15. Ανθολογία Αυγής, Παπαδόπουλος, 18.11.14

9. Ανθολογία Αυγής, Παπαλεξάνδρου, 11.11.14

2. Ανθολογία Αυγής, Παπαγγελής, 2.11.14

    Baudouin Colignon,Το φτερούγισμα,2013

***

Στον κύριο Mário de Sá-Carneiro

Πριν τ’ όπιο η ψυχή μου υποφέρει.
Τη ζωή να νιώθεις τι ανημπόρια
και τώρα στ’ όπιο ζητάω παρηγόρια
όνειρα Ανατολής για να μου φέρει.

Η ναυτική ζωή θα με σκοτώσει.
Ο πυρετός πυρώνει το μυαλό
κι όσο κι αν ψάχνω για να λυτρωθώ
τη σωτηρία δεν μπορεί να μου τη δώσει.

Μες στο παράδοξο, την αστρική αγνωσία
ζω στου χρυσού τα κρόσσια τη ζωή μου,
κύμα όπου η άβυσσος είναι η τιμή μου
κι οι ηδονές της αρρώστιας μου η ουσία.

Καταστροφές που ο νους σου δεν τις βάνει,
τιμόνια ψεύτικα που γύρω μου γυρίζουν,
οράματα κρεμάλες ν’ ανεμίζουν
σε κήπους με ανθούς δίχως κοτσάνι.

Βαδίζω κουρασμένος δύσκολη ζωή
όλο δαντέλα και βερνίκια η ψυχή μου.
Νομίζω πως στο σπίτι έχω δική μου
τη μάχαιρα που καρατόμησε τον Βαπτιστή.

Για του προγόνου το έγκλημα σ’ αποσκευή κλεισμένος
ένοχος αισθητικής εκτίω την ποινή.
Τα νεύρα μου δεμένα είκοσι μαζί,
στο όπιο κυλίστηκα απελπισμένος.

Σαν η μορφίνη μ’ αγγίζει υπνωτισμένη
χάνομαι σε αιθέριους παλμούς
και σε μια νύχτα όλο ιριδισμούς
το φεγγάρι συναντάει την ειμαρμένη.

Ήμουνα πάντα ο τελευταίος μαθητής,
κοιτάζω τώρα το καράβι όλο βιάση
το κανάλι του Σουέζ για να περάσει
με τη ζωή μου αμφορέα της αυγής.

Έχασα ανώφελα την κάθε μέρα
Δούλεψα κι είμαι μόνο κουρασμένος
κι ο λαιμός μου σήμερα είναι σφιγμένος
από ’να χέρι που όλα τα διώχνει πέρα.

Παιδί ήμουν κι εγώ όπως όλοι σας μια μέρα.
Γεννήθηκα σε πορτογαλική επαρχία
γνωρίζω πολύ κόσμο απ’ την Αγγλία
που με περνούν για Άγγλο πέρα ως πέρα.

Ποιήματα και νουβέλες στο Παρίσι
στον Plon και στον Mercure θα επιθυμούσα,
κι άλλη από τούτη τη ζωή θα λαχταρούσα.
Θύελλες να ’χε το ταξίδι είχα ελπίσει!

Η ζωή στο πλοίο είναι θλιμμένη
αν και συχνά ο κόσμος διασκεδάζει.
Μιλώ με Άγγλους, Γερμανούς, λίγο με νοιάζει
αλλά η θλίψη της ζωής μου επιμένει.

Τον κόπο δεν αξίζει να ’χεις δει
Ανατολή, Ινδία, Κίνα και Περού.
Η γη είναι μικρή κι ίδια παντού
κι η ζωή καμιά δεν έχει εναλλαγή.

Γι’ αυτό για φάρμακο όπιο παίρνω.
Είμαι εδώ κλινήρης της Στιγμής.
Ζω στο ισόγειο της λογικής
και μαζί μου μόνο πλήξη σέρνω.

Καπνίζω. Κούραση πολλή. Γη
στην Ανατολή κι όχι στη Δύση!
Τι πήγα στις Ινδίες, τι ’χα ελπίσει;
Αν οι Ινδίες είναι μόνο στην ψυχή!

Πρωτότοκος κι άτυχος είμαι τόσο!
Την τύχη μου τσιγγάνοι κλέψαν.
Κι ούτε στο θάνατο προβλέψαν
ένα μέρος απ’ το κρύο να γλιτώσω.

Μηχανικός σπούδασα στη Σκοτία.
Όλη απ’ άκρη σ’ άκρη γύρισα την Ιρλανδία.
Η καρδιά μου σαν γριά κυρία
ζητάει ελεημοσύνη μπρος στην Ευθυμία.

Όχι στο Πορτ-Σάιντ μη σταματάς, καράβι της φωτιάς!
Στρίψε δεξιά, σ’ ισημερία άλλη πέρα.
Στο smoking room με τον κόμη όλη μέρα,
Γάλλο escroc, κόμη της συμφοράς.

Γυρίζω στην Ευρώπη για να γενώ μοιραία
ποιητής υπνοβάτης απλώς.
Είμαι μοναρχικός κι όχι καθολικός
πράγματα θα ’θελα να ’μουν σπουδαία.

Θα ’θελα να ’χα πεποιθήσεις και λεφτά,
άνθρωποι να ’μουν ασήμαντοι που ’δα εδώ.
Σήμερα τελικά άλλο δεν είμαι εγώ
παρά ένας ταξιδιώτης μοναχά.

Προσωπικότητα δεν έχω καμία.
Ο καμαρότος είναι από με πιο ευπρεπής
στους τρόπους του καθ’ όλα ευγενής
σαν Σκοτσέζος laird μέρες σε νηστεία.

Πουθενά να σταθώ δεν μπορώ. Για με είναι πατρίδα
όπου δεν είμαι. Αδύναμος είμαι και ασθενής.
Κι ο καπετάνιος γέρος χωρατατζής.
Με τη Σουηδέζα μ’ είδε… δεν έχω ελπίδα.

Μια μέρα σκάνδαλο εδώ θα κάνω,
για να μιλήσουνε για μένα οι άλλοι.
Νιώθω το θυμό να με τυφλώνει πάλι
κι απ’ τη ζωή αυτή πάω να πεθάνω.

Όλη τη μέρα πίνω και καπνίζω ουσίες
αμερικάνικα ναρκωτικά που σε κοιμίζουν.
Ανάγκη εγώ δεν έχω για να με ζαλίζουν!
Αλλάξτε μου εγκέφαλο για νεύρα έχω ορτανσίες.

Γράφω στίχους. Αδύνατο μου φαίνεται εμένα
ταλέντο να ’χω. Δεν με νοιάζει μία!
Τούτη η ζωή είναι μια αγροικία
για τις ευαίσθητες ψυχές μέλλον κανένα.

Οι Εγγλέζοι για να υπάρχουν είναι πλασμένοι.
Απόλυτα ταιριάζουν με την Ηρεμία.
Ρίχνεις κάποιο κέρμα στη γωνία
κι όλο χαμόγελα ένας τους έξω βγαίνει.

Στων Πορτογάλων το γένος ανήκω εγώ
που αφού ανακαλύψαν την Ινδία
μείνανε δίχως δουλειά καμία.
Πολλές φορές το ’χω σκεφτεί. Το μνήμα είν’ εδώ.

Στο διάβολο η ζωή κι ο κόσμος που τη θέλει!
Στο προσκεφάλι μένει άκοπο το βιβλίο.
Η Ανατολή είναι ένα αδειανό δοχείο
που το κυλάς παντού κι ούτε σε μέλει.

Στ’ όπιο κατρακύλησα. Να θέλετε από μένα
ζωή μ’ ωράρια και τάξη απ’ αυτές
μην το ζητάτε τίμιες ψυχές
που τρώτε και κοιμάστε νοικοκυρεμένα.

Στο διάβολο να πάτε! Σας ζηλεύω.
Τα νεύρα τούτα είν’ ο θάνατός μου.
Κανένα πλοίο δεν υπάρχει εμπρός μου
να με πάει όσο μακριά γυρεύω!

Στο τέλος όλα θα ’τανε πάλι το ίδιο πράγμα.
Θα ’θελα άλλο όπιο να πιω για να ξεφύγω
άλλα όνειρα που αντί σ’ αυτά να καταφύγω
θα μ’ έριχναν σε κάποιο άθλιο μάγμα.

Τι άλλο από πυρετός να ’ναι αυτό που νιώθω!
Πυρετός όλο και πιο πολύς.
Η αλήθεια είναι πως είμαι ασθενής.
Φίλοι μου άλλο δεν έχω πόθο.

Νύχτωσε κιόλας. Χτύπησε το καμπανάκι
έτοιμοι για το δείπνο πάμε όλοι.
Κοινωνική ζωή όπως στην πόλη
ένας μετά τον άλλο πιασμένοι απ’ το χεράκι.

Όλα θα ’χουν τέλος άσχημο θα δεις
(άκου!) αίμα και περίστροφο θα βγει.
Απ’ την ανησυχία αυτή που με ταλαιπωρεί
τρόπος δεν υπάρχει να σωθείς.

Όποιος με βλέπει σαν τους άλλους με νομίζει
εμένα, τη ζωή μου… Κοίτα έναν νεαρό…
Το ματογυάλι μου με κάνει να περνώ
για κάποιον που απ’ το πλήθος δεν χωρίζει.

Α πόσοι σαν εμένα θα ’ναι τώρα
στα πλοία με ψυχή το ίδιο μυστική!
Πόσοι ντυμένοι μ’ αυστηρή περιβολή
τη φρίκη της ζωής κρύβουν αυτή την ώρα;

Ενδιαφέρων όσο και εντός μου
ας ήμουνα τουλάχιστον κι απ’ έξω!
Πηγαίνω στο Μαέλστρομ κι όσο αντέξω.
Δεν κάνω τίποτα, αυτός είν’ ο χαμός μου.

Άχρηστος είμαι. Μα είναι ωραίο άχρηστος να ’σαι!
Αχ να μπορούσες τους άλλους να περιφρονείς
ακόμη και μ’ αγκώνες πληγωμένους να γενείς
όμορφος, ήρωας, τρελός, καταραμένος, να ’σαι.

Τα χέρια μου θέλω στο στόμα να βάλω
να τα δαγκώσω με λύσσα και κακία.
Θα ήταν μια ενέργεια όλο πρωτοτυπία
και θα διασκέδαζαν οι λογικοί, το δίχως άλλο.

Το παράλογο σαν άνθος τάχα μ’ ινδικό
που δεν το βρήκα στην Ινδία ανθίζει
στο μυαλό μου που η κούραση αναβλύζει.
Τη ζωή Θεέ μου ν’ αλλάξεις ή ένα τέλος δώσε εδώ…

Στην καρέκλα αφήστε με στην ησυχία μου,
ώσπου να με βάλετε στο μνήμα βαθιά.
Είμαι μανδαρίνος εγώ από γενιά,
μα μου λείπουν το τσάι, η ψάθα κι η ηρεμία μου.

Α τι ωραία στον τάφο να γλιστρήσω με ορμή
Σαν σε καταπακτή μέσα να πέσω εδώ!
Η ζωή μυρίζει σαν τον ξανθό καπνό.
Άλλο δεν έκανα απ’ το να καπνίζω τη ζωή.

Αυτό που θέλω είναι πίστη, ηρεμία στη ζωή μου
αισθήσεις μπερδεμένες όχι άλλο.
Θεέ μου, βοήθεια, τέλος δώσε δίχως άλλο!
Όχι άλλες κωμωδίες στην ψυχή  μου!

Πηγή:
Άλβαρο ντε Κάμπος, Θαλασσινή ωδή και άλλα ποιήματα, 2008

Εικονογράφηση:
Baudouin Colignon, Το φτερούγισμα, 2013

Τάσος Μισούρας, Από το σκοτάδι στο φως, 1991

***

Αφήστε όλα τα φώτα αναμμένα
Κάποτε θα χορτάσετε σκοτάδι

Πηγή:
Χρονοσυλλέκτης, 2011

Εικονογράφηση:
Τάσος Μισούρας, Από το σκοτάδι στο φως, 1991

To portreto tis Didos Elpidas_2012_Technohoros-art-gallery_Manolis-Anastasakos_Art-Athina_2013*

***

λάινον χιτώνα

Στης μαιζονέτας του την πέτρινη θαμμένος κουστουμιά
για όσα κακά στον εαυτό του έχει κάνει
η αντίμαχή του μοίρα τού προκάνει
βάσανο και γλυκειά παρηγοριά

ωραίας γειτόνισσας να βλέπει τον χορό
όταν τα ρούχα στη βεράντα της απλώνει
ή όταν σκύβει να τινάξει το σεντόνι
της ομορφιάς της σπέρνοντας εικόνες στο κενό

Πηγή:
Απόδρομή του αλκοόλ, 2012

Εικονογράφηση:
Μανώλης Αναστασάκος, Το πορτραίτο της δίδος Ελπίδας, 2012

Απόστολος Γεωργίου_Άτιτλο_2013 Ακρυλικό σε καμβά 130x110εκ.Γκαλερί Ζήνα Αθανασιάδου

***

Μες στα διαμερίσματα αχολογάν τραγούδια.
Νέοι και νέες τραγουδάν, νέα τραγούδια λένε:
Από του κόσμου τα καλά θα προτιμήσουν τρία.
Φιλία, ψυχανάλυση κι εργασιοθεραπεία.

Πηγή:
Κέρματα, 1980

Εικονογράφηση:
Απόστολος Γεωργίου, Άτιτλο, 2013

Σόρογκας, 2008

***
Απόψεις της θαλάσσης. Απόψεις ομαλές,
Όσο τρικυμισμένη, σε σύγκριση Βουνού,
σε σύγκριση της Πέτρας, η θάλασσα ομαλή.
Και όσο για τους κινδύνους, η θάλασσα είναι ωραία.
Μόνωση. Αοριστία. Ξένου στοιχείου οι έλξεις
και του Μεμακρυσμένου γύρος πλατύς ώς πέρα.
Ενώνει τα διεστώτα. Και τα ογκωμένα λειαίνει.
Τους όγκους γονατίζει πολύ σκληρών Βουνών.
Φθάνει στις απαλότητες μεγάλων αμμουδιών.
Ορμίσκους δημιουργεί πλήρους καταφυγής.
Εισδύει και αρμυραίνει μυχούς απροσδιορίστους.
Σε αχάρακτες οδούς της, αλλ’ ακριβείς, εκεί
«πλοία διαπορεύεται» και την εμπαίζει Δράκος
πλασμένος απ’ ευθείας από Βουλή Θεού.
Και ύστερα οι Υδρατμοί και ο Ήλιος της αλλάζουν
διαθέσεις και θεωρία.

                                             Απόψεις της Θαλάσσης,
μακριά από των ανθρώπων Σκηνώματα και Μάνδρες·
ενώνει τα διεστώτα· κομίζει την Φιλία,
τον Σύνδεσμο, την Σκέψη, σε πλήθος Παραλίες
διάχυτες σε Εκτάσεις. Συναγωγός Αγάπης,
σε επίσκεψη καλαίνει. Ο Ασπασμός, ενάλιος
ανέκαθεν υπήρξε και ο Εναγκαλισμός,
μίμηση της Αγκάλης, που ανοίγεται σε Αχτές.
Λικνιστική Θωπεία μας ήρθε από Θαλάσσης.
Οίστροι ρευμάτων πάνε κι ορμούνε από παντού,
και διασταυρώσεις βρίσκουν. Ύδατα μεθ’ υδάτων.
Καπεταναίοι, Λοστρόμοι, Γένος των Ναυτικών,
την ταπεινότητά τους την ξαγρυπνούν στα πλοία.
«Υπέρ Σύμπαντος κόσμου», «Μεγάλων Ιδεών»
δεν δίδουν την ξαγρύπνια. Το σκάφος πώς να ορμίσουν,
πάντοτε επί καλού, ιδού το μέλημά τους.
Τον πλου τον διορισμένο να πλεύσουν, τίποτ’ άλλο.
Κι ενώ βαρείες Φροντίδες δεν έχουν, είναι ωστόσο
το σκάφος τους το Σύμπαν· και ατοί τους κατασταίνονται
Πρόνοιες Θεού. Χρυσός και άλλα στολίδια και είδη,
δεν λείπουν κανενού. Αντίς για σμύρνα, μόνο
το Επάγγελμα έχει αρμύρα. Ο χρόνος καταλυέται.
Περίοδο νέα υψούται, όσο βαστάει το κάθε
ταξίδι. Και από το ένα στο άλλο ταξίδι, κάνει
νεφέλη Δημιουργίας. Των περασμένων Μνήμες,
τους νόμους της Ομοιότητας φέρνουν στο νου, τους νόμους
της Εμπειρίας, τους νόμους της Διαφοράς,  κι’ επίσης
τους νόμους της Αγάπης, που από Καρδιάς πηγάζουν.

Πλωτοί, καμαρωτοί κόσμοι, κυβερνημένοι
με της Σοφίας τους Δείχτες, απόψεις της Θαλάσσης,
κοντά σας καταργείται, και απολησμονημένη
τραβά για Ανυπαρξία.

Πηγή:
Εκλογή Α´, 1934

Εικονογράφηση:
Σωτήρης Σόρογκας, 2008

+Υ+¦+υ+_+_+__Γ +ε+¦_Θ+-+_+¬+ψ+++__Γ_+ε+_+¬+υ+_+¦_2012

***
Πήρεν η Σίβυλλα φωτιά,
μου προείπε τί μου είναι γραφτά.
Μαυρίλα πόπεφτε απ’ τα ύψη
άπλωσε γύρω γύρω θλίψη.
Χαρούμενον, με κύκλωνε όμως
ο μεταφυσικός ο τρόμος,
και λίγο λίγο, λίγο λίγο,
ευρύτατο ένα χάος ξανοίγω,
που ούτε να βλέπω ή να θυμούμαι
ή να ονειρεύομαι ως κοιμούμαι
δεν θέλω πλέον, τόσο μου δίδει
φαρμάκι το ανοιχτίρμον φίδι
του Μέλλοντος, που μαρτυριέται
στο σκότος, που ως αστράφτει σβηέται.

«Μάταια χαράς ζητάς πηγάδι,
όαση μικρή σε άπειρον Άδη
που περιφέρνεσαι, Άδη αμμώδη,
που κάθε βήμα και το πόδι
βουλιάζει πιότερο ώς το γόνα
φέρνοντας κούρασες γι’ αρρεβώνα
του Μέλλοντος που σ’ απαντέχει,
όταν το σώμα δεν αντέχει.
Λίγης βροχής η οπτασία,
δυο τρεις σταγόνες ευλογία,
καινούργιο Βάφτισμα θα σου ήτο,
ελπίδες χίλιες θα σου διηγείτο.
Αλλ’ ενού Ήλιου η περιφορά,
διαρκής, ξεραίνει τη χαρά».

Τί κι’ αν το Βρέφος εγεννήθη
απόψε, ο Θεός μέσα στα πλήθη,
κι’ ο ουρανός αναγαλλιάζει
με μελωδίες αγγελικές·
της Βηθλεέμ τί κι’ αν γιορτάζει
μιαν ερημιά με τ’ άλογά της,
τις στάνες, τα βόδια, τ’ αρνιά της
και τις ποιμενικές χαρές;
Για μένα στήθηκε προχείρως
«Τόπος Κρανίου». Ένας γύρος
σταυροί με ζώσανε, να εκλέξω
τον πιο αλαφρό και νάβγω έξω,
να με κρεμάσουν Ιουδαίες
άνομες, οι Έγνοιες φρικαλέες.

Πήρεν η Σίβυλλα φωτιά,
μου προείπε τί μου είναι γραφτά.
Μου προείπε πώς θα με δροσίσει
μονάχα των δακρύων η βρύση:
στη μοναξιά θαρθούν, θα τρέχουν,
το πρόσωπο να περιβρέχουν
με την παθητικιά λαχτάρα
της Αγάπης. Με τη λαχτάρα
τη μητρική που φλέγει τη όλη
η συγκλόνιση, η πολλή συμπόνια
και δείχνει ολόανθο το περβόλι
της παρηγόριας, με πλεγμένα κλώνια
ελπίδας, πίστης και λατρείας,
τους τρεις κισσούς μονώσεως αιωνίας.

Μου είπεν η Σίβυλλα, «Συλλογίσου
το ποτάμι που ρέει του Παραδείσου
με φλοίσβο εωθινό. Σκέψου το αηδόνι,
να κελαηδά παθητικά τη μόνη
γοητεία, πρωί πρωί, που δίνει
η Αυγή με τη σιγή και τη γαλήνη.
Το Φεγγάρι, που χλωμαίνει, που χλωμαίνει,
αλλά, με όλον τον Ήλιο, παραμένει
και φαίνεται σαν νέφος. Το αεράκι,
που σκορπίζει της αχλύος τα ράκη.
Το ποταμόπλοιο τέλος με τριπλοανοιχτά
τα ολόλευκα λαμπρά πανιά,
που, σιγανό αλλ’ ασφαλές, δεν παύει
να πλέει προς σένα, να σε παραλάβει».

Πηγή:
Εκλογή Β´, 1962

Εικονογράφηση:
Γιάννης Μιχαηλίδης, Μελάνι, 2012

Βαγγέλης Γκόκας, Ο νεκρός μαέστρος

***

Πεθαίνουμε κι’ αφήνομε το κάλλος του Χειμώνα,
που είναι ο ουρανός σαν σάβανον ωχρός, σαν τέφρα ωχρός·
κι’ αφήνομε την Άνοιξη, που είναι ο καιρός
ο ήπιος, μοσκοβολάει στον κάθε ανθώνα
ο αγέρας που ανασαίνομε. Πεθαίνομε, και την εικόνα
αφήνομε του υπέροχου Καλοκαιριού, που ο χλιαρός
μας περιλούζει ολόκληρους χαυνωτικός ιδρώς,
που οι οπώρες μέλι αργοσταλάν. Και την Κορόνα
του Πένθους, το Φθινόπωρο, το αφήνομε κι’ αυτό.
— Για τούτο και μας έζωνε την Άνοιξην η λύσσα
για τις απόλαυσες· το Καλοκαίρι το ζεστό,
μύριων πόθων αδύνατων η επιθυμία·
κι’ η Ελπίδα το Φθινόπωρο μας έζωνε, καθώς εφύσα
ο άνεμος· και το Χειμώνα, η θεία Μελαγχολία.

Πηγή:
Εκλογή Β´, 1962

Εικονογράφηση:
Βαγγέλης Γκόκας, Ο νεκρός μαέστρος

Roter Morgen

***
Οι πλούσιες των παραποταμίων των λιβαδιών φυτείες
μολύνονται από τα φαρμακερά, τα αισχρά τα φίδια:
τα ωραία καλάμια, θρυλικά της δροσιάς των οχτών τα στολίδια,
χάμου, των πλατανιών τα πηχτά φύλλα, — εστίες
όλα γινήκανε στις όχεντρες, που είναι Αμαρτίες
παλιές, βαρειές, τιμωρημένες:  — «Σεις την ίδια
τη Γη, που σας εγέννα, να την τρώτε! Και τις θείες
εκστάσεις τ’ ουρανού να στερηθείτε, ω αισχρά φίδια!»
είπεν ο Θεός.
                            — Μα κι’ από σένα, ω Γόητα, κι’ απ’ το κορμί σου
το αγαλματένιο, Έφηβε μάγε, το μουντό σαν γάλα,
με τις απόπνοιες μόσχου αγνού βουνίσιου,
κι’ από τα μάτια σου τα ερωτικά και τα μεγάλα,
κι’ από τα μελιστάλαχτα τα χείλια,
πετιέται βάρβαρη όχεντρα και με δαγκώνει, η Ζήλεια.

Πηγή:
Εκλογή Β, 1962

Εικονογράφηση:
Θοδωρής Δασκαλάκης, Roter Morgen, 2009

+Φ+_+-+χ_Ε_Β+__Γ +Υ+¦+-+_+_+φ+¬+¬_Γ_+θ +_+__Α+__Δ+-+φ+_+¬_Γ +Φ+__Β+-+ψ_Δ+__Γ_2012

***

Σε ψηλό βουνό που δεσπόζει
στη μοναξιά τριγύρω και στην ειρήνη
της Δυτικής Σκιάθος, που αφήνει
απ’ το ένα μέρος το ευρύ πέλαγος να κρώζει
τη νύχτα, ενώ από τ’ άλλο οιμώζει
πλουσίων βουνών ο άνεμος, – αντί σε κλίνη,
έστω και καλογερικά στρωτή, το σώμα παραδίνει
σε αγκαθόσπαρτο μνήμα, (μόλις που σώζει
ένα σταυρόν ώς σήμερα από ξύλο που ξεβάφει
και διαβιβρώσκεται) ο ακατανόητος ιεροφάντης
και μυστικός, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.

Τον ελεεινόν σταυρό τούτος ο λόγος επιγράφει:
« Ο κάθε στοχασμός σου – ασμάτων άσμα·
» στον κόσμο τον δικό σου – κόσμος το κάθε πλάσμα ».

Πηγή:
Εκλογή Β´, 1962

Εικονογράφηση:
Δημήτρης Γιαννέλος, Ξεπεσμένος δερβίσης, 2012

Kapela Panayota_2012

***

Τώρα που πόλεμο έταξαν βουλές του Δωδωναίου
και με ορεσίβιους Ιλλυριούς τα δυτικά φουσάτα
τον οξυνούστατο Αχαιό μάχονται στις κλεισούρες,
κάθισα εδώ κι’ ανασκοπώ χρησμόν ανανεωμένο
που βρίσκει πλήρωση βραδεία στο γύρισμα του κύκλου.
 
Στα μύχια και στ’ απώτατα και στους μυχούς του Ιλίου
ψαρεύεται η αντίθεση κι’ η εχθρότη των προγόνων.
Αυτοί τους όλοι οι ηλιόλουστοι με τα θαλασσινά τους
καμώματα, δεν μοιάζουνε καθόλου νάναι αδέρφια.
Πάτερ Αγχίσης που έφευγε, καβάλησε το γιο του
και τράβηξαν πολύ μακριά, το Λάτιο ν’ αποικήσουν.
Θαλάσσια περιπλάνεση τους έφερε και τότες
στην Ήπειρο και στα βουνά· κι’ εκείθεν η Σιβύλλα
τους έδειξε την Ιταλία, αντίκρυ πώς να πάνε.
Τραβάν λοιπόν οι ευσεβείς με τα εικονίσματά τους,
βάρβαροι, σε βαρβάρων γη, μα ο πλους τούς σακατεύει
στης Σικελίας το Δρέπανο που ο Αγχίσης τα τινάζει.
Μα αν τούτου δεν βοδώθηκε το καβαλίκεμά του,
όμως τη Δύση πάτησε πρόσφυγας ο Αινείας
και δέθηκε με κουμπαριά στης λύκαινας τα στήθη
οπούθε φαίνεται η γενιά του έχει έκτοτε αντλήσει
συνήθειες και καμώματα εις άκρον θηριώδεις.
Κλαρί των Τρώων, που βάλθηκε στη Δύση να φυτρώσει,
τι άλλο παρά εχθρός Τρωικός και γένος του Πριάμου,
κλαρί εκεινών που την Εστία θυσιάσαν στους Ερώτους,
κλαρί εκεινών που κλέψανε την όμορφην Ελένην,
μην έχοντας για ταίρι της λάμψη ουδαμού του κόσμου.
Κι’ ως δεν εκαρποβόλησε το πάλαι η αρπαγή τους,
άλλα ρημάδια πλέχανε τις θάλασσες, προσφύγοι,
και σήμερα βουλήθηκαν την Αθηνά Σοφία
να ζαλωθούν, αυτοί, που ο Ζευς τούς μώρανε για πάντα.
Διαλέξαν για Αγαμέμνονες και γι’ Αχιλλείς κι’ Αιάντους
τους βαρβαρωνυμότατους Βισκόντηδες και Ουμπάλντους
και Καμπαλλέρους· έφτασε κι ο ευμελής Γκαλεάτσος,
και μαύρισε ο μεσαίωνας κι’ οι Αρβανιταρέοι
από ντροπές, που οι Ιλλυριοί θα ντρέπονταν ν’ ακούσουν.
Μαύρισε το αρχιπέλαγος από αίσχη των αρπάγων
και ζητιανιά σιδερικά γυρέψαν τους Τευτόνους,
πώς να καεί, να τεφρωθεί, ο φθόνος τους, η Ελλάδα.
Εντούτοις αντικρύσανε να λάμπει με γαλήνη,
ν’ αστράφτει με κυριαρχία το δόρυ της Παλλάδος
και να θαμβοί τα μάτια τους που τάθρεψε η κραιπάλη.
Η ορθοδοξία των Ολυμπίων βάλθηκε τον αγώνα,
καθώς πάλαι ποτέ υψηλά στα δώματα του Ολύμπου,
να κρίνει. Και σκορπίσθηκαν οι Αθάνατοι τριγύρω,
καθένας με τα σύνεργα που τούταξε ο Βρεμέτης :
φυσούνα Αιόλου, τα φτερά του Ερμή, του Ποσειδώνα
η τρίαινα, η φωτιά του Ηφαίστου, ο κεραυνός του Δία,
κι’ απάνω απ’ όλα η αγαπητή μορφή, η γαληνεμένη,
η απαθής επίγνωση της άκρατης Σοφίας,

η πάνοπλη, η αστραφτερή, η αλάθητη, η ωραία,
πλέον ζώπυρη από Απόλλωνα, με ασπίδα κατσικίσια
με πάμφωτο, θαμβωτικό της μεγαλοπρεπείας
το Δόρυ που λαμποκοπά, το Δόρυ της παρθένου,
το Δόρυ που παραφυλάει τον Ήλιο της Ελλάδας,
μην αλλοιωθεί, μην σκοτισθεί, μην χάσει το παράπαν
ουτ’ ένα μόριο της αρχαίας, της θεογενούς του Ουσίας.

Πηγή:
Εκλογή Β’, 1962

Εικονογράφηση:
Παναγιώτα Κάπελα, 2012

 

PAPATSONIS.gr

Ο Τάκης Κ. Παπατσώνης γεννήθηκε στην Αθήνα, γιος του Κωνσταντίνου Παπατσώνη και της Αικατερίνης το γένος Πρασσά. Μαθήτευσε στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών και το 1913 δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα στην εφημερίδα Ακρόπολις. Σπούδασε Νομική και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ως το 1920 και το 1927 παρακολούθησε μαθήματα οικονομικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης. Από το 1914 και για σαράντα χρόνια εργάστηκε στο Υπουργείο Οικονομικών φτάνοντας ως τη θέση του Γενικού Γραμματέα. Το 1928 έμεινε για μήνες στο Άγιο Όρος. Το 1932 παντρεύτηκε την Ευανθία Εμπεδοκλή με την οποία απέκτησε μια κόρη. Ταξίδεψε πολύ σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του και λόγω της εργασίας του και από προσωπικό πάθος (ενδεικτικά αναφέρονται εδώ τα ταξίδια του στο Βελιγράδι, την Κωνσταντινούπολη, την Ιταλία, την Πράγα, την Ελβετία, τη Γαλλία, το Βερολίνο, τη Δρέσδη, την Αγγλία, την Ισπανία, το Βουκουρέστι, τη Βέρνη, τα Καρπάθια, τη Νέα Υόρκη, την Κούβα, το Σικάγο, το Σαν Ντιέγο).

Διετέλεσε αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εμπορικής Τράπεζας (1941), Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εθνικής Πινακοθήκης (1953-1964), Αντιπρόεδρος στο Διοικητικό Συμβούλιο του Εθνικού Θεάτρου (1955-1964), Αντιπρόεδρος και Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Αισθητικής (1963 και 1966 αντίστοιχα). Τιμήθηκε με το γαλλικό παράσημο του Ιππότη της Λεγεώνας της Τιμής (1920) και με το πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1963). Το 1967 έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Πέθανε στην Αθήνα.

Η πρώτη έκδοση ποιημάτων του Παπατσώνη πραγματοποιήθηκε το 1934 με την «Εκλογή Α΄». Είχε προηγηθεί η δημοσίευση της πρώτης ελληνικής μετάφρασης της «Έρημης Χώρας» του Τόμας Έλλιοτ από τον Παπατσώνη στο περιοδικό «Κύκλος» και με τίτλο «Ερημότοπος’. Από το 1935 και για πέντε χρόνια συνεργάστηκε με την εφημερίδα «Καθημερινή», όπου δημοσίευσε κριτικά δοκίμια. Το 1944 εξέδωσε την «Ursa Minor» . Ακολούθησαν η «Εκλογή Β΄» (1962), το οδοιπορικό » Άσκηση στον Άθω» (1963), το ταξιδιωτικό κείμενο «Μολδοβαλαχικά του Μύθου», οι μελέτες «Friedrich Holderlin, 1970-1843-1970» και «Εθνεγερσία: Σολωμός, Κάλβος», και οι συλλογές δοκιμίων «Ο Τετραπέρατος κόσμος» (δυο τόμοι) και » Όπου ην κήπος». Ασχολήθηκε επίσης με τη λογοτεχνική μετάφραση και συνεργάστηκε με τα περιοδικά Ελλάς, Οι Νέοι, Λόγος, Λύρα, Μούσα, Πειθαρχία, Πρωτοπορία, Ρυθμός, Νέα Γράμματα, Νέα Εστία, Ελεύθερα Γράμματα, Χρονικά Αισθητικής κ.α.

Ο Τάκης Παπατσώνης τοποθετείται από τους ιστορικούς της λογοτεχνίας στην ποιητική γενιά του τριάντα, ως μια ιδιαίτερη όμως περίπτωση που υπερβαίνει τις όποιες κατηγοριοποιήσεις. Υπήρξε ένας από τους εισηγητές του ελεύθερου στίχου στη μοντέρνα ελληνική ποίηση. Το ποιητικό του έργο χαρακτηρίζουν ποικίλες δημιουργικά αφομοιωμένες επιδράσεις και έντονα προσωπικό ύφος στα πλαίσια του μυστικιστικού και θεολογικού στοχασμού του.

Πηγή: ekebi.gr

***

Γυναίκα αυστηρών αρχών και ηθικής αψόγου, η Λεβίνα
εφρόντιζε το σπίτι της, κυρίως την κουζίνα.
Πέρσι το καλοκαίρι ξαφνικά, ως άπλωνε τα ρούχα
«Φεύγω για Βάιες αύριο, θέλω λουτρά θειούχα»,
είπε στον άντρα της και έφυγε ευθύς την επομένη
πλην πήγε Πηνελόπη εκεί και γύρισε Ελένη.

Πηγή:
Η Ρώμη και ο κόσμος της, Θεσσαλονίκη, 2005

Εικονογράφηση:
Σταύρος Χατζηϊωάννου, Το κόκκινο γάντι, 2006

***

Ποιος με κοιτάει; ξυπνάει μέσα στο χνούδι μου ένα ρίγος
και του πουλιού είμαι η χόρταση στην αντηλιά
μες στη σιωπή μου αρχίζει η ανθοβολή και ο τρύγος
κι ο καρπός δένει στην ελιά.

Καμπύλο είναι το βλέμμα μου τ’ άστρο με τ’ άστρο ως δένει
και τ’ όνειρό μου μαγνητίζει φωτεινές τροχιές
είναι η φωνή μου με το ηλιόκαμα ζευγαρωμένη
κι ό,τι μου δίνει η κάψα μού το παίρνουν οι βροχές.

Ξέρεις ετοιμοθάνατο ον; το μυστικό είναι πως
ό,τι πεθαίνει μέσα μας έξω μας είναι φως.

* * *

Όλες οι αισθήσεις μου μαζί στον ήλιο αεροτρεμίζουν
σαν φύλλα που στο πέταγμά του τράνταξε ο ερωδιός
άρπα μονόχορδη το σώμα μου το φωτοαγγίζουν
τα ρημαγμένα ουρανοδάχτυλα της Ηώς.

* * *

Πέτα όπου θες, τι τά ’χεις τα νιοφύτρωτα φτερά
κι εντός σου έχεις τη δύναμη για να σηκώσεις και όρη
σ’ αγκάθια και σε βάτα μέσα αστραφτερά
γίγαντα η μέρα από ψηλά σ’ εκυοφόρει.

Νά ’σαι της νύχτας —ρώταγε η ερωτοδότρα αυγή—
νά ’σαι της νύχτας το ένστικτο κι η αγρύπνια;
κι αν η ψυχή σου λαχταράει μ’ ένα άσμα σου να βγει,
σαν Ενδυμίωνα σού ’δωσαν για θάνατο τα ενύπνια.

Ξέρεις ετοιμοθάνατο ον; Το μυστικό είναι πως
ό,τι πεθαίνει μέσα μας έξω μας είναι φως.

* * *

Είπα δεν έχω πια φωνή κι ούτε με φύτεψε ον
είναι σαν να με γέννησαν ερωτοανάσες θεών.

Ο καθείς έχει δυο φτερά για να πετά εδώ κάτου
ο θεός εχτές που τά ’δωκε τα θέλει αύριο δικά του.

Όσο πετάω και τραγουδώ ποτέ δεν θα πεθάνω
κι όλα αν αλλάζουν γύρω μου, εγώ στο δέντρο επάνω

θά ’μαι μονάχα μια φωνή στη φύση που απεκρίθη
ο κόσμος είναι ανάμνηση που αρχίζει από τη λήθη.

Νεβρόπολις Ταυρωπού
Καλοκαίρι 1984

Πηγή:
Το Προεόρτιον, 1984

Εικονογράφηση:
Στέφανος Πάσχος, Γυμνό, αναλογική λήψη και επεξεργασία, 1986

***

Σαν ρόδι που έσκασε κι έπεσε απ’ τη ροδιά
τα λόγια μου είναι τα σπυριά του που έχουνε σκορπίσει
σπίνοι μυρμήγκια σκώληκες κι ότι προστάζει η μυρωδιά
ζητούν από το θάνατο το αθάνατο μεθύσι.

«Ποιος είσαι;» τις χιλιάκουγα να με ρωτούν φωνές
μα έσβηνε κι όλο μού έσβηνε η φωνή μου ν’ απαντήσει
μόνο το φως σου έβλεπε το μάτι μου απλανές
που τύλιγε το σάπιο μου κορμί για να το ντύσει

μα εκείνο βόγκαε μέσα του να γίνει ένα τζιτζίκι
κι από τα μάτια της θεάς στα δέντρα έχει κρυφτεί,
αμέριμνο όπως κάθεται σε ταπεινό ένα ρείκι
ακούγεται στον πλάτανο ή σε μια ιτιά σκυφτή.

Τα μάτια του είναι αμέτρητα τη ροδαυγή ως κοιτάζουν
κι έχει μια διάφανη κοιλιά που τρέμει μες στο φως
και διαμαντένια της Ηώς τα μάτια δάκρυα στάζουν
μα αθέατο μένει κι άπιαστο τζιτζίκι ο Τιθωνός.

Πηγή:
Το Προεόρτιον, 1984

Εικονογράφηση:
Στέφανος Πάσχος, Γυμνό, αναλογική λήψη και επεξεργασία, 1997

***

Όλα τα ρυάκια τις βροχές τα νέχταρά σου φύση
τα ζαρωμένα μάτια μου στο φως έχουν ρουφήσει.

Μια σε κοιτάζω μέσα μου και μια σε βρίσκω απ’ έξω
στο κάλεσμα του μυστικού σου είμαι έτοιμος να τρέξω

με αδύναμα νεφρά καρδιά και με κομμένα μέλη
και με τη μνήμη ολόξερη κερήθρα δίχως μέλι.

Μα ολόστεγνο προτού βρεθώ κουφάρι το χειμώνα
το κορμί βόγκαε μέσα του βαριά κι ανυπομόνα’

να γίνουν διάφανα φτερά τό ’να και τ’ άλλο χέρι
και τζίτζικας να τραγουδάω μόνο ένα καλοκαίρι.

Πηγή:
Το Προεόρτιον, 1984

Εικονογράφηση:
Στέφανος Πάσχος, Γυμνό, αναλογική λήψη και επεξεργασία, 1997

***

Βαθιά σου αντιζυγιάζεται το νάτριο με το χλώριο
σταλαγματιά αστροθάλασσας φωτιάς πολλοστημόριο.

Ω νά ’κουγες το στρόβιλο της αρμονίας των ιόντων
κραύγαζε μες στη δίψα σου το μυστικό των όντων.

Το κάλιο δίνει στη φωτιά τη λάμψη, το μαγνήσιο
κάμνει να δείχνει πιο όμορφο το ψεύτικο απ’ το γνήσιο

κι ο άνθρακας ψευδάργυρους σμίγει ν’ αναμετρήσει
τη ρίζα από το φύλλωμα το σύννεφο απ’ τη βρύση.

Σαν το άστρο, τό ’χεις μέσα σου που θα σε τρώει το στόμα
τα γηρατειά αντιμάχονται τις στάχτες και το χώμα

κι ακόμη στων καλοκαιριών τη φλόγινη ανυδρία
στάλα τη στάλα μέσα σου σε ξεδιψάει μια υδρία

και κάτι από τα σπλάχνα σου φτερό πάει να φυτρώσει
φτερό διπλό σε φτερωτό να σε μεταμορφώσει.

Πηγή:
Το Προεόρτιον, 1984

Εικονογράφηση:
Στέφανος Πάσχος, Γυμνό, αναλογική λήψη και επεξεργασία, 1997

***

Ψάξε το σώμα σου, άκουσα από μέσα να μου λέει
ο αντίλαλος που χάθηκε απ’ το μάτι του Πανός
τα γερασμένα χέρια και τα πόδια σου τα καίει
χωρίς να τ’ αφανίζει η αργή φωτιά του μηδενός.

Πίσω απ’ την αίσθηση μονιάζει ο χρόνος πλάι στο χέρι
που και στον τάφο φλέγεται από χάδι ερωτικό
σώμα μου αστράφτεις το ίδιο κάθε νύχτα ή μεσημέρι
στης Ηώς τα μάτια ως ξαναλάμπεις νεανικό.

Πηγή:
Το Προεόρτιον, 1984

Εικονογράφηση:
Θοδωρής Δασκαλάκης, La rivoluzione siamo noi III, 2008