.

Περπατούσες μόνη, λυγερή,
στης λεπτής βροχής τη νοσταλγία.
Υγρασία κρύα, νοσηρή,
κι έμπαινες, αέρινη κι αβρή,
στης θλιμμένης άχνας τη μαγεία.

Γύρω σου, τα πρόσωπα, θολά,
μάκραιναν, σκιές παραπατάνε.
Η βροχή, μονότονα κυλά,
μαργαρίτες πίκρας ξεφυλλά,
κι η καρδιά, πιστά σ’ ακολουθάνε.

Μιά μελαγχολία γελαστή
έζωνε του δρόμου τη γαλήνη,
κι έτρεμα, μην τάχα κι ακουστεί
τ’ άρρυθμό μου βήμα, και σκιστεί,
η γλυκιά των θρύλων ευφροσύνη.

Όρθρισες γλαυκή φεγγοβολή,
μέσα μου, κι ορθάνοιξες τα φρένα·
σύνθετο μου φάνταξες βιολί,
της ευδίας φως ανθοβολεί
στα τραυματισμένα περασμένα.

M’ άξαφνα, γοργή, σιωπηλή,
χάθηκες στο γύρισμα του δρόμου.
Και ρωτιέμαι: μήπως η τρελή
σ’ έπλασε καρδιά μου, στην αχλύ,
ζωντανό να βλέπω τ’ όνειρό μου;

Κι από τότε, νιώθω στην ψυχή
κάτι σα χαρά και σαν οδύνη.
Υγρασία, μούδιασμα, βροχή.
Είμαι μοναχός μου. Μοναχή
πέρασες κι εσύ, σκιά, που σβήνει.

Σκιαμαχία, 1989

Advertisements