2. Ανθολογία Αυγής, Παπαγγελής, 2.11.14

***

Γυναίκα αυστηρών αρχών και ηθικής αψόγου, η Λεβίνα
εφρόντιζε το σπίτι της, κυρίως την κουζίνα.
Πέρσι το καλοκαίρι ξαφνικά, ως άπλωνε τα ρούχα
«Φεύγω για Βάιες αύριο, θέλω λουτρά θειούχα»,
είπε στον άντρα της και έφυγε ευθύς την επομένη
πλην πήγε Πηνελόπη εκεί και γύρισε Ελένη.

Πηγή:
Η Ρώμη και ο κόσμος της, Θεσσαλονίκη, 2005

Εικονογράφηση:
Σταύρος Χατζηϊωάννου, Το κόκκινο γάντι, 2006


.

Μιλώ εδώ για πράγματα απλά,
…………………μα θέλω να τους δώσω κάποιο χρώμα.
Αυτό νομίζω είναι θεμιτό –
…………………και ιδού ένα παράδειγμα ακόμα.
Καθήκοντα αναθέτει ο στρατηγός
…………………με βάση τα προσόντα του καθένα:
ας πούμε, άλλος πάει πεζικό,
…………………άλλος πηγαίνει τεθωρακισμένα.
Το μήνυμα λοιπόν είναι σαφές –
…………………κοντά στον νου, κορίτσια, και η γνώση·
σκεφτείτε τα ατού του καθενός
…………………και πάρτε ό,τι έχει να σας δώσει:
τη συμβουλήν εκ του νομομαθούς,
…………………το χρήμα, φυσικά, εκ του ευπόρου,
και συνδρομήν δικαστικήν παρά
…………………του έχοντος την πείραν συνηγόρου.
Σε στίχους εντρυφεί ο ποιητής·
…………………να του ζητήσεις στίχους επομένως·
και είναι επιρρεπές στα ερωτικά
…………………κατεξοχήν των ποιητών το γένος.
Στον έρωτα, κορίτσια, ο ποιητής
…………………είναι συγχρόνως τζέντλεμαν και ιππότης·
η δε ωραία κι εκλεκτή του ποιητή
…………………προώρισται να γίνει διασημότης.
Μέσω της ποίησης κατέστησαν πολλές
…………………πασίγνωστες σε Ρώμη και Αθήνα·
κι όσο για την δικιά μου, ερωτούν
…………………«ποιά είναι, ρε παιδιά, αυτή η Κορίννα;»
Οι ποιητές απέχουν παντελώς
…………………απ’ τη λεγόμενη ερωτική απάτη·
την τέχνη μετά ήθους διακονούν
…………………και δείχνουν διαγωγή κοσμιοτάτη.
Οι ποιητές δεν θέλουνε πολλά,
…………………δεν τους αγγίζει η ματαιοδοξία·
δεν μπλέκονται με την πολιτική
…………………και προτιμούν να ζουν στην ησυχία.
Συνάπτουν σχέσεις μετά γυναικών
…………………που διακρίνονται από μεγάλο πάθος·
στη σύντροφό τους μένουνε πιστοί
…………………και αγαπούν, ούτως ειπείν, σε βάθος.
Είναι η τέχνη, όπως είπα πριν,
…………………όπου τους κάνει έτσι φινετσάτους·
το ήθος τους –και θα το πω ξανά–
…………………εναρμονίζεται προς το λειτούργημά τους.
Γι’ αυτό, κορίτσια, για τους ποιητές
…………………να δείχνετε μεγάλη προθυμία:
τους δόθηκε ταλέντο απ’ το θεό
…………………κι απολαμβάνουν θεία προστασία.
Είμαστε σαν τους άγιους εμείς,
…………………με το θεό στενά συνδεδεμένοι,
κι η έμπνευσή μας είναι θεϊκή
…………………διότι ουρανόθεν κατεβαίνει.
Μην περιμένεις χρήματα, λοιπόν,
…………………από σοφούς ανθρώπους σαν κι εμένα·
θα ήταν ένα έγκλημα αυτό  –
…………………και, δυστυχώς, απ’ τα συνηθισμένα.

Οβιδίου Ερωτική Τέχνη, μτφρ. Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής, 2000

.

Υπάρχουνε και άλλα μυστικά,
…………………μα τί να πω. . . προσωπικώς αιδούμαι.
Η Αφροδίτη, όμως, με καλεί :
…………………«Είναι δουλειά μας, πρέπει να τα πούμε !»
Βρες μόνη τα μεγάλα σου ατού,
…………………το σώμα σου καλά να το σπουδάσεις·
το σώμα είναι καθοριστικό –
…………………όσες γυναίκες, τόσες και οι στάσεις.
Αυτή που έχει όμορφο «ανφάς»
…………………πρέπει να προτιμά την ύπτια θέση·
η άλλη να ξαπλώνει πρηνηδόν –
…………………αφού λόγω οπισθίων μας αρέσει.
Οι γάμπες, αν τυγχάνουν τορνευτές,
…………………να είναι ορατές εκ του πλησίον·
αυτή η στάση είναι πιο γνωστή
…………………ως «στάση Αταλάντη-Μελανίων».
Το «ιππαστί» ταιριάζει στις μινιόν·
…………………η Ανδρομάχη, δίμετρη περίπου,
δεν πήρε με τον Έκτορα ποτέ
…………………την στάσιν αναβάτου και εφίππου.
Αν έχεις λυγερή κορμοστασιά,
…………………δώσε μας πλήρη θέα, ξεδιπλώσου :
να είσαι βασικά γονατιστή,
…………………με ελαφρά γερμένο τον λαιμό σου.
Έχεις γλουτούς και στήθη σφριγηλά ;
…………………Ξάπλωσε άνετα και γύρισε στο πλάι :
το παλικάρι που έχεις στο πλευρό
…………………να σηκωθεί καθώς θα σε κοιτάει.
Και προπαντός μην είσαι ντροπαλή·
…………………χαλάρωσε και λύσε την κορδέλα,
κι άσε να πέσει κάτω το μαλλί –
…………………όπως και τα γνωστά φωτομοντέλα.
Μπορεί, βεβαίως, λόγω τοκετού
…………………να σ’ έχουνε ραγάδες χαρακώσει·
η λύση είναι μια : μεταβολή !
…………………Στρέψε τα νώτα εν τοιαύτη περιπτώσει.
Των στάσεων ουκ έστιν αριθμός·
…………………αλλά ο άνετος και άνευ κόπου έρως
προϋποθέτει ύπτια αναστροφή,
…………………πλην γέρνοντας προς το δεξί το μέρος.
Ξέρω τα πάντα για έρωτα και σεξ
…………………και η διδαχή μου υπερέχει όλων·
κανένας δε γνωρίζει όσα εγώ –
…………………ούτε οι μάντεις ούτε κι ο Απόλλων.
Η μέθοδός μου είναι ασφαλής
…………………διότι είναι προϊόν μεγάλης πείρας·
υπάρχει και απόδειξη γι’ αυτό –
…………………το σύγγραμμα που έχετε ανά χείρας.
Χαλάρωσε κι απόλαυσε βαθιά
…………………του έρωτα τη γλύκα και τη χάρη·
κοινή θα πρέπει να ’ναι η ηδονή
…………………και δίκαια μοιρασμένη στο ζευγάρι.
Και δε θα παραλείψεις, ασφαλώς,
…………………γλυκόλογα απαλά να ψιθυρίσεις,
νάζια και βογγητά ηδονικά –
…………………και άσεμνα αισχρόλογα, επίσης.
Ακόμη κι αν δεν είσαι οργασμική
…………………( καθότι ούτω θέλησε η φύση ),
προσπάθησε να βγάζεις στεναγμούς,
…………………ωσάν αλήθεια να ’χες τερματίσει.
( Εν παρενθέσει, είναι τραγικό –
…………………είναι, θα έλεγα, υψίστη αδικία
όταν το όργανο αυτό δε λειτουργεί
…………………και έχει τοπική αναισθησία. )
Χρειάζεται, ωστόσο, προσοχή·
…………………δεν πρέπει να φανεί πως είναι ψέμα·
πρέπει γι’ αυτό να είσαι πειστική –
…………………με τις κινήσεις, πάντα, και το βλέμμα.
Κραύγαζε και ανάσαινε βαριά,
…………………κάνε πως νιώθεις ηδονή και πάθος –
υπάρχουν κι άλλα κόλπα μυστικά. . .
…………………αλλά εγώ δεν είμαι πορνογράφος.
Αλλά γυναίκα που μετά το σεξ
…………………ζητάει πριμ από τον σύντροφό της
τον εαυτό της σίγουρα αδικεί. . .
…………………της λείπει γενικώς η σοβαρότης.
Εν κατακλείδι : τράβα τον μπερντέ·
…………………προς τί το φωτισμένο το κρεβάτι ;
Δεν είσαι μανεκέν ούτε θεά –
…………………ενδείκνυται να ’χεις κρυμμένο κάτι.

Οβιδίου Ερωτική Τέχνη, Βιβλίο Τρίτο, στ. 769-808,
μτφρ. Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής, 2000

.

Και τώρα ιδού η τελική σκηνή :
…………………οι παρτεναίρ ξαπλώνουν στο κρεβάτι.
Η πόρτα κλείνει· φεύγουμε εμείς·
…………………δε θέλουν θυρωρό και επιστάτη.
Αρχίσαν ερωτόλογα γλυκά·
…………………δεν περιμένουν οδηγίες από μένα·
ξέρουν αυτοί τον ρόλο τους καλά,
…………………δε μένουν με τα χέρια σταυρωμένα.
Μονάχη βρίσκει δρόμο η αφή
…………………–περί αυτού καμιά αμφιβολία–
τα δάχτυλα θ’ αγγίξουνε κρυφά
…………………αυτά που λέμε «ευαίσθητα σημεία».
Ο Έκτωρ, πολεμάρχος περιωπής,
…………………έκανε τέτοια ακριβώς στην Ανδρομάχη·
και στο κρεβάτι υπήρξε μαχητής
…………………με επιδόσεις, όπως και στη μάχη.
Ομοίως και ο μέγας Αχιλλεύς·
…………………εγύριζε από τη μάχη πτώμα,
πλην ήτο ευτυχής η Βρισηίς –
…………………της έκανε πολλά πάνω στο στρώμα.
Αλλά κι εσύ, κορίτσι μου, ρωτώ,
…………………το ανεχόσουν που σε ακουμπούσαν
τα χέρια που στο αίμα των παιδιών
…………………της ένδοξης Τρωάδας κολυμπούσαν ;
Εκτός και αν σε άναβε ειδικώς
…………………( αυτό μονάχα ο Όμηρος το ξέρει )
που νικηφόρα χέρια στρατηγού
…………………πασπάτευαν τ’ απόκρυφά σου μέρη.
Σημειωτέον, η απόλαυση του σεξ
…………………δεν επιτρέπεται να είναι εσπευσμένη·
πρέπει, αντιθέτως, να ’ναι ενδελεχής,
…………………μακρόσυρτη και παρατεταμένη.
Θα ανιχνεύσεις αρχικώς περιοχές
…………………όπου το άγγιγμά σου της αρέσει
και θα εγκύψεις σε αυτές επιμελώς –
…………………εδώ αναστολές δεν έχουν θέση.
Κάν’ το αυτό κι αυτόματα θα δεις
…………………τη φλόγα που στο βλέμμα της θ’ ανάψει
σα γάργαρο νερό που αντανακλά
…………………του ήλιου τις αχτίνες και τη λάμψη.
Θά ’ρθει μετά ψιθύρισμα απαλό,
…………………παράπονο ανάμεικτο με νάζι
και θα σου πει λογάκια πονηρά,
…………………ενώ ηδονικά θ’ αναστενάζει.
Προσέχουμε και τον συντονισμό·
…………………πρέπει κι αυτή να σου κρατά το ίσο
και αντιστοίχως φρόντισε κι εσύ
…………………την κοπελιά να μην αφήσεις πίσω.
Το νήμα να το κόψετε μαζί·
…………………η ηδονή ποτέ δεν είναι πλήρης
εκτός και αν οι δύο παρτεναίρ
…………………τελειώσουν ταυτοχρόνως και κλινήρεις.
Επέμεινα στο θέμα του ρυθμού :
…………………τέμπο αργό θα συνιστούσα μόνο
αν είναι ασφαλές το ραντεβού
…………………και διαθέτεις άνεση και χρόνο.
Εάν ο χρόνος, πάλι, δεν αρκεί,
…………………τότε το πράγμα προφανώς αλλάζει :
τότε το παίζεις πρόσω ολοταχώς
…………………και σανιδώνεις πάραυτα το γκάζι.

 

Οβιδίου Ερωτική Τέχνη, Βιβλίο Δεύτερο, στ. 703-732,
μτφρ. Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής, 2000

.

Η Δάφνη, θυγατέρα του Πηνειού,
…………………η πρώτη του Απόλλωνα αγάπη –
δεν το ’φερε η τύχη στα τυφλά,
…………………μόνο του Έρωτα θυμός αγριεμένος.
Ήταν οι μέρες κείνες που ο θεός
…………………καμάρωνε σα νικητής του δράκου·
της Αφροδίτης σύντυχε το γιο,
…………………που τάνυζε χορδή πάνω στο τόξο,
και «τι μπερδεύεσαι με τ’ άρματα εσύ,
…………………παλιόπαιδο», του είπε, «τ’ αντρειωμένα;
Τέτοια μονάχα οι άντρες τα φορούν
…………………και στις δικές μου πρέπουνε τις πλάτες.
Έχω σημάδι αλάθευτο – εχτρούς
…………………λαβώνω και θεριά αγριεμένα·
νά τώρα δα τον Πύθωνα αυτόν,
…………………που σπειρωτός εμόλευε τον τόπο,
με σαϊτιές αμέτρητες εγώ
…………………τον έστρωσα στη γη τουμπανιασμένο.
Μόνη δουλειά σου εσένα το δαδί –
…………………ν’ ανάβεις τις καρδιές, κι αυτό σου φτάνει!
Μη θες απ’ τα δικά μου μερτικό,
…………………κι εκεί που δε σε σπέρνουν μη φυτρώνεις!»
Είπε της Αφροδίτης το παιδί
…………………«ρίξε σαϊτιές στους πάντες και στα πάντα,
κι εγώ σ’ εσένα, Απόλλωνα.
…………………Θεού κατώτερα τα ζωντανά της πλάσης,
κι η δόξα στο δικό σου μερτικό
…………………κατώτερη απ’ τη δικιά μου δόξα».
Τέτοια τα λόγια του Έρωτα. Μετά
…………………χτυπώντας τα φτερά του ανελήφθη
και με σβελτάδα στήθηκε ψηλά
…………………στου Παρνασσού τη δασωμένη ράχη.
Μες στη φαρέτρα βέλη δυο λογιώ,
…………………γι’ άλλη δουλειά φκιαγμένο το καθένα:
φέρνει τον έρωτα το ένα στις καρδιές,
…………………τον έρωτα τον αποδιώχνει τ’ άλλο.
Αυτό που φέρνει έρωτα χρυσό
…………………κι αστραφτερή στην άκρια του η μύτη,
το δεύτερο δεν είναι σουβλερό
…………………κι η αιχμή του στομωμένη με μολύβι.
Το στομωμένο το ’ριξε ο θεός
…………………στην Πηνειάδα κόρη, και το άλλο
τον Φοίβο βρήκε, κι η λαβωματιά
…………………πήγε βαθιά, ώς μέσα στο μεδούλι.
Εκείνος νιώθει έρωτα, αυτή
…………………για έρωτες μήτε ν’ ακούσει στέργει,
για τα βαθιά ρουμάνια έχει καημό,
…………………για τα θεριά που αγρεύει λάφυρά της,
και της παρθένας Άρτεμης πιστή,
…………………της Άρτεμης παθαίνεται να μοιάσει,
με την κορδέλα πιάνοντας ψηλά
…………………τ’ ανάκατα κι αχτένιστα μαλλιά της.
Άντρες τη Δάφνη γύρεψαν πολλοί,
…………………μα σε πολλούς εγύρισε την πλάτη·
μακριά απ’ των αντρών τη συντροφιά
…………………σε απάτητα λημέρια τριγυρνούσε,
Υμέναιος, αγάπες, παντρειά
…………………τί πά’ να πει δεν έβαζε στο νου της.
Κι όλο ο γονιός της έλεγε «γαμπρό
…………………θα καρτερώ να φέρεις, θυγατέρα»,
κι όλο ο γονιός της έλεγε «ξεχνάς
…………………που μου χρωστάς εγγόνια, θυγατέρα».
Της φαίνονταν βαριά η παντρειά
…………………κι απόδιωχνε τη σκέψη της σα κρίμα
και της ντροπής μια ρόδινη χροιά
…………………απλώνονταν στην όμορφη θωριά της.
Σφίγγονταν στου πατέρα το λαιμό,
…………………τον χάιδευε με λόγια μελωμένα:
«Μια χάρη, πατερούλη, σου ζητώ,
…………………κόρη να μείνω πάντα και παρθένα·
το γύρεψε κι η Άρτεμη παλιά,
…………………και είδε τέτοια χάρη απ’ τον γονιό της».
Της έκανε κι εκείνος την καρδιά –
…………………μόνο που εσένα η ομορφιά σου, Δάφνη,
εμπόδιο θα σταθεί σ’ αυτό που θες·
…………………είσαι ωραία, δε θα πιάσει η ευχή σου.

Την είδε ο Φοίβος, και τη λαχταρά
…………………και θέλει για γυναίκα του τη Δάφνη –
ό,τι ποθεί το ελπίζει ο θεός,
…………………κι αν είναι ο ίδιος μάντης ξεγελιέται.
Πώς καίγονται οι καλαμιές μετά
…………………που οι θεριστές μαζώνουνε τα στάρια,
πώς καίγονται στους φράχτες τα ξερά
…………………από δαδί που άφηκε διαβάτης
ή στρατοκόπος που άναψε φωτιά
…………………και κίνησε χαράματα να φύγει,
παρόμοια και του Φοίβου η πυρκαγιά,
…………………ολάκερη η καρδιά του ένα καμίνι.
Από μακριά προσώρας την ποθεί
…………………κι η αγάπη του κρεμιέται στην ελπίδα.
Βλέπει τ’ αχτένιστά της τα μαλλιά –
…………………«αν χτενιζόταν κιόλας», συλλογιέται,
«τί όμορφη θα φάνταζε!» Θωρεί
…………………τα δυο μεγάλα φωτεινά της μάτια
που λάμπουν σαν τ’ αστέρια τ’ ουρανού·
…………………το στόμα της θωρεί, τα δυο της χείλη
που δε χορταίνει μόνο να κοιτά.
…………………Τα χέρια της, κι εκείνα τα παινεύει,
δάχτυλα σαν τα κρίνα και καρποί
…………………και μπράτσα γυμνωμένα ως απάνω,
και πιο πολύ παινεύει τα κρυφά.
…………………Όλα καλά, μόνο που εκείνη φεύγει
γρήγορη σαν τον άνεμο – θεού
…………………δεν την κρατούν τα χίλια παρακάλια:
«Νύμφη ωραία, κόρη ποταμού,
…………………δεν είμαι εχτρός για να σε κυνηγήσω!
Μακριά απ’ τον λύκο τρέχουνε τ’ αρνιά,
…………………τα ελάφια μακριά απ’ το λιοντάρι,
οι περιστέρες τρέμουν στο φτερό
…………………όταν πλακώσει άρπαγας γεράκι –
τρέχουνε να ξεφύγουν τον εχτρό·
…………………εγώ σ’ ακολουθώ από αγάπη.
Πόσο φοβάμαι, πόσο ανησυχώ
…………………μη πέσεις καταγής, βάτοι κι αγκάθια
αναίτια μη σου βλάψουν τα σφυρά,
…………………να μην πονέσεις κι είμαι εγώ η αιτία.
Δύσβατος είναι ο τόπος και τραχύς·
…………………χαλάρωσε, μη παίρνεις τόση φόρα,
για φρέναρε κομμάτι το φευγιό,
…………………κι εγώ ξοπίσω αγάλια ακολουθάω.
Στάσου και ρώτα ποιος σ’ αποζητά.
…………………Δεν είμαι εγώ χοντράνθρωπος βουνίσιος,
μήτε τσομπάνης άξεστος· εγώ
…………………δε σαλαγάω κοπάδια με γελάδες.
Αστόχαστο κορίτσι, βιαστικό,
…………………ποιος είναι αυτός που αρνιέσαι, δεν το ξέρεις·
αν ήξερες δε θα ’φευγες μακριά.
…………………Εγώ είμαι εκείνος που η Κλάρος,
η Τένεδος, τα Πάταρα, οι Δελφοί
…………………με ξέρουνε θεό και άρχοντά τους.
Γονιός μου ο Δίας· όσα έχουν συμβεί,
…………………συμβαίνουνε και μέλλουν να συμβούνε
όλα τα φανερώνω – μουσική,
…………………τραγούδι, λύρα εγώ τα συνταιριάζω.
Σκοπεύω κι έχω σίγουρη σαϊτιά,
…………………μόνο που τώρα αλλουνού σαΐτα
πιο σίγουρη με πήρε στην καρδιά
…………………που έγνοια δεν τη βάραινε ώς τα τώρα.
Εφεύρημα δικό μου η γιατρική,
…………………όλος ο κόσμος για γιατρό με ξέρει,
και τα βοτάνια τα ξαρρωστικά,
…………………όπου της γης όλα στους ορισμούς μου.
Όμως, για της αγάπης τον καημό,
…………………αλίμονο, δε βρίσκεται βοτάνι,
κι εκείνος που γιατρεύει αλλουνούς,
…………………τον εαυτό του δεν μπορεί να γιάνει».

Ήθελε κι άλλα λόγια να της πει·
…………………εκείνη σκιάχτηκε και το ’βαλε στα πόδια,
άφηκε πίσω τον θεό, και του θεού
…………………ημιτελή παράτησε τα λόγια.
Πιο όμορφη απάνω στο φευγιό:
…………………ο άνεμος φαινόταν να τη γδύνει,
φυσώντας τη λεπτή της φορεσιά
…………………κατάσαρκα στου τρέξιμου τη δίνη,
κι οι αύρες από πίσω μαλακές
…………………ανέμιζαν της κεφαλής την κόμη –
όμορφη κόρη, έτρεχε γοργά
…………………και γίνονταν πιο όμορφη ακόμη.
Στέρεψε του θεού η υπομονή,
…………………«χάνω τα λόγια μου», είπε, «κι είναι κρίμα»,
κι όπως του έδινε το πάθος του ορμή
…………………εχύμηξε και άνοιξε το βήμα.
Πως το ζαγάρι το γαλατικό
…………………σβέλτο λαγό στο ίσιωμα ξανοίγει,
κι ενώ τρεχάτο τον ακολουθεί,
…………………εκείνος πολεμάει να ξεφύγει·
του πλάκωσε τα πισινά, θαρρείς,
…………………ίγο ακόμα και τον έχει φτάσει,
τανύζει τη μουσούδα του μπροστά,
…………………λίγο ακόμα και θα τον δαγκάσει.
Τρέχει ο λαγός – ξεφεύγει απ’ το σκυλί
…………………γιά πιάστηκε, δεν το γνωρίζει ακόμα,
τραβιέται απ’ τα σαγόνια του εχθρού
…………………και ξεμακραίνει απ’ τ’ ανοιχτό του στόμα.
Όμοια τρέχαν κόρη και θεός –
…………………με πόθο αυτός, εκείνη από τρόμο,
μόνο που ο Φοίβος τρέχει πιο καλά
…………………με τα φτερά τού Έρωτα στον ώμο.
Δε βρίσκει πια η κόρη ανασασμό,
…………………ξοπίσω αυτός κι αυτή ξεθεωμένη
τον νιώθει πως στη ράχη της σιμά
…………………και τα λυτά μαλλιά βαριανασαίνει.
Η δύναμή της σώθηκε, χλομή,
…………………κατάκοπη απ’ της φυγής το μόχθο
έβγαλε απ’ τα στήθια της φωνή
…………………στρεφόμενη στου Πηνειού τον όχτο:
«Πατέρα, βόηθα. Αν οι ποταμοί
…………………λογιάζονται μες στων θεών την τάξη,
απ’ τη μορφή που άρεσε πολύ
…………………απάλλαξέ με, καν’ την να χαλάσει!»
Το λόγο αυτό δεν πρόκανε να πει
…………………και λήθαργος τα μέλη της πλακώνει,
λεπτή δεντρίσια φλούδα τρυφερά
…………………τύλιξε το κορμάκι της σα ζώνη.
Γίνεται τώρα η κόμη φυλλωσιά,
…………………μπράτσα και χέρια γίνονται κλωνάρια,
κι ασάλευτα ριζώνουν μες στη γη
…………………τα δυο της γοργοκίνητα ποδάρια.
Η κεφαλή της έγινε κορφή,
…………………η λάμψη της επέρασε στο φύλλο.
Δεν παύει ο Φοίβος να την αγαπά,
…………………και ακουμπώντας του κορμού το ξύλο,
κάτω απ’ τη φρέσκια φλούδα του κορμού
…………………νιώθει καρδιά που χτύπαγε ακόμα.
Τους κλώνους τότε αγκάλιασε σφιχτά,
…………………σα να ’τανε τ’ αλλοτινό της σώμα
κι έκανε να της δώσει ένα φιλί·
…………………κι όπως το ξύλο αποτραβιόταν πίσω,
«σ’ αγάπησα», της είπε ο θεός,
…………………«κι αφού γυναίκα δε θα σ’ αγαπήσω,
το δέντρο που ’χεις γίνει θ’ αγαπώ,
…………………κι έτσι, σα δάφνη, πάντοτε δικιά μου,
θα στεφανώνεις πάντα εν τιμή
…………………κιθάρα και φαρέτρα και μαλλιά μου.
Όπου του Λάτιου οι άρχοντες, κι εσύ,
…………………κι όπου κραυγή της νίκης βακχεμένη
με δάφνινο στεφάνι ο νικητής
…………………στο Καπιτώλιο πάντα θ’ ανεβαίνει.
Σύμβολο και πιστός φρουρός εσύ
…………………θα σημαδεύεις του Αύγουστου το θρόνο,
του ηγεμόνα θα ’σαι θυρεός
…………………αγκαλιαστή με της δρυός τον κλώνο.
Σαν το μακρύ κι ακούρευτο μαλλί
…………………στου Απόλλωνα το αγέραστο κεφάλι,
όμοια της φυλλωσιάς σου η ομορφιά
…………………παντοτινή κι ολόφρεσκια θα θάλλει!»
Σειώντας αυτή στα λόγια του θεού
…………………κλαριά που ήταν νιόβγαλτα ακόμη
της φυλλωσιάς της νεύει την κορφή
…………………σα να ’στερξε του Απόλλωνα τη γνώμη.

Οβιδίου Μεταμορφώσεις, Βιβλίο 1, στ. 452-567,
(= Θ. Δ. Παπαγγελής,  Σώματα που αλλάξαν τη θωριά τους, 2009)