Καμπαλλέρους· έφτασε κι ο ευμελής Γκαλεάτσος,
και μαύρισε ο μεσαίωνας κι’ οι Αρβανιταρέοι
από ντροπές, που οι Ιλλυριοί θα ντρέπονταν ν’ ακούσουν.
Μαύρισε το αρχιπέλαγος από αίσχη των αρπάγων
και ζητιανιά σιδερικά γυρέψαν τους Τευτόνους,
πώς να καεί, να τεφρωθεί, ο φθόνος τους, η Ελλάδα.
Εντούτοις αντικρύσανε να λάμπει με γαλήνη,
ν’ αστράφτει με κυριαρχία το δόρυ της Παλλάδος
και να θαμβοί τα μάτια τους που τάθρεψε η κραιπάλη.
Η ορθοδοξία των Ολυμπίων βάλθηκε τον αγώνα,
καθώς πάλαι ποτέ υψηλά στα δώματα του Ολύμπου,
να κρίνει. Και σκορπίσθηκαν οι Αθάνατοι τριγύρω,
καθένας με τα σύνεργα που τούταξε ο Βρεμέτης :
φυσούνα Αιόλου, τα φτερά του Ερμή, του Ποσειδώνα
η τρίαινα, η φωτιά του Ηφαίστου, ο κεραυνός του Δία,
κι’ απάνω απ’ όλα η αγαπητή μορφή, η γαληνεμένη,
η απαθής επίγνωση της άκρατης Σοφίας,

η πάνοπλη, η αστραφτερή, η αλάθητη, η ωραία,
πλέον ζώπυρη από Απόλλωνα, με ασπίδα κατσικίσια
με πάμφωτο, θαμβωτικό της μεγαλοπρεπείας
το Δόρυ που λαμποκοπά, το Δόρυ της παρθένου,
το Δόρυ που παραφυλάει τον Ήλιο της Ελλάδας,
μην αλλοιωθεί, μην σκοτισθεί, μην χάσει το παράπαν
ουτ’ ένα μόριο της αρχαίας, της θεογενούς του Ουσίας.

Πηγή:
Εκλογή Β’, 1962

Εικονογράφηση:
Παναγιώτα Κάπελα, 2012

 

PAPATSONIS.gr

Ο Τάκης Κ. Παπατσώνης γεννήθηκε στην Αθήνα, γιος του Κωνσταντίνου Παπατσώνη και της Αικατερίνης το γένος Πρασσά. Μαθήτευσε στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών και το 1913 δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα στην εφημερίδα Ακρόπολις. Σπούδασε Νομική και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ως το 1920 και το 1927 παρακολούθησε μαθήματα οικονομικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης. Από το 1914 και για σαράντα χρόνια εργάστηκε στο Υπουργείο Οικονομικών φτάνοντας ως τη θέση του Γενικού Γραμματέα. Το 1928 έμεινε για μήνες στο Άγιο Όρος. Το 1932 παντρεύτηκε την Ευανθία Εμπεδοκλή με την οποία απέκτησε μια κόρη. Ταξίδεψε πολύ σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του και λόγω της εργασίας του και από προσωπικό πάθος (ενδεικτικά αναφέρονται εδώ τα ταξίδια του στο Βελιγράδι, την Κωνσταντινούπολη, την Ιταλία, την Πράγα, την Ελβετία, τη Γαλλία, το Βερολίνο, τη Δρέσδη, την Αγγλία, την Ισπανία, το Βουκουρέστι, τη Βέρνη, τα Καρπάθια, τη Νέα Υόρκη, την Κούβα, το Σικάγο, το Σαν Ντιέγο).

Διετέλεσε αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εμπορικής Τράπεζας (1941), Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εθνικής Πινακοθήκης (1953-1964), Αντιπρόεδρος στο Διοικητικό Συμβούλιο του Εθνικού Θεάτρου (1955-1964), Αντιπρόεδρος και Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Αισθητικής (1963 και 1966 αντίστοιχα). Τιμήθηκε με το γαλλικό παράσημο του Ιππότη της Λεγεώνας της Τιμής (1920) και με το πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1963). Το 1967 έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Πέθανε στην Αθήνα.

Η πρώτη έκδοση ποιημάτων του Παπατσώνη πραγματοποιήθηκε το 1934 με την «Εκλογή Α΄». Είχε προηγηθεί η δημοσίευση της πρώτης ελληνικής μετάφρασης της «Έρημης Χώρας» του Τόμας Έλλιοτ από τον Παπατσώνη στο περιοδικό «Κύκλος» και με τίτλο «Ερημότοπος’. Από το 1935 και για πέντε χρόνια συνεργάστηκε με την εφημερίδα «Καθημερινή», όπου δημοσίευσε κριτικά δοκίμια. Το 1944 εξέδωσε την «Ursa Minor» . Ακολούθησαν η «Εκλογή Β΄» (1962), το οδοιπορικό » Άσκηση στον Άθω» (1963), το ταξιδιωτικό κείμενο «Μολδοβαλαχικά του Μύθου», οι μελέτες «Friedrich Holderlin, 1970-1843-1970» και «Εθνεγερσία: Σολωμός, Κάλβος», και οι συλλογές δοκιμίων «Ο Τετραπέρατος κόσμος» (δυο τόμοι) και » Όπου ην κήπος». Ασχολήθηκε επίσης με τη λογοτεχνική μετάφραση και συνεργάστηκε με τα περιοδικά Ελλάς, Οι Νέοι, Λόγος, Λύρα, Μούσα, Πειθαρχία, Πρωτοπορία, Ρυθμός, Νέα Γράμματα, Νέα Εστία, Ελεύθερα Γράμματα, Χρονικά Αισθητικής κ.α.

Ο Τάκης Παπατσώνης τοποθετείται από τους ιστορικούς της λογοτεχνίας στην ποιητική γενιά του τριάντα, ως μια ιδιαίτερη όμως περίπτωση που υπερβαίνει τις όποιες κατηγοριοποιήσεις. Υπήρξε ένας από τους εισηγητές του ελεύθερου στίχου στη μοντέρνα ελληνική ποίηση. Το ποιητικό του έργο χαρακτηρίζουν ποικίλες δημιουργικά αφομοιωμένες επιδράσεις και έντονα προσωπικό ύφος στα πλαίσια του μυστικιστικού και θεολογικού στοχασμού του.

Πηγή: ekebi.gr