.
στον Γιώργο Κακουλίδη

Η σκοτεινή της μήτρα αναδεύει
και σάμπως μπάσταρδο κι απόψε σε ξερνά·
στον κύκνο σου λαιμό θηλιά περνά
το χέρι της Σειρήνας· και σε ζεύει.

Τα πόδια σου πριόνισε η προπέλα
κι όλη τη νύχτα αλυχτάς σκυλί λυτό·
πάλι θα λεν τη μάνα σου Λητώ
και τη σπασμένη κάμα σου Μαρκέλλα.
 
Σε ποιο λιμάνι τ’ ουρανού να σκάψω τάφο,
νὰ σε ρουφήξει ποια θεόρατη κοιλιά;
Θα πνίγεις στο σκοτάδι τα σκυλιά
κι εγώ απ’ τον πάτο της ζωής μου θα σου γράφω.

Μετά τα μυθικά, 1996

στον Χρήστο Κεραμίδα

Χιόνι σεντόνι τρυφερό για του φιδιού τον ύπνο.
Χιόνι και πένθιμο σκυλί βραχνός προφήτης.
Με νύχια παγωμένα ο λύκος κρύβεται.
Με φόβο οι ζωντανοί την πόρτα κλείνουν.
Κοιτάς απ’ το παράθυρο: Καπνίζουν τα πηγάδια.
Χιόνι· κι ανάψαν τη φωτιά στον κάτω κόσμο.
Ο κυνηγός στο πέρασμα το σπίρτο πίνει.
Τον λύκο, που εχύμηξε πίσω του, δεν τον βλέπει.
Νύχτα με πένθιμο σκυλί στον σάπιο φράχτη
.
Κι οι πεθαμένοι ακούν· και περιμένουν.

Με των αλόγων τα φαντάσματα, 1985

.

Στον Μιχάλη Γκανά

Θα είναι νύχτα και θα ουρλιάζουν τα βατράχια
και τα σκυλιά θα σεργιανούν στην αγορά
και εσύ μ’ ένα μαχαίρι στα νεφρά
θα συντροφεύεις τα φαντάσματα στα βράχια.

Εκείνος θα ’ρχεται απ’ τ’ ανέμου τον κρυψώνα
–ξύλινα πόδια που κοντεύουν την οργιά–
και συ με τον ανάπηρο σουγιά
θα σκάβεις πάλι τ’ όνομά του στον αιώνα.

Σε κούφια μέρα θα γλιστράς τυφλός σακάτης
θα ’ν’ όλος αίμα του σκυλιού σου ο ζουρνάς
κι αν φύγεις όλο πίσω θα γυρνάς
στα μαυρολίθαρα δεμένος απελάτης.

Ορεινό καταφύγιο, 1983

.

Της νύχτας και του ανέμου Federico
Garcia Lorca, πέφτει πέντε η ώρα.
Τ’ άλογο πάει μιαν άδεια νεκροφόρα·
στ’ αλώνι πολεμά ταύρος με λύκο.
Σε παίρνει η δημοσιά, για να σε βγάλει
κει που η αστραπή κλωσάει την αστραπή της.
Του φεγγαριού το πέταλο, μαγνήτης,
σέρνει το ματωμένο σου κεφάλι
κουρέλια φασκιωμένο της παντιέρας.
Φυσάει σκοτεινού θανάτου αέρας –
και πού να είν’ εκείνο τ’ άσπρο σάλι
που σου ’ριξε, όταν σ’ έπαιρναν, η νύφη;
Σκυλί τρελό τα κόκαλά του γλείφει
και σ’ άλλον κόσμο αρχίζει καρναβάλι.

Μετά τα μυθικά, 1996
(πρώτη δημοσίευση σε μόνοφυλλο, 1986)

.

Όταν χτυπά η βροχή στους τσίγκους
και σε τραβούν του ύπνου τα τελώνια
γλιστρούν στ’ άδειο πλακόστρωτο οι ίσκιοι
βρεμένοι ώς το κόκκαλο. Επιστρέφουν.
Τρυπώνουν στα ραγίσματα των τοίχων
ύστερα στα θεμέλια κατεβαίνουν·
βυθίζονται στου κόκορα το αίμα.
Όταν χτυπά η βροχή στους τσίγκους
και σε τραβούν του ύπνου τα τελώνια
έρχονται πίσω των σπιτιών οι πεθαμένοι·
σε γνώριμους βυθούς να ξεχειμάσουν.

Με των αλόγων τα φαντάσματα, 1985

268

Στον Μιχάλη Μπράβο

Τα μάτια σου θα σβήσει κιμωλία
ή κάρβουνο – ό,τι βρεθεί μπροστά του.
Θ’ ανυψωθείς με χάρη αεροστάτου
για ν’ ανταμώσεις τ’ άλλα ουράνια πλοία
με τα πανιά τα μαύρα. Και τα λεία
μαλλιά σου με το κόκκινο της βάτου
ένα θα γίνουν – φίδι και τ’ αυγά του.
Το χέρι που θα βάλει την τελεία
βγαίνει σφιχτά κρατώντας την ομπρέλα
που αρπάζεις και πηδάς έξω απ’ τον χρόνο
εδώ που είμ’ εγώ και σ’ αμπαρώνω
και μεσ’ από σωλήνες κι από φίλτρα
στη σκοτεινή σε σπρώχνω πάλι μήτρα
που θα γεννήσει θάνατο και τρέλα.

Με των αλόγων τα φαντάσματα, 1985