.

Μια νύχτα καλοκαιρινή, υγρή στη Λισσαβώνα,
ονειροπόλος ποιητής χαϊδεύει τη σιωπή·
–ο φόρος της διάνοιας πληρώνεται μ’ αγρύπνια–
αγρίμι είναι που κρύβεται σε σώμα λογιστή.

Απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο κοιτά τους άδειους δρόμους.
Τη μέρα ειν’ ένα τίποτα. Το βράδυ είν’ «εγώ»,
που κάθεται καρτερικά στην έρημη αποβάθρα,
να πάρει την κλινάμαξα που πάει στην άβυσσο.

Ανακαλεί τη θλίψη του, την αστραπή της γνώσης,
για κάθε του παρόρμηση που άφησε κρυφή
κι απ’ το βιβλίο του Ιώβ χειροκροτά τη φράση:
«Κουράστηκε η ψυχή μου απ’ τη ζωή».

Γλυκά θ’ ανοίξει η κλειδαριά της πόρτας για το Σύμπαν,
ο υπάλληλος Πεσσόα θ’ αφήσει τις σκιές
και μένα, που ξαγρύπνησα, με πιάνει η ανησυχία,
αν είναι οι αναμνήσεις μου ψεύτικες ή σωστές.

Θ. Παπακωνσταντίνου, Αγρύπνια, 2002

Advertisements

.

Αγρύπνια, αψηλάφητο ζώο!
Δίχως μια στάλα στοργή,
σ’ όσους διψάν για χίμαιρες γέρνεις
την κούπα σου που ναι πάντα αδειανή.

Κι ενώ περνά η νύχτα κατάλευκη,
βροχερή σαν Κυριακή,
ξέρω γιατί, στ’ αυτί που σπαράζει,
χιμάς και γλείφεις σαν το σκυλί.

Δεν αγαπάς! Αφήνεις τους ψύλλους σου,
τους ήχους που φτάνουν από μακριά,
αγρύπνια, κακόφωνο όργανο,
που αλέθεις των εκλεκτών το «ωσαννά».

Αγρύπνια, της κόλασης κήτος,
είναι το φιλί σου φωτιά.
Αφήνει μια γεύση από σίδερο,
που χουν ξηλώσει από καράβια παλιά.

δίσκος: Αγρύπνια, 2002

.

Ο Φορτίνο Σαμάνο
καπνίζει και σκέφτεται:
Είμαι ό,τι δεν έζησα,
είμαι η βροχή που θα
ρθει
να δροσίσει άγνωστων
γυναικών το κορμί.
Βράδυ, στα κρεβάτια τους,
θα στενάζουν ξαναμμένες:
«Ποιος Σαμάνος έφερε
τούτη τη βροχή;»

Ο στρατιώτης με τ’ όπλο
σημαδεύει και σκέφτεται:
«Με μια κίνηση απλή
θα του κλέψω ό,τι έχει ζήσει.
Είμ’ ένας μικρός θεός,
είμ’ ένα στοιχειό.
Πάνω από το αίμα του,
αύριο εδώ, την ίδια ώρα,
ερπετά θα σέρνονται,
όπως κάνω κι εγώ».

Το τελευταίο τσιγάρο
κι εκείνο σκέφτεται:
«Θα γίνω γέλιο να κρυφτώ
σε παιδιά που ξεφαντώνουν.
Ο καιρός θα χάνεται
ώσπου κάποιο απ’ αυτά
θα φωνάξει «λιμπερτά».
Κι όπως θα κοιτάει τις κάνες
θα βρεθώ στα χείλη του
σαν τσιγάρο ξανά».

Ο Σαμάνος, 2008