.

Tον γενικό είχε με βιάση κατεβάσει,
μην πέσει η νύχτα του στο φως κι αυτοκτονήσει.
Συνειδητά, όσο θυμάται, είχε σφαγιάσει
του ήλιου τη φύση.

Στοιχειά παραίσθησης, σκαστά απ’ τ’ όραμά του,
πίσω απ’ την όραση, το βλέμμα του στραγγίζουν.
Πέτρινες θύμησες τα γυάλινα φτερά του
τα θρυμματίζουν.

Χαϊδεύει η πείνα του τ’ αειπάρθενο σκοτάδι
ηδονικά, καθώς τη σάρκα μοιχαλίδας,
να χορταστεί από το γλυκόπιοτο μαγνάδι
κούφιας ελπίδας.

Κι απέ απογέρνει σε στιγμές ναυαγισμένες
λυσσάει η αιτία η ψυχή όταν αγαλλιάζει.
Με πόρνες χίμαιρες, τυφλές, βλογιοκομμένες,
γλυκά πλαγιάζει.

Κι ως φιδοσέρνονταν η απουσία εντός του
νωχελικά, σα βήμα ολέθριου περιπάτου,
τον ερωτεύτηκε ο ανέραστος εαυτός του
μέχρι θανάτου.

Τα μπλουζ των παραισθήσεων, 2006


Λυπάμαι κύριε. . .
Δεν ήρθα διαβασμένος.
Είχε ομίχλη χθες στο σπίτι κι η μαμά
έσταζε δάκρυα. Ο κήπος ρημαγμένος,
τοπίο θύμιζε νεκρό από σινεμά.
Παιδιά πεθαίναν από πείνα στις ειδήσεις. . .
Κύριε, μη με τιμωρήσεις.

Συγγνώμη κύριε. . .
Το σφάλμα είναι δικό μου.
Κάπου αφαιρέθηκα μακριά από τη δουλειά.
Kρυφοκαμάρωνα τον ρέμπελο εαυτό μου
να κλέβει φως και χρώμα απ’ την ανεμελιά
κρυφά από τις δραγάτισσές μου εξαρτήσεις.
Αφεντικό, μη μ’ απολύσεις.

Μνήσθητι Κύριε. . .
του βίου του πρότερού μου,
τότε που υπήρχα πριν στον κόσμο Σου βρεθώ
κι απ’ τον εφιάλτη ενός πανάρχαιου όνειρού μου
σκαστός, ευτύχησα τρις να σ’ απαρνηθώ.
Δεν σου οφείλω ούτε συγγνώμη, ούτ’ εξηγήσεις.
Αν είσαι, μη με συγχωρήσεις!

Τα μπλουζ των παραισθήσεων, 2006