21. Ανθολογία Αυγής, Γ. Νίκας, 25.11.14

Advertisements

.

Tο ακουαφόρτε είναι πικρό,
σου καίει το λαρύγγι.
Το ξυραφάκι κοφτερό
και η θηλιά σε σφίγγει.
Τα όπλα είναι παράνομα
και τα χαπάκια επίσης.
Βρωμάει το γκάζι άσχημα.
Καλύτερα να ζήσεις.

Ξένοι λυρικοί, 2003

.

. . . Ο Κάτουλλος, δόξα στους θεούς, μ’ άφησε γεια.
Μια συμβουλή σου δίνω, αγαπητή :
Πάρε όποιον σου αρέσει για εραστή
αλλά ποτέ ποιητή. Όλοι τους είναι για

δέσιμο. Ψάχνουν αφορμές κι αιτίες
–σ’ έναν καβγά, σ’ ένα φιλί– θλιμμένα
για να σκαρώσουν ποιηματάκια. Εμένα
πάντα μ’ αρέσανε οι επιχειρηματίες.

Αυτό που έγραψε για το νεκρό
αηδόνι (τόσο ανούσιο κι απωθητικό)
του είπα πως το βρήκα συγκινητικό.
Τι βλαξ ! Φαντάσου, τα πουλιά δεν τα μπορώ . . .

Ξένοι λυρικοί, 2003

.

.

Στον Γιώργο Κακουλίδη

Κοιμήσου και παράγγειλα
δραγάτη το φεγγάρι
γέρνει σαν υπνοφαντασιά
λάμπει σαν παλικάρι
που νίφτηκε στολίστηκε
πέρασε φυλαχτάρι
της άνοιξης το κάλεσμα
στα στήθια κεχριμπάρι
στη μέση ζώστηκε σπαθί
στο χέρι το κοντάρι
να χτυπηθεί με το θεριό.

* * *

Του Αηγιωργιού η χάρη
κάθεται στα μαλλάκια του
σγουρά σαν το μανάρι
χτυπάει ο δράκος μια φορά
χτυπάει ο νιος σαράντα
πηδάει το αίμα του θεριού
ποτίζει το χορτάρι
βογγούν οι υψηλές κορφές
αχούνε τα φαράγγια
λιώνουν τα χιόνια στα βουνά
με τ’ Αηγιωργιού τη χάρη
κινάει ο νιος ο τυχερός
τη λυγερή να πάρει.

Ευθύνη, τχ. 284, Αύγουστος 1995

.

Κρυφά σταματάμε σαν πέφτει το δείλι,
οκνοί στρατοκόποι στη μέση του δρόμου.
Στεκόμαστ’ εδώ, με σφιγμένα τα χείλη,
εκπρόσωποι σάπιοι ασήμαντου νόμου.

Οκνοί στρατοκόποι, στη μέση του δρόμου . . .
Κι οι άλλοι περνούν με γερμένο κεφάλι
(εκπρόσωποι —σάπιοι— ασήμαντου νόμου)
μα είμαστε ίδιοι κι εμείς και οι άλλοι.

Κι οι άλλοι περνούν με γερμένο κεφάλι,
διαβάτες σκυφτοί σε στρυφνό μονοπάτι —
μα είμαστε ίδιοι κι εμείς και οι άλλοι :
χαμένες ψυχές σ’ αχυρένιο παλάτι.

Διαβάτες σκυφτοί, σε στρυφνό μονοπάτι,
και βήμα το βήμα ένας ένας τραβάμε,
χαμένες ψυχές, σ’ αχυρένιο παλάτι
που φοβόμαστε τόσο: γι’ αυτό προχωράμε.

Και βήμα το βήμα ένας ένας τραβάμε
—άσωτοι γιοι της Μεγάλης Μητέρας—
που φοβόμαστε, τόσο, γι’ αυτό προχωράμε
τη δειλή μας πορεία στο φέγγος της μέρας.

Άσωτοι γιοι της Μεγάλης Μητέρας,
σκιαγμένοι απ’ τα δώρα που η νύχτα θα στείλει,
τη δειλή μας πορεία στο φέγγος της μέρας,
κρυφά σταματάμε σαν πέφτει το δείλι . . .

Πρώτη δημοσίευση

.

Το νησί είχες αφήσει τον καιρό του πολέμου
λησμονιά προσπαθούσες να βρεις, μα του κάκου
πάντα σ’ έφερνε πίσω το τραγούδι του ανέμου
να μιλήσεις φοβόσουν τώρα σώπα και άκου !
Δες: τα σύννεφα παίρνουν ξανά τη μορφή σου
όσα νόμιζες πια πεθαμένα θυμήσου !

Το μυαλό σου γυρίζει στο σβησμένο καντήλι
και μια κόρη θλιμμένη που κούναε μαντήλι
Τάχα ποιος να προσμένει τώρα πια στο νησί σου ;
Ένας τύμβος μονάχος που κοιμάται η αδερφή σου
και ο άνεμος που όλο γυρίζει και κλαίει,
στα χαλάσματα πάνου το τραγούδι σού λέει . . .

Η πομπή προχωράει με τραγούδια θανάτου
τη Λητώ μη θρηνήσεις που για πάντα εχάθη
μ’ αν ο ήλιος κατέβει στης αρμύρας τα βάθη
στο νησί των ανέμων, όλα πάλι δικά του.
Δε θα στέκουμε άλλο με σκυμμένο κεφάλι
το νησί θα φωτίζεις με τη λάμψη σου πάλι !

Γυάλινες βάρκες, 2010

 

.

Πατρίδα έχω τα βουνά, τις λίμνες και τ’ αγκάθια,
τα βοσκοτόπια τα χλοερά κι όλα τα κατακάθια.

*

Πατρίδα μου η Πάρνηθα που κάρβουνο έχει γίνει,
πατρίδα μου ο ανεύθυνος που δεν σηκώνει ευθύνη.

*

Πατρίδα μου είναι οι θάλασσες κι όλα τα ξερονήσια
που επιτελούνται τουρισμός και ξέφρενα γαμήσια.

*

Πατρίδα μου είναι ο Εφραίμ, οι βίλες και οι πισίνες.
Η Κλυταιμνήστρα που έγινε φόνισσα στις Μυκήνες.

*

Πατρίδα μου είναι οι υπουργοί, η Ζήμενς κι ο Τσουκάτος,
της Βιστωνίδας το νερό, οι όχθες και ο πάτος.

*

Πατρίδα μου το Ψυχικό, που όποιος το περπατήσει
θα νιώσει πως ανήκουμε αληθινά στη Δύση.

*

Πατρίδα μου η Αχαρνών και η πλάζα Κουμουνδούρου.
Κάθε γωνιά κι ένας καημός και το άρωμα του. . . ούρου.

*

Πατρίδα μου τα Ζωνιανά κι ο κουμπουροκουμπάρος
που στάζει από λεβεντιά και τον φοβάται ο Χάρος.

*

Πατρίδα μου το μακιγιάζ των πάντων κι όπως λάχει,
και ο Λεωνίδας στα στενά που έπεσε στη μάχη.

*

Πατρίδα μου η Ολυμπιακή που με φτερά σπασμένα
την παν για παρθενορραφή να πουληθεί. . . παρθένα.

*

Πατρίδα μου οι λιπαρές κοιλάρες των Ελλήνων,
τα τέσσερα επί τέσσερα και η δόξα των κρετίνων.

*

Πατρίδα μου τα διόδια και η κόκα που ρουφάμε.
Θρησκεία, πάστρα, πουτανιά: ωραία δεν περνάμε;

*

Πατρίδα μου έχω τη σιωπή και το δωμάτιό μου,
τον θρήνο της γειτόνισσας μες στον φωταγωγό μου.

*

Πατρίδα έχω μια στιγμή του ξύπνιου και του ονείρου
και ψάχνω στο τηλέφωνο τα εγγόνια του Ομήρου.

Ελευθεροτυπία, 11.10.2008

.

Φορώντας το ταλέντο τους σαν λαμπερή στολή,
οι ποιητές κρατάνε τη γνωστή σ’ όλους σειρά τους.
Με κεραυνούς και μ’ αστραπές μάς κόβουν τη χολή,
πεθαίνουν νέοι, ή μοναχοί περνάν τα γερατειά τους.

Μπροστά μπορούν να ορμήσουν σαν ουσάροι. Αυτός
πρέπει το παιδικό του να ξεχάσει δώρο, να ’ναι
αδέξιος, κακομούτσουνος και βαρετός
ώστε στο διάβα του οι περαστικοί να μη γυρνάνε.

Για την εκπλήρωση της πιο μικρής του επιθυμίας
πρέπει να γίνει ενσάρκωση της τέλειας ανίας,
να γίνει σκλάβος του έρωτα, να ’ναι με τους δικαίους
δίκαιος, αλλά πιο χυδαίος από τους χυδαίους,
και πάνω στο ασήμαντο το πρόσωπό του να
τραβήξει αγόγγυστα όλα των ανθρώπων τα δεινά.

Γ. Νίκας, Ξένοι λυρικοί, 2003

.

1.

Στον κάμπο πέρα
τα απλωμένα φέγγουν
ρούχα των παιδιών.

2.

Οι πεποιθήσεις
οι πιο ισχυρές γίναν
τερματοφύλακες.

3.

Οι ελαιώνες
όσο περνούν οι καιροί
ασημίζουνε.

4.

Κι αν ήταν νοτιάς
που θα μας έσωζε τι
το βοριαδάκι;

5.

Δεν ξέρω ποτέ
αν ξεκινώ ή μήπως
πίσω γυρίζω.

6.

Τυλίγομαι σε
μια από τις εκδοχές
να προσχωρήσω.

7.

Όπου κοιτάζω
βρέχει ξαφνικά όπου
ανασαίνω φυσά.

8.

Πόσες ορφάνιες
παθαίνουμε για ένα
γλυκό του βλέμμα.

9.

Περιμένοντας
το φως της χαραμάδας
ασάλευτη.

10.

Το τελευταίο
βλέμμα πριν την έκσταση
να προλάβαινα.

11.

Η οδύνη του
να μην είσαι ενώ θες
ποτέ πια παρών.

12.

Κρύβεται πάντα
το πιο βαθύ μαύρο στο
ήσυχο λευκό.

13.

Το σώμα μου δες
εξατμίζεται πάλι
νιφάδες χιονιού.

14.

Θ’ ανασύρω τα
βελούδα του έρωτα
πληγή της αγάπης.

15.

Βραδιάζει, τσέρκι
παίζουν στις γειτονιές με
φωτοστέφανα.

16.

Το κοιμισμένο
σώμα της σωσίβιο
νύχτας έγινε.

17.

Χρόνου μυστικά
περάσματα ποτέ δεν
ξαναμαρτυρώ.

.

Εμβόλιμον, τχ. 51-52, Άνοιξη 2005

.

Αν λες ότι είμαι αδέξια ερωμένη,
ότι έχω πια περάσει τα τριάντα
κι ότι πολύ με βρίσκεις ξιπασμένη,
εγώ θα μένω στο πλευρό σου πάντα.

Κι αν λες ότι δεν είμαι πια ωραία,
ότι μελαγχολία έχω μεγάλη
και κάνω με το διάβολο παρέα,
πάλι η καρδιά μου για σένα θα πάλλει.

Αλλά αν τα ποιήματά μου κριτικάρεις
στο χέρι τα παπούτσια σου θα πάρεις.

Γ. Νίκας, Ξένοι λυρικοί, 2003

.

Μ’ άφησες μόνο ο διάολος να πάρει τη μοίρα μου
θα σ’ είχα σφάξει αν ήταν του χαρακτήρα μου
μ’ ένα σαλάμι αφημένο καιρό στο ψυγείο
είπα λοιπόν κι εγώ να σου κάνω έν’ αστείο

Και πήρα στο τμήμα αμέσως και τους τηλεφώνησα
και παγωμένα τους είπα πως σε δολοφόνησα
στη μηχανή του κιμά είπα σ’ είχα λιανίσει
κι ένα σαλάμι με σένα πως είχα γεμίσει

Και ήρθαν στο σπίτι αμέσως για να με πιάσουνε
και στα μπαλκόνια βγήκανε για να μη χάσουνε
πω πω να δεις το αίμα του πλήθους παγώνει
μ’ ένα σαλάμι που παίρνανε σ’ ένα σεντόνι

Και πρώτη σελίδα να γράφει ο Τύπος διάφορα
και ν’ απορώ κοίτα ρε πως τα κατάφερα
για να σε κάνω κοντά μου ξανά να γυρίσεις
στ’ αλλαντικά να κοπούν εντελώς οι πωλήσεις

Και πλάκες επίσης γινήκαν στην αναπαράσταση
που μου τη βαράει κι αρχίζω κι εγώ την παράσταση
τους δείχνω νά φέτες κόβω απ’ το σαλαμάκι
και τους ρωτάω αν έχει κανένα ουζάκι

Που λες τους τη δίνει να θέλουνε να με λιντζάρουνε
και για μια πλάκα την κεφαλή να μου πάρουνε
κάπου εδώ μωρό μου τ’ αστεία τελειώνουν
προφυλακιστέο με βγάζουν και μέσα με χώνουν

Και λέω την αλήθεια και τώρα πια δε με πιστεύουνε
τρελοί και γιατροί μες στο Δαφνί μ’ αποφεύγουνε
και περιμένω μωρό μου να ρθεις να τους πεις
πως είσαι καλά δεν είσαι σαλάμι και ζεις

Βασίλης Νικολαΐδης, Το αστείο, 1982

.

Τη στιγμή στο κορμί σου κρατάς ζηλεμένα
τα φορέματα αστράφτουν στον καθρέφτη της σάλας
τα πατώματα τρίζουν τα μάτια αναμμένα
τα τακούνια αντηχούν στα πλακάκια της σκάλας

Τα φορέματα αστράφτουν στον καθρέφτη της σάλας
τζαμωτά δακρυσμένα το φως διυλίζουν
τα τακούνια αντηχούν στα πλακάκια της σκάλας
πλατανόφυλλα γύψινα τα γείσα στολίζουν

Τζαμωτά δακρυσμένα το φως διυλίζουν
παγωμένη η ανάσα του σπιτιού σε τυλίγει
πλατανόφυλλα γύψινα τα γείσα στολίζουν
σκούρα έπιπλα, τούλια και η σόμπα είναι λίγη

Παγωμένη η ανάσα του σπιτιού σε τυλίγει
τα τακούνια σου ανάψαν φωτιές στα πλακάκια
σκούρα έπιπλα, τούλια και η σόμπα είναι λίγη
καμφορά και μπαγιάτικος καπνός στα τασάκια

Τα τακούνια σου ανάψαν φωτιές στα πλακάκια
ο ζεϊμπέκικος μες στο μυαλό σου γυρίζει
καμφορά και μπαγιάτικος καπνός στα τασάκια
πατσουλί και μπαχάρι το δέρμα σου αχνίζει

Ο ζεϊμπέκικος μες στο μυαλό σου γυρίζει
τα πατώματα τρίζουν τα μάτια αναμμένα
πατσουλί και μπαχάρι το δέρμα σου αχνίζει
τη στιγμή στο κορμί σου κρατάς ζηλεμένα

nuxterina.blogspot.com, 2007

.

Δεν ήταν η μορφή μα η απουσία
το μεταφυσικό της άρωμα
στο φως, η ασώματη αφή·
δεν λέγεται Σαπφώ ή Σοφία
μα τ’ όνομά της ήταν ήδη εκεί.

Εις ύστερον έρωτα, 1985

.

Στον Άγγελο Σ. Βλάχο

Μ’ εξήντα πέντε πέτρινα φουγάρα
και τρεις αντένες πίσω στα πρυμνά
σαλπάρησε το «Ναβουχοδονόσορ»
το πλοίο που δεν πάει πουθενά. . .

Χρόνια πλανιέται δίχως επιβάτες
κι έχει στ’ αμπάρια πίσσα και μπετόν
και το κατάστρωμά του είναι γεμάτο
με τις ψυχές των άσημων ποιητών. . .

Οι στίχοι τους τρικλίζουν μεθυσμένοι
σαν ανθρωπάκια μαύρα σε cartoon
κι όλο γυρεύουν της αθανασίας
κάποιο λιμάνι ν’ αποβιβαστούν. . .

Όμως μια ξέρα στ’ άγναντο δε βρίσκουν
μόνο νεκρούς απ’ τον «Τιτανικό»
κι απελπισμένες ψάχνουν οι ψυχές τους
μιας χίμαιρας να βρουν το ιδανικό. . .

Είν’ όλοι τους οχτώ χιλιάδες έξι
στη γη που δεν τους διάβασε κανείς
κι ένας εγώ στην όχθη που προσμένω
γραμμένος σε μια λίστα αναμονής. . .

Πλοίο τρελό, μ’ αλλόκοτο φορτίο
στην ουτοπία χάνεται και σβεί,
χρόνοι ληστές αφάνισαν τους στίχους
κι οι ποιητές απόμειναν βουβοί. . .

Μ’ εξήντα πέντε πέτρινα φουγάρα
και τρεις γοργόνες πίσω στα πρυμνά
ναυάγησε το «Ναβουχοδονόσορ»
το πλοίο που δεν πήγε πουθενά.

Λευκή μουσική, 1998