Μια Λιλή και μια Μαρία
Ζούσαν σε μια ιστορία
Άχρωμη και βαρετή
Ούτε κρύα ούτε ζεστή…

Η Μαρία κι η Λιλή
Βρίσκαν τη ζωή σαχλή
Κι είπανε να κάνουν κάτι
Να την κάνουν πιο κεφάτη:

Χρώματα είπαν να μαζέψουν
Και να φτιάξουν, αν μπορέσουν
Η Λιλή και η Μαρία
Μια πολύχρωμη ιστορία!

Πήραν κόκκινο από μήλο
Σκουροπράσινο από φύλλο
Βιολετί από βιολέτα
Χρυσαφί απ’ ομελέτα!

Πήραν γκρι από φουγάρο
Και χακί από φαντάρο
Φυστικί από φυστίκια
Γκριζογάλανο από φύκια.

Λουλακί, βερυκοκί
Κοραλένιο, φουντουκί
Μπεζ και μοβ μελιτζανί
Κρεμεζί, δαμασκηνί
Μουσμουλί από μουσμουλιά
Ροζ από τριανταφυλλιά.

Κίτρινο, μανταρινί
Λεμονί, καναρινί
Λαμπερό πορτοκαλί
Πράσινο παπαγαλί

Λαχανί από σαλάτα
Καφετί από σοκολάτα
Φούξια και ροδακινί
Μπλε βαθύ και βυσσινί

Από δάκρυ θαλασσί
Γαλανό από νησί
Τυρκουάζ από ματάκι
Και μελί από φιλάκι!

Ρουμπινί από κρασί
Πορφυρό και κερασί
Ζαφειρένιο, σμαραγδένιο
Άσπρο, μαργαριταρένιο.

Χρώματα που μαζευτήκαν!
Γύρω γύρω απλωθήκαν
Ουρανό και γη φωτίσαν
Και τα πάντα χρωματίσαν:

Μπλε τη γάτα, ροζ την κότα
Χρυσοπράσινα τα χόρτα
Το σκυλί μενεξελί
Και το βόδι φραουλί!

Έγινε καρό η Λιλή
Μαύρο-άσπρο- κανελί
Έγινε ριγέ η Μαρία
Κι εμπριμέ η ιστορία!

Ιστορίες για γέλια και για χρώματα,  1999

Στην οδό Αναγνωστοπούλου,
η Κική Καφετζοπούλου
με το γέρο της τον θείο
άνοιξαν καφεκοπτείο.

Είχαν άφθονους πελάτες
(είχαν και πεντέξι γάτες)
κι ένα σκύλο καφετί,
που τον είχαν πώς και τι.

Κάποια μέρα, η Κική
ήταν λίγο νευρική.
κι είπε να τα παρατήσει
και να πάει να περπατήσει.

Έκλεισε το μαγαζί,
πήρε το κλειδί μαζί
και το σκύλο τον καφέ
(που τον έλεγαν Φραπέ).

Η Κικίτσα προχωρούσε
κι ο Φραπέ χοροπηδούσε
η Κικη έκανε ‘ουφ!’
κι ο Φραπέ έκανε ‘μουφ!’

Κάπου στο Πολυτεχνείο,
μπήκαν σ’ ένα καφενείο.
Η Κική ήπιε καφέ
και νεράκι ο Φραπέ.

Ο ωραίος καφετζής
ήτανε χωρατατζής
ήταν συμπαθητικός
και λεγότανε Κοκός.

Είχε μία θειά καλή
είχε, επίσης, και σκυλί.
Καφέ ήτανε κι εκείνο
και το λέγαν Καπουτσίνο.

Οι δυο σκύλοι μυριστήκαν
παίξανε και δαγκωθήκαν
κι η Κική και ο Κοκός
γνωριστήκαν τελικώς.

Γνωριστήκανε, χαρήκαν
και πολύ αγαπηθήκαν!
Και παντρεύτηκε η Κική
τον Κοκό μια Κυριακή…

Κι είχαν πια θεία και θείο,
είχαν και καφεκοπτείο
καφενείο είχαν φίνο
με Φραπέ και Καπουτσίνο!

Ιστορίες για γέλια και για χρώματα,  1994

Ένας Νίκος και μια Λίζα
Ζούσαν σε μια πόλη γκρίζα
Όλο γκρίζες συνοικίες
Γκρίζες πολυκατοικίες
Γκρίζους δρόμους, τροχονόμους
Ταχυδρόμους, αστυνόμους.

Κάποιο γκρίζο πρωινό
Κρύο, φθινοπωρινό
Φόρεσε ο Νίκος μια
Σκούρα γκρίζα κουστουμιά.

Φόρεσε και το Λιζάκι
Ένα γκρίζο ταγιεράκι
Κι από πάνω ένα γκρι
Φοβερό παλτό, μακρύ!

Ήτανε πολύ εντάξει
Με το γκρίζο τους αμάξι
Θα πηγαίναν σε μια θεία
Που τη λέγαν Ευανθία.

Μα συνάντησαν στη σκάλα
Μια κυρία γκριζομάλλα
Που’ σερνε απ’ το λουράκι
Ένα γκρίζο κανισάκι.
Ήταν η κυρία Ντίνα
Με τη γκρι της καμπαρντίνα
Και η σκύλα η Ζουζούνα
Με τη γκρίζα της τη γούνα.

«Καλημέρα!», «Καλημέρα!»
«Γκρίζα κι άσχημη η μέρα!»
«Γκρίζα και συννεφιασμένη
Βροχερή και παγωμένη!»

Και εκεί που τέτοια λέγαν
Και μιλούσαν και χαζεύαν
Ωχ! Περνάει ένας γάτος
Γκρίζος γάτος και τρεχάτος
Κυνηγώντας στα σκαλάκια
Κάτι γκρίζα ποντικάκια!

Ωχ, ο γάτος ο τιγρέ
Που’ μενε στο ρετιρέ
Ένας γάτος, άλλο φρούτο
που τον λέγαν Σταχτοπούτο!

Και τον βλέπει η Ζουζούνα
Με τη γκρίζα της τη γούνα
Και αρχίζει να γαβγίζει
Να γρυλλίζει, να μουγκρίζει.

Σκούζει, κάνει φασαρία
Να ξεφύγει απ’ την κυρία!

Την τραβά, τη ρίχνει κάτω
Και ορμά στον γκρίζο γάτο!

Τα ποντίκια τα καημένα
Τρέχουν μπρος, ξετρελαμένα
Πίσω τρέχει ο γκρίζος γάτος
Πεινασμένος, ορεξάτος
Κι από πίσω το κανίς
Κι από πίσω τους, κανείς!

Ιστορίες για γέλια και για χρώματα,  1994

Μια φορά στο Μαραθώνα
Σ’ ένα πορτοκαλεώνα
Ζούσε η Πορτοκαλίνα
Μια νεράιδα τσαχπίνα.

Είχε μάτια και μαλλιά
Λαμπερά πορτοκαλιά
Και της άρεσε πολύ
Κάθε τι πορτοκαλί.

Με πορτοκαλί μπλουζάκι
Και πορτοκαλί σορτσάκι
Με πορτοκαλιά μποτάκια
Και πορτοκαλιά φτεράκια
Στις πορτοκαλιές πετούσε
Χόρευε, στριφογυρνούσε

Έκανε όμως και δουλειές
Μέσα στις πορτοκαλιές:
Έδινε γλυκά φιλάκια
Στα μικρά πορτοκαλάκια
Να γλυκάνουν, να μελώσουν
Και καλά να μεγαλώσουν.

Κάθε μέρα τα μετρούσε
Και λογαριασμό κρατούσε:
Ένα, δύο, πέντε, έξι
Δεκαοχτώ, τριανταέξι
Εκατό, διακόσια δύο
Χίλια ένα, χίλια δύο…

Όταν πάθαινε ζαλάδα
Έπινε πορτοκαλάδα
Κι όταν αισθανόταν χάλια
Έτρωγε δυο πορτοκάλια

Είχε κι ένα φίλο μπούλη
Νεραϊδούλη, τοσοδούλη
Στα πορτοκαλιά ντυμένο
Και πολύ χαριτωμένο.

Κουμ κουάτ τον είχε βγάλει
Ήταν από χώρα άλλη
(Έλεγε η Πορτοκαλίνα
Πως ερχόταν απ’ την Κίνα!)

Ένα δέντρο είχε μόνο
Να φροντίζει όλο το χρόνο
Φυτρωμένο κατά λάθος
Μοναχό, κάπου στο βάθος
Και δεν του’βγαινε η γλώσσα
Να φροντίζει δέντρα τόσα!

Ήταν κι ένα δέντρο άλλο
Στο περβόλι το μεγάλο:
Μια μανταρινιά κοντούλα
Με δική της νεραϊδούλα
Με πορτοκαλί μπικίνι
Που τη λέγαν Κλημεντίνη.

Ήτανε και μια γατούλα
Φιγουράτη και χοντρούλα
Μία όμορφη ψιψίνα
Που τη λέγαν Νοβαλίνα
Είχε φουντωτή ουρίτσα
Και πορτοκαλιά γουνίτσα

Κουμ κουάτ, Πορτοκαλίνα
Κλημεντίνη, Νοβαλίνα
Στο περβόλι, μια παρέα
Διασκέδαζαν ωραία:
Όταν ήλιο είχε πολύ
Δυνατό, πορτοκαλί
Και τον βλέπαν να προβάλλει
Σαν πελώριο πορτοκάλι!

Ιστορίες για γέλια και για χρώματα, 1999

Μια φορά, σ’ ένα νησί
Ζούσε η κυρία Χρυσή
Η δασκάλα η Χρυσούλα
Μια χοντρούλα ομορφούλα.

Δίδασκε στην πρώτη τάξη
Κι ήτανε πολύ εντάξει.
Είχε μια χρυσή καρδιά
Κι αγαπούσε τα παιδιά.

Είχε στιλ, είχε αέρα
Ήτανε και χρυσοχέρα:
Έφτιαχνε καλά γλυκά
Και ωραίο μουσακά.

Ήτανε καλοβαλμένη,
Πάντα καλοχτενισμένη
Ήτανε χρυσομαλλούσσα
Και της άρεσαν τα λούσα.

Φόραγε χρυσά στολίδια
Σκουλαρίκια, δαχτυλίδια
Και ταυτότητα χρυσή
Που’γραφε πάνω «Χρυσή».

Είχε επίσης η κουτή
Ένα ολόχρυσο κουτί
Με χρυσαφικά γεμάτο
Από πάνω μέχρι κάτω.

Περιδέραια βαριά
Χρυσές λίρες και φλουριά
Αλυσίδες, κολιεδάκια
Μενταγιόν και βραχιολάκια.

Τι τα ήθελε η κουτή
Να τα κρύβει στο κουτί;

Κλέφτης μπήκε ένα βράδυ
Μες στο σπίτι, στο σκοτάδι
Τα’ κανε όλα άνω-κάτω

Πήρε κι όλα τα γλυκά
Πήρε και τον μουσακά
Που’ χε φτιάξει τη Δευτέρα
Η Χρυσή η χρυσοχέρα!

Βρήκε και σ’ ένα μπουκάλι
Λικεράκι πορτοκάλι
Που’χε φτιάξει άλλη μέρα
Η Χρυσή η χρυσοχέρα.

Σταυροπόδι στο χαλί
Ήπιε κι έφαγε πολύ.
Έπαθε ίλιγγο και ζάλη
Βαρυστομαχιά μεγάλη
Δεν μπορούσε να σαλέψει
Άντε τώρα να χωνέψει!

Άρχισε ν’ αναστενάζει
«Θέλω σόδα!» να φωνάζει
«Πίσω θα στα δώσω όλα!
Φέρε μου μια κόκα κόλα!»

Ξύπνησε η Χρυσή η καημένη
Και τον είδε τρομαγμένη.
Έτρεξε, βγήκε στους δρόμους
Φώναξε δυο αστυνόμους.

(Μα η χρυσή της η καρδιά
Τον λυπήθηκε, παιδιά:
Πριν τον πάρουν από κει
Να τον κλείσουν φυλακή
Του ’δωσε να πιει λιγάκι
Σόδα μ’ ένα καλαμάκι!)

Ιστορίες για γέλια και για χρώματα,  1999