15. Ανθολογία Αυγής, Παπαδόπουλος, 18.11.14

.

Αν πω μια καλημέρα, ώρα που πάνε
τα χαμομήλια την πρωινή τους τσάρκα,
νομίζω πιο πολύ θα μ’ αγαπάνε
οι αγύρτες που χασομερούν στα πάρκα.

Κι αν πείσω τη μαντάμ να υιοθετήσει
για παννυχίδα οργίων το χαβαλέ μου,
θά ’χω φτιάξει κολλάζ μια νεκρή φύση
σε κλίμα αυθεντικού Μεσοπολέμου.

alonakitispoiisis.blogspot.com, 2011

.

Για . . .  δυό λεφτά . . .  προσέξτε αυτή την κίνηση
(μην πείτε αργότερα πως δεν σας το είπα).
Δεν πήρα διδακτορικό απ’ το Αθήνησι
κι όλη η ζωή μου στο νερό μια τρύπα.

Μα λέω, διαβάζοντας του κύριου Κάτρη το
Πατερημών πως θαν τη βρούμε μέσα,
γιατί είναι το παρασκήνιο όλο διάτρητο
κι απ’ όλα πιο πολύ σας λείπει η μπέσα.

Όταν καλλιεργείτε την παράνοια,
που αυτάρεσκα τη βαφτίζετε σέβας,
κάποιοι μπορεί κάτω απ’ την επιφάνεια
ν’ ανακαλύψουν την καρδιά της φλέβας.

Και ναι μεν ξεγλιστράτε σαν το χέλι, μα
έτσι και πέσουνε καναδυό σμπάρα…
Μη μου δικαιολογείτε πια (με το έλλειμμα
του Προϋπολογισμού) τη στραβομάρα!

alonakitispoiisis.blogspot.com, 2010

.

Πώς είστε, αλήθεια, με την άλλη;
Πιο βολικά; Θα το υποστώ!
Άραγε εκείνο το ακρογιάλι
Απ’ το νησάκι το πλωτό

(Όχι στο κύμα, αλλά στα νέφη),
Εμένα λέω μην απορείς,
Υπάρχει ακόμα και σας γνέφει
Ή το σχολάσατε νωρίς

Από τη μνήμη σας; . . . Κορίτσια!
Προς Θεού! Να μείνετε αδελφές,
Φίλες . . . Μα, τέρμα τα καπρίτσια!
Όχι! ποτέ αγαπητικές!

Πώς είσθε, αλήθεια, πλέον με κείνη
Τη γυναικούλα την απλή,
Χωρίς Θεό για να σας κρίνει
Κι αφέντη να σας απειλεί;

Αφού έδιωξε πρώτα απ’ το θρόνο
Την πρώτη οπού ήτανε κυρά,
Ένα θα σας ρωτήσω μόνο
Και να μου πείτε καθαρά:

Πώς πάτε, αλήθεια; Αξιζει μία;
Τρώγεται; Μπήκε σε σειρά;
Το φόρο για την ατιμία
Πώς τον πληρώνεις, φουκαρά;

Δεν μένω! Ακόμη κι αν μπορούσα!
Ή αλλάζω σπίτι ή θα πνιγώ!
Μα πώς με την πρώτη τυχούσα
Αφού σας εδιάλεξα εγώ;

Πιο φρέσκο; Ή μήπως είν’ πιο ανώδυνο;
Μπούχτισες; Μη, τοις μετρητοίς!
Πώς διάολο ζείτε μ’ ένα ξόανο
Σεις, του Αδονάη ο ζηλωτής;

Πώς τα περνάτε; Μην το κρύψεις!
Καλά; Έτσι κι έτσι; Δηλαδή
Πώς πάτε, αλήθεια, με τις τύψεις
Εσείς, καημένο μου παιδί;

Κι αυτό το πράμα το αγοραίο;
(Αν το σκεφτείς, σου ’ρχεται τρέλλα!)
Μετά απ’ το μάρμαρο το ωραίο
Στη γύψινη τη μπαγκατέλλα!

(Άλλο είν’ το κράξιμο της κίσσας
Κι άλλο είν’ το όμορφο πουλί . . . )
Πώς πάτε με τη μυριοστή σας
Που τη φωνάζετε Λιλή;

Φάγατε το καινούργιο φρούτο;
Χορτάσατε; Μη μου απαντήσεις! . . .
Πώς είσθε με το γήινο τούτο
Το γύναιο, το χωρίς αισθήσεις;
(Τις έξι!)

Λοιπόν, da capo: Ευτυχισμένος;
Ή σε άβυσσο χωρίς βυθό;
Πώς είσθε, λέω, καλέ μου; Χάλια;
Σαν όπως με τον άλλο εγώ;

Γλώσσα πολύτροπος, τχ. 3, Κέρκυρα 2001

Φωτογραφία: B.J.Falk, Δυο γυναίκες καθισμένες σε παγκάκι, 1915

.

Έχει στον κόσμο τυχερούς και τυχερές
Που στερούνται φωνής. Κι έτσι, αυτοί, μόνο
Δάκρυα χύνουν! Κι είναι απ’ τις σπάνιες χαρές
Να ξεπλένεις με πίδακες τον πόνο.

Κάτω απ’ την πέτρα για ν’ ακούσω, έστω τριγμούς
Κάποιους, η κλίση μου ορίζει· αν μπορέσω
Μέσα στους επιτάφιους αναστεναγμούς
Νά ’βρω μια μελωδια να τη συνθέσω.

Έτσι δεν έκανε και ο εβραίος ο ψαλμωδός
Για καημούς αλλωνών ιδίως μιλώντας;
Και ίσως δεν έμενε εσαεί γη και σποδός
Η Ευρυδίκη, αν ο Ορφέας σκεφτόταν, όντας

Στον κάτω κόσμο εγύρεψε να κατεβεί,
Να μην κατέβει ατός του, αλλά να στείλει
Τη φωνή του. Η γυναίκα θα ’χε αμέσως βγει
Στους αλλουνούς κουνώντας το μαντήλι,

Και θα ’φτανε ώς εδώ, και δη ανεπιστρεπτί,
Κι όχι πια ναν την παν και να τη φέρνουν.
Πλην όμως άμα σου δοθεί η φωνή, ποιητή,
Όλα τ’ άλλα συνήθως σου τα παίρνουν.

Γλώσσα πολύτροπος, τχ. 3, Κέρκυρα 2001

Σε ρώτησα τι θέλεις να σου στείλω
κι είπες: «Τίποτα… Ή, αχ ναι, λίγο πεπόνι.»
Την ώρα που σε θέριζαν οι πόνοι,
θυμόσουν το μικρό δαρμένο σκύλο;

Ας μ’ αφήνανε (λίγο!…) να εξοκείλω
(χωρίς να με απειλούν βιασμοί και φόνοι)
πάνω στη χλόη – που με παραμορφώνει
σαν το είδωλό μου σε κάτοπτρο κοίλο.

Πώς ήταν όλα κάποτε μαγεία!
τρεχαντήρια, λαμπτήρες βολφραμίου,
κι οι ανθρώποι, κάτου στον Αερολιμένα,

που, αντίς για πρόσωπα, είχαν εκμαγεία
πριν πέντε δεκαετίες ξεσηκωμένα
από ήρωες του Πρώτου Παγκοσμίου.

In modo misto genuino, 2005

Για μιαν Ελένη

Κοίτα που ψάχνουμε όλοι μας στα ερείπια
για τις ζαρτιέρες της Ωραίας Ελένης,
ενώ τα πράγματα είναι μάλλον ήπια
και μόδα Μάο ελάνσαρε ο Τσεκλένης.

Κι εγώ, που μέχρι εχθές καθόμουν κι άλειβα
κατράμι τις γαλέρες του Κολόμβου,
να φιάχνω τώρα Οικόσημα από χάλυβα
και γκόλφια περαστά σε σχήμα ρόμβου . . .

Ζωή είν’ αυτή που κάνουμε, ( ωχ ! ) μανούλα μου,
ούλοι τση γης εμείς οι κολασμένοι ;

οι μεν κατ’ άνδρα στις ασκήσεις του Ουλαμού
κι οι επίλοιποι κα-ρα-βο-τσακισμένοι . . .

In modo misto genuino, 2005

.

La mort transforme
La vie en Destin.
A. MALRAUX

Δεν έχω τόσο γερή κράση
να αστράψει ο νους μου σε μια μέρα.
Θα περιμένω να περάσει,

και ίσως εκεί όπου περιμένω,
συμβεί να τιναχτώ στον αέρα
για κάτι πιο συγκεκριμένο.

Στο μεταξύ, θα υπάρχει κάλμα.
θα λέει ο καθένας τα δικά του –
κάτι, έτσι, για «δια-λε-κτι-κό» άλμα,

κάτι για συγγενείς παθήσεις,
κάτι για μάθημα θανάτου
(κι εσύ δεν θέλεις να βοηθήσεις). . .

Κι αυτοί πόχουν καθυστερήσει.
παρότι είναι αποφασισμένοι,
θα θυμηθούνε κάποια ρήση

για  Ε κ ε ί ν ο  που μεταμορφώνει
την οξυδέρκεια σε Ειμαρμένη
και την πρωινή δροσιά σε χιόνι.

Μα εγώ, γνωρίζοντας τη λύση
που σού ’γνεφε και δεν την είδες,
κι έχοντας μάλλον εξαντλήσει,

δις, τ’ αποθέματα του τρόμου,
θα υπολογίσω τις θερμίδες,
θα κάνω το ποδόλουτρό μου

και, σίγουρος ότι θα στείλεις
κάτι που να μου διευκολύνει
το μεταβολισμό της ύλης,

θα σκεπαστώ, και δίχως άλλο
θα βρω την ύστατη γαλήνη
μην προκαλώντας τέτοιο σάλο.

In modo misto genuino, 2005

.

Δεν έχω εγώ o φτωχός την αξιοσύνη
του Καλλίμαχου να
βγω με ένα σχήμα
από τα «άπαξ λεγόμενα» και τσίμα-
τσίμα, με
–εκεί– δυο στίχους ( και ό,τι γίνει ! )

το επίγραμμα να ειπώ στην Ιπποκρήνη.
Εγώ τα ανακατώνω όλα εκεί χύμα·
μπόλικα·  και μου λένε: — Ρε συ, τί μα-
­στορεύεις εκεί χάμου; ήθελε κρίνει

κανείς τι λές ; Α ! σ’ έπιασα : μιμείσαι,
μουσίτσα !
.
……………..— Ε, καλά πια κι εσύ ! Μην είσαι
τόσο υπερβολικός, καλέ· και μη μου

κοτσέρνεις, ρε, τη ρετσινιά του μίμου !
Ερανίζομαι πότε-πότε για ! Ε ! μα. . .
δικά σου παίρνω και το κάνεις θέμα
;

In modo misto genuino, 2005

.

Σκιές δυό απ’ αλάβαστρον ολίσθαιναν επίσημα
πάνω απ’ τη σύναξη των Βαλκυριών.
Να ήταν θωπεία εγχόρδων; να ήταν φύσημα
του λίβα στις ανταύγειες των κεριών;

Μα . . . εκείνος ο ξερός λυγμός (ο εκτός κυκλώματος)
που αβγάτιζε τ’ αδέσποτα σκυλιά;!
Και ο Θεός; . . . Βουβός; . . . και ανέστιος; . . . και . . . αόμματος;
τους μπράβους που οδηγούσε στη Σπηλιά;

Θα ταν κοντά τ’ άγρια μεσάνυχτα, όταν φύγαν α-
πό τη γιορτή οι τζουτζέδες . . . Άι σιχτίρ,
κι εμείς μαζεύαμε, όπως-όπως, λίγα φρύγανα
να συντηρήσουμε το ανίερο πυρ! . . .

Και τούτο, ίσως, γιατί οι τρελοί κι οι ερημοσπίτηδες
απαγκιάζουν στη Μεταφυσική.
Μα αύριο, να δεις, θα πουν πως το κάναμ’ επίτηδες
και φτάσαμε τα πράγματα ώς εκεί.

In modo misto genuino, 2005

.

Το ποίημα αυτό δεν πρόκειται να μείνει –
είναι, όπως λένε, «περιστασιακό».
Εδώ γύρω, παλιά, είχε ένα καμίνι
που
βγαζε Αρχαίους Θεούς αρματωμένους
με κεραυνούς. Σήμερα με φακό
ψάχνεις να βρεις τα ερείπια του τεμένους.

Όταν πήγαν τον Θεό μου στην αγχόνη,
εγώ ήμουν μόλις έντεκα χρονώ.
Στο σπίτι είχε «περσέψει» ένα κουπόνι,
κι αβγάτισε ολωνών μας η μερίδα…
(Το «νέο» το βρήκαμε κάποιο πρωινό
σε –»γερμανόφωνη»– μια εφημερίδα. . .)

In modo misto genuino, 2005

engel1

.

Στη σκεπαστήν αυλή, όπου σεργιανάει
τ’ αρθριτικά του ο Μέγας Αδωνάι,
οι τρεις Αρχάγγελοι με τα μονύελα
ψάχνανε τον επιτελικό χάρτη
μπας κι εύρουν περιθώριο για κραιπάλη.
Κι είπε ο Γιαχβέ, κουνώντας το κεφάλι:
«Μανάρια μου, εδώ προμηνύεται θύελλα,
και μου ετοιμάζεστε για γκάρντεν-πάρτυ!;»

In modo misto genuino, 2005