.

Κρυφά σταματάμε σαν πέφτει το δείλι,
οκνοί στρατοκόποι στη μέση του δρόμου.
Στεκόμαστ’ εδώ, με σφιγμένα τα χείλη,
εκπρόσωποι σάπιοι ασήμαντου νόμου.

Οκνοί στρατοκόποι, στη μέση του δρόμου . . .
Κι οι άλλοι περνούν με γερμένο κεφάλι
(εκπρόσωποι —σάπιοι— ασήμαντου νόμου)
μα είμαστε ίδιοι κι εμείς και οι άλλοι.

Κι οι άλλοι περνούν με γερμένο κεφάλι,
διαβάτες σκυφτοί σε στρυφνό μονοπάτι —
μα είμαστε ίδιοι κι εμείς και οι άλλοι :
χαμένες ψυχές σ’ αχυρένιο παλάτι.

Διαβάτες σκυφτοί, σε στρυφνό μονοπάτι,
και βήμα το βήμα ένας ένας τραβάμε,
χαμένες ψυχές, σ’ αχυρένιο παλάτι
που φοβόμαστε τόσο: γι’ αυτό προχωράμε.

Και βήμα το βήμα ένας ένας τραβάμε
—άσωτοι γιοι της Μεγάλης Μητέρας—
που φοβόμαστε, τόσο, γι’ αυτό προχωράμε
τη δειλή μας πορεία στο φέγγος της μέρας.

Άσωτοι γιοι της Μεγάλης Μητέρας,
σκιαγμένοι απ’ τα δώρα που η νύχτα θα στείλει,
τη δειλή μας πορεία στο φέγγος της μέρας,
κρυφά σταματάμε σαν πέφτει το δείλι . . .

Πρώτη δημοσίευση

Advertisements

.

Το νησί είχες αφήσει τον καιρό του πολέμου
λησμονιά προσπαθούσες να βρεις, μα του κάκου
πάντα σ’ έφερνε πίσω το τραγούδι του ανέμου
να μιλήσεις φοβόσουν τώρα σώπα και άκου !
Δες: τα σύννεφα παίρνουν ξανά τη μορφή σου
όσα νόμιζες πια πεθαμένα θυμήσου !

Το μυαλό σου γυρίζει στο σβησμένο καντήλι
και μια κόρη θλιμμένη που κούναε μαντήλι
Τάχα ποιος να προσμένει τώρα πια στο νησί σου ;
Ένας τύμβος μονάχος που κοιμάται η αδερφή σου
και ο άνεμος που όλο γυρίζει και κλαίει,
στα χαλάσματα πάνου το τραγούδι σού λέει . . .

Η πομπή προχωράει με τραγούδια θανάτου
τη Λητώ μη θρηνήσεις που για πάντα εχάθη
μ’ αν ο ήλιος κατέβει στης αρμύρας τα βάθη
στο νησί των ανέμων, όλα πάλι δικά του.
Δε θα στέκουμε άλλο με σκυμμένο κεφάλι
το νησί θα φωτίζεις με τη λάμψη σου πάλι !

Γυάλινες βάρκες, 2010