.

Στον Άγγελο Σ. Βλάχο

Μ’ εξήντα πέντε πέτρινα φουγάρα
και τρεις αντένες πίσω στα πρυμνά
σαλπάρησε το «Ναβουχοδονόσορ»
το πλοίο που δεν πάει πουθενά. . .

Χρόνια πλανιέται δίχως επιβάτες
κι έχει στ’ αμπάρια πίσσα και μπετόν
και το κατάστρωμά του είναι γεμάτο
με τις ψυχές των άσημων ποιητών. . .

Οι στίχοι τους τρικλίζουν μεθυσμένοι
σαν ανθρωπάκια μαύρα σε cartoon
κι όλο γυρεύουν της αθανασίας
κάποιο λιμάνι ν’ αποβιβαστούν. . .

Όμως μια ξέρα στ’ άγναντο δε βρίσκουν
μόνο νεκρούς απ’ τον «Τιτανικό»
κι απελπισμένες ψάχνουν οι ψυχές τους
μιας χίμαιρας να βρουν το ιδανικό. . .

Είν’ όλοι τους οχτώ χιλιάδες έξι
στη γη που δεν τους διάβασε κανείς
κι ένας εγώ στην όχθη που προσμένω
γραμμένος σε μια λίστα αναμονής. . .

Πλοίο τρελό, μ’ αλλόκοτο φορτίο
στην ουτοπία χάνεται και σβεί,
χρόνοι ληστές αφάνισαν τους στίχους
κι οι ποιητές απόμειναν βουβοί. . .

Μ’ εξήντα πέντε πέτρινα φουγάρα
και τρεις γοργόνες πίσω στα πρυμνά
ναυάγησε το «Ναβουχοδονόσορ»
το πλοίο που δεν πήγε πουθενά.

Λευκή μουσική, 1998