***

Ποιος με κοιτάει; ξυπνάει μέσα στο χνούδι μου ένα ρίγος
και του πουλιού είμαι η χόρταση στην αντηλιά
μες στη σιωπή μου αρχίζει η ανθοβολή και ο τρύγος
κι ο καρπός δένει στην ελιά.

Καμπύλο είναι το βλέμμα μου τ’ άστρο με τ’ άστρο ως δένει
και τ’ όνειρό μου μαγνητίζει φωτεινές τροχιές
είναι η φωνή μου με το ηλιόκαμα ζευγαρωμένη
κι ό,τι μου δίνει η κάψα μού το παίρνουν οι βροχές.

Ξέρεις ετοιμοθάνατο ον; το μυστικό είναι πως
ό,τι πεθαίνει μέσα μας έξω μας είναι φως.

* * *

Όλες οι αισθήσεις μου μαζί στον ήλιο αεροτρεμίζουν
σαν φύλλα που στο πέταγμά του τράνταξε ο ερωδιός
άρπα μονόχορδη το σώμα μου το φωτοαγγίζουν
τα ρημαγμένα ουρανοδάχτυλα της Ηώς.

* * *

Πέτα όπου θες, τι τά ’χεις τα νιοφύτρωτα φτερά
κι εντός σου έχεις τη δύναμη για να σηκώσεις και όρη
σ’ αγκάθια και σε βάτα μέσα αστραφτερά
γίγαντα η μέρα από ψηλά σ’ εκυοφόρει.

Νά ’σαι της νύχτας —ρώταγε η ερωτοδότρα αυγή—
νά ’σαι της νύχτας το ένστικτο κι η αγρύπνια;
κι αν η ψυχή σου λαχταράει μ’ ένα άσμα σου να βγει,
σαν Ενδυμίωνα σού ’δωσαν για θάνατο τα ενύπνια.

Ξέρεις ετοιμοθάνατο ον; Το μυστικό είναι πως
ό,τι πεθαίνει μέσα μας έξω μας είναι φως.

* * *

Είπα δεν έχω πια φωνή κι ούτε με φύτεψε ον
είναι σαν να με γέννησαν ερωτοανάσες θεών.

Ο καθείς έχει δυο φτερά για να πετά εδώ κάτου
ο θεός εχτές που τά ’δωκε τα θέλει αύριο δικά του.

Όσο πετάω και τραγουδώ ποτέ δεν θα πεθάνω
κι όλα αν αλλάζουν γύρω μου, εγώ στο δέντρο επάνω

θά ’μαι μονάχα μια φωνή στη φύση που απεκρίθη
ο κόσμος είναι ανάμνηση που αρχίζει από τη λήθη.

Νεβρόπολις Ταυρωπού
Καλοκαίρι 1984

Πηγή:
Το Προεόρτιον, 1984

Εικονογράφηση:
Στέφανος Πάσχος, Γυμνό, αναλογική λήψη και επεξεργασία, 1986

Advertisements

***

Σαν ρόδι που έσκασε κι έπεσε απ’ τη ροδιά
τα λόγια μου είναι τα σπυριά του που έχουνε σκορπίσει
σπίνοι μυρμήγκια σκώληκες κι ότι προστάζει η μυρωδιά
ζητούν από το θάνατο το αθάνατο μεθύσι.

«Ποιος είσαι;» τις χιλιάκουγα να με ρωτούν φωνές
μα έσβηνε κι όλο μού έσβηνε η φωνή μου ν’ απαντήσει
μόνο το φως σου έβλεπε το μάτι μου απλανές
που τύλιγε το σάπιο μου κορμί για να το ντύσει

μα εκείνο βόγκαε μέσα του να γίνει ένα τζιτζίκι
κι από τα μάτια της θεάς στα δέντρα έχει κρυφτεί,
αμέριμνο όπως κάθεται σε ταπεινό ένα ρείκι
ακούγεται στον πλάτανο ή σε μια ιτιά σκυφτή.

Τα μάτια του είναι αμέτρητα τη ροδαυγή ως κοιτάζουν
κι έχει μια διάφανη κοιλιά που τρέμει μες στο φως
και διαμαντένια της Ηώς τα μάτια δάκρυα στάζουν
μα αθέατο μένει κι άπιαστο τζιτζίκι ο Τιθωνός.

Πηγή:
Το Προεόρτιον, 1984

Εικονογράφηση:
Στέφανος Πάσχος, Γυμνό, αναλογική λήψη και επεξεργασία, 1997

***

Όλα τα ρυάκια τις βροχές τα νέχταρά σου φύση
τα ζαρωμένα μάτια μου στο φως έχουν ρουφήσει.

Μια σε κοιτάζω μέσα μου και μια σε βρίσκω απ’ έξω
στο κάλεσμα του μυστικού σου είμαι έτοιμος να τρέξω

με αδύναμα νεφρά καρδιά και με κομμένα μέλη
και με τη μνήμη ολόξερη κερήθρα δίχως μέλι.

Μα ολόστεγνο προτού βρεθώ κουφάρι το χειμώνα
το κορμί βόγκαε μέσα του βαριά κι ανυπομόνα’

να γίνουν διάφανα φτερά τό ’να και τ’ άλλο χέρι
και τζίτζικας να τραγουδάω μόνο ένα καλοκαίρι.

Πηγή:
Το Προεόρτιον, 1984

Εικονογράφηση:
Στέφανος Πάσχος, Γυμνό, αναλογική λήψη και επεξεργασία, 1997

***

Βαθιά σου αντιζυγιάζεται το νάτριο με το χλώριο
σταλαγματιά αστροθάλασσας φωτιάς πολλοστημόριο.

Ω νά ’κουγες το στρόβιλο της αρμονίας των ιόντων
κραύγαζε μες στη δίψα σου το μυστικό των όντων.

Το κάλιο δίνει στη φωτιά τη λάμψη, το μαγνήσιο
κάμνει να δείχνει πιο όμορφο το ψεύτικο απ’ το γνήσιο

κι ο άνθρακας ψευδάργυρους σμίγει ν’ αναμετρήσει
τη ρίζα από το φύλλωμα το σύννεφο απ’ τη βρύση.

Σαν το άστρο, τό ’χεις μέσα σου που θα σε τρώει το στόμα
τα γηρατειά αντιμάχονται τις στάχτες και το χώμα

κι ακόμη στων καλοκαιριών τη φλόγινη ανυδρία
στάλα τη στάλα μέσα σου σε ξεδιψάει μια υδρία

και κάτι από τα σπλάχνα σου φτερό πάει να φυτρώσει
φτερό διπλό σε φτερωτό να σε μεταμορφώσει.

Πηγή:
Το Προεόρτιον, 1984

Εικονογράφηση:
Στέφανος Πάσχος, Γυμνό, αναλογική λήψη και επεξεργασία, 1997

***

Ψάξε το σώμα σου, άκουσα από μέσα να μου λέει
ο αντίλαλος που χάθηκε απ’ το μάτι του Πανός
τα γερασμένα χέρια και τα πόδια σου τα καίει
χωρίς να τ’ αφανίζει η αργή φωτιά του μηδενός.

Πίσω απ’ την αίσθηση μονιάζει ο χρόνος πλάι στο χέρι
που και στον τάφο φλέγεται από χάδι ερωτικό
σώμα μου αστράφτεις το ίδιο κάθε νύχτα ή μεσημέρι
στης Ηώς τα μάτια ως ξαναλάμπεις νεανικό.

Πηγή:
Το Προεόρτιον, 1984

Εικονογράφηση:
Θοδωρής Δασκαλάκης, La rivoluzione siamo noi III, 2008

*

***

Ποιος κλαίει πικρά, ποιος τους κινδύνους του αποβάλλει
και σερπετά τα λόγια του δαγκώνουν την ουρά τους;
έχω μια λάμψη ανόλεθρη κρυμμένη στο κεφάλι
στον ήλιο είμαι ένα δέντρο με καρπούς αοράτους.

Μαθαίνω το αύριο μου στο φως όσο με τρώει
κι όσο με θάβουν χρώματα και φέγγη θηλυκά
οι αισθήσεις μου χορεύουν σε ύψη, μυστικοί θρόοι
μού ’ρχονται και αναλύομαι σε ουρανικά υλικά.

Ποιος κλαίει πικρά; τα λόγια είναι πηγάδια, η στέγνια
το φίδι η αράχνη και η τσουκνίδα που τα κατοικούν,
η ροδοπέταλη μορφή η άγρια Ερινύς και η έγνοια
η μια την άλλη δεν ακούν.

Πηγή:
Το Προεόρτιον, 1984

Εικονογράφηση:
Θοδωρής Δασκαλάκης, Πρώτο Λεμόνι, 2008

***

με κάτι μέσα μου ένας τζίτζικας με δένει
Δ.Π.Π. (1941) 

Το μάτι αυτό το αράγιστο το διπλό μάτι
ό,τι κοιτάξει μες στο φως το πυρπολεί
δες με, της λέω, αν είσ’ εσύ το χέρι του υπνοβάτη
κι εγώ η ματιά που σε ονειροπολεί

τα σκόρπια μες στη μνήμη οστά σου συναρθρώνει
και ξαναπιάνομαι κρυφό βαθιά σου φως
κι είσαι το δέντρο που ψηλά ή στη γη φυτρώνει
κι εγώ το αρχαίο τζιτζίκι ο Τιθωνός.

Αιώνιος μισοαθάνατος όσο γερνάω συ μένεις
κορίτσι δεκαοχτάχρονο που μ’ έχεις στην κοιλιά
ούτε είμαι γιος σου ούτ’ έχεις πια το χέρι αγαπημένης
για τ’ όλο ζάρες σώμα μου και τ’ άσπρα μου μαλλιά.

Πηγή:
Το Προεόρτιον, 1984

Εικονογράφηση:
Θοδωρής Δασκαλάκης, χωρίς τίτλο, 2011

***

Ο Δημήτρης Π. Παπαδίτσας γεννήθηκε στη Σάμο στις 22 Σεπτεμβρίου 1922. Σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου και έλαβε τον τίτλο του διδάκτορος. Μετεκπαιδεύτηκε στο Μόναχο. Εργάστηκε ως ορθοπεδικός στην Αθήνα όπου και πέθανε στις 22 Απριλίου του 1987. Στα ελληνικά γράμματα εμφανίστηκε το 1943 με τη συλλογή «Το φρέαρ με τις φόρμιγγες». Το σύνολο των ποιητικών του βιβλίων συγκεντρώθηκαν μετά τον θάνατό του από τον Κώστα Τσιρόπουλο στον ογκώδη τόμο «Ποίηση», Ευθύνη, 1997. Δοκιμιακά του κείμενα περιλαμβάνει ο τόμος «Ως δι’ εσόπτρου», Imago, 1983.

Mετέφρασε ποιήματα του Ίβαν Γκολ («Traumkraut», 1957) και σε συνεργασία με την Ελένη Λαδιά τους Ορφικούς (1984) και τους Ομηρικούς Ύμνους (1985). Ποιήματά του μεταφράστηκαν σε ξένες γλώσσες. Υπήρξε συνιδρυτής του περιοδικού Πρώτη Ύλη (1958-1959) από κοινού με τον Ε.Χ. Γονατά. Τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης το 1964 («Ποίηση Ι») και το 1981 («Δυοειδής Λόγος») και με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (Ίδρυμα Ουράνη) το 1984 («Η ασώματη»).

«Στα πρώτα του ποιητικά βήματα ο Παπαδίτσας προσπάθησε να εκφράσει την αγωνία του για μια αναμόρφωση του κόσμου, μέσα αντισυμβατικές γλωσσικές και θεματικές επιλογές και με επιρροές από το ρεύμα του υπερρεαλισμού και την αρχαιοελληνική προσωκρατική φιλοσοφία. Στην πορεία του προς την ωριμότητα οδηγήθηκε προς μια απόπειρα γεφύρωσης του χάσματος ανάμεσα στην γήινη πραγματικότητα και το ποιητικό σύμπαν, μέσω ενός ενορατικού λόγου και με επιρροές από το ρομαντισμό του Hölderlin.» (Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, ekebi.gr)

Στο δοκίμιο του «Σκέψεις για τη γλώσσα και τη γλώσσα μου» ο Παπαδίτσας αναφέρει: «Ένας ποιητής, ό,τι έχει να πει το λέει με την ποίησή του. Θα έλεγα μάλιστα ότι δεν το λέει αλλά το δείχνει. Η ποιητική γλώσσα είναι συγχρόνως νόηση, εικόνα, ψυχικός αναπαλμός, αυτόματη αντίληψη, αισθητηριακή ή αισθητική ανάπλαση του γεγονότος, παρών χρόνος διαστελλόμενος ή συστελλόμενος μέσα σε μια διάρκεια χωρίς πέρατα.» Και στο «Ως δι’ εσόπτρου»: «Η ποίηση είναι η αυθεντικότερη γλώσσα, δηλαδή νηπιακή γλώσσα, όπου το πράγμα, η έκφρασή του, η ονομασία του, η περιγραφή του, ο ήχος του, η μνημιακή του ανάκληση, όλα μαζί είναι ένα. (Μνημιακή ανάκληση: μια ολόκληρη διαδικασία για να ξαναμπούμε στον εαυτό μας που γνωρίζει). Κάθε ποιητής μιλάει σαν νήπιο, δηλαδή ακατανόητα για κείνους που έχουν ξεχάσει την πρώτη τους, την πιο αληθινή γλώσσα.»

Πηγές:
– Αργυρίου Α., «Δημήτρης Π. Παπαδίτσας», Η Ελληνική Ποίηση. Η Πρώτη Μεταπολεμική Γενιά, Σοκόλης, 2000.
http://www.ekebi.gr
– Βικιπαίδεια

.

Μπρος πίσω δεξιά αριστερά
λαβύρινθοι σε όλα τα μέρη
λάδια σαπούνια ζουμιά γλιστερά
τα όνειρα τα φιλιά το καλοκαίρι
– το μάτι που ολόγυρα η άνοιξη ισκιώνει·
τι μένει απ’ τη λάσπη απ’ τη σκόνη απ’ το χιόνι

Χτες με τ’ ανάλαφρο βήμα είχε ανέβει
στο σύννεφο στον έρωτα στα χρώματα εσπέρας
– θαμμένος στα λόγια του, στ’ άστρα περσεύει:
κόκκαλα θειάφι μεθάνιο κι εστέρας

Άκουσμα μέσα στο αγέρι φυλλώματος
το σκουλήκι κουφό είναι μάντης αόμματος
– γερασμένο ή όχι από λέξεις το αυτί
(που να βρεις την άκρια):
είμαστε ή δεν είμαστε ακόμα θνητοί
με γέλια ενοράσεις και δάκρυα;

Δυοειδής λόγος, 1980

Στη Φοίβη

Ή απ’ της ζωής ή απ’ του όνειρου το σκότος έχεις φτάσει
ό,τι δεν πρόφτασα να ιδώ με μιας το χεις προφτάσει.

Το μάτι σου άστρο, αντίφεγγο του κόσμου που γυρεύω
σ’ ευχαριστώ που μ’ έμαθες στο φως να λιγοστεύω.

12. 4. 1984

Ποίηση, 1997

.

«τί ην είναι»
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

Δεν κατάλαβα προς τί
μονοσύλλαβο το τί
πρέπει να ρωτάει, αντί
να σιωπά ή ν’ απαντάει

να με βάζει ή να με βγάζει
σε λαβύρινθο που αλλάζει,
της Αριάδνης η κλωστή
όσο άσπαστη κρατάει

Πάλι πάλι όμως προς τί
μονοσύλλαβο το τί
με ρωτάει;

Με ταράζει με ταράζει
άλλο να μου λέει στο αυτί
κι’ άλλον απ’ το νου, ως κλωστή,
ήρωα να με βγάζει.

15.12.86, πρωί

Ποίηση, 1997

.

Να σ’ ακούσω, πώς ;
να μ’ ακούσεις, γιατί ;
ό,τι αφήσαμε φως
μας πατεί.

Μη με χάσεις, φωνή
έχω γίνει νερών,
στα φαράγγια αντιχτύπημα
αετήσιων φτερών.

Μη με χάσεις, η αφή
είναι μνήμη και ηχώ
άλλου κόσμου.

Λάλον ύδωρ ξυπνώ
στο εννοσίγαιο βουνό
και βαθαίνει ο Πλειστός μου.

Η ασώματη, 1983