.

Βότανο γλυκύ της Θεοτόκου. Η φλόγα στο προσκυνητάρι. Πλάι,
Μαύρο χαράκι ριζιμιό. Κι απορημένο ελάφι πολλών ήχων.
Με γραφές χοϊκές – κι άλλα σημάδια.

Ήμουν επάνω στα βουνά
Στην περιδιάβαση τσ’ αυγής, στο πύρωμα τσ’ ακτίνας.
Με τ’ άλογό μου, τα σκυλιά, το θαρρετό πετρίτη,
Ολημερνίς να κυνηγώ· μ’ όπου ξαμώσω: σφάλλω,
Κι Άστρη πλουμίζω κι Ουρανούς, με λαμπερές σαΐτες.
Λαγοί κι αγρίμια, πέρδικες, θεριά, χαρές εφύγα,
Κι η όρεξή μου εχάθηκε, τα νάκαρά μου λίγα,
Που εθώρου κακοσύβαστοι να μ’ ακλουθού συντρόφοι
Κι ουδέ ψηφού τη γνώμη μου, και στανικώς τως τρέχου,
Άμοιαστα, κι επομείνα λες, δίχως εξάν αφέντη. . .

Πίβουλη μέρα! ’πέρασε, νυκτώθηκα από κόπου,
Γιατ’ ήσα νέφαλα κοντά, μα κι οι εμιλιές του τόπου
Σα δυο λιοντάρια εσίμωναν, σα δέκα αρματωμένοι,
Που για θανάτους εκατό, περνού συντροφιασμένοι
Και ξεριζώνου τα δεντρά, κόβγου, χαλού τσι στράτες,
Του φόβου, δίδου το ζιμιό, πάνω στο νου τ’ αθρώπου,
Μαύρα μαντάτα, κονταρές, χαλικισμό, και ζάλη.
(Ώρα δεν είναι να δειλιώ γή να καταλαγιάσω·
Ας πάγω ομπρός.) Κι απαρθινά, ήλαχα σ’ ένα δάσο
Βαθύ, και μ’ αναπνιά θολή κι αφορμισμένα φύλλα,
Μες στα κλαδιά αναστεναμούς κι αναλαμπές. Κι εκύλα
Παντόθες, μήλα αφτούμενα, με βια τ’ αστροπελέκι
Που ’μοιασ’ η γης λαβωματιά, μ’ άθου σταυρούς στη μέση.
Και μια μου ’σώπαινε η καρδιά, και μια ’θελ’ αρχινίσει
Και τ’ ανεπόλπιστά ’πιανε γοργά να σγουραφίσει:
Όριζε φως, κρούγει φτερά, ψηλά πετά και πηαίνει
Και του Κριτή το θάμασμα και μέγα πλούτος φέρνει.
Νιώθω τα μέλη σοθετά, πολλά γαληνεμένα,
Κουρφά ποτάμια και χρουσά στσι φλέγες μου λυμένα.
Περιλαμπάς, το ριζικό, με σπλάχνος φανερώνει
Μια κοίτη, που έρμη κι άραχλη, Νότο Βορρά φραμένη,
Να φυλακτώ, ν’ αναπαγώ, θαρρείς και μ’ ανιμένει.

Εκεί ηύρα το κλινάρι μου κοντά στο μεσονύχτι.
Κι οι σύντροφοι του κυνηγιού παραμεράς εγείραν.
Με λουχτουκιά ο Σιδερής, τρέμει κι αναχεντρώνει,
Γή μονιτάρου, κρύβγεται, κι αράσσει σα βερτόνι.
Εμάτωσέ μου την καρδιά, εδέτσι να ’ναι, κι ώστε
Με το κανάκι εμέρωσε, με το σιργούλιο γιαίνει,
Κι εγλύτωκε. Το πελελό κύμα φυρά τ’ ανέμου,
Μια σιγανάδα ευρίσκετο, που πέταλο να κλείσει,
κι από μακρά νιοφτέρουγο βαλθεί να πουρπουλίσει,
Και φλέγα με κρυγιό νερό στα σωθικά του βράχου,
Όλα πληθαίνου· στ’ όνειρο, πορεύγεται κι η Μοίρα.
Κι η Μοίρα μου π’ αναρωτά: ποιος είμαι; τί γυρεύγω;
Κι ως είναι σύνωρη η ψυχή, ζω γή θεληματεύγω;
Και πώς – μα ξάφνου φως πολύ δαφνόδεντρα μ’ ασήμι,
Χλωμός σκοπός κι αμάλαγος, π’ αργά γλιστρά και δίδει
Στο λογισμό τα δώρα του. Κι αντίκρυ μι’ ασπροφόρα
Στέκει ψηλά· μα χαμηλά, πετώντας φτάνει τώρα.
Κι ασάλευτη, ασυντρόφιαστη, σε καταχνιά περίσσα,
Πλουμί τ’ αγέρα φαίνεται, μεγαλωμένη κίσσα.
Όντε τρυπά το νέφαλο κι έρχεται πλια κοντά μου
Σιμά θωρώ το τέλος μου κι εσύρθηκ’ η καρδιά μου:
Στ’ αλάργο, στ’ αθεμέλιωτο, στο πύργωμα του χρόνου,
Κι ως ήκαμα ν’ ακροσταθώ, στη λάμψη της επόνου.
Παντού κεντά· την όψη της μ’ ανάερη καλύπτρα
Κρύβει, και παίρνει και σκορπά του πόθου μου τα λύτρα,
Ζάλο το ζάλο φέρνοντας δάκρυα λησμονημένα,
Που χρόνους κι αν υπόμενα φεγγοβολού στον ένα.
Μαργαριτάρια, αμέθυστοι, βηρύλλια. . . μια καδένα

Πλατιά πάνω στο στήθος της, κι απολιγού κιανένα.
Κι ήλεγες με το σείσμα της, στη βλογημένη στράτα,
Σμάλτο ριζώνει πρόθυμο, Γης κι Ουρανού τα νιάτα.
Και με τη θείαν ελικιά, Ψυχή που εφανερώθη
Σαν απ’ τον αγγελοκρουμό, καλή ψυχή μού εδόθη.
Και ξάφνου, π’ αναντράνισα, μια φλόγα με τυλίσσει
(Στη δυνατότερη πηγή να ’σωνα, δε θα σβήσει).
Τότες εκείνη, μες στο φως, που ανθεί και κρίνει αντάμα
Τα χέρια ανοίγει· στάθηκε· κι εφάνιστή μου – (θάμα;)
Πως μ’ ανιμένει, πως μιλεί, γελά. . . μ’ απείς εστράφη,
Του κόσμου πηαίνω ο μοναχός, που ψάχνει τ’ άσπρο ελάφι . . .

Αρχιπέλαγος, 1997