.

Θέλω να πω τα μάτια σου. Σωπαίνω.
Πώς την ηδύτητα να πεις, πώς την αρμύρα,
αν τύχει και συγκατοικούν. Μαθαίνω
απ’ την αρχή τη θάλασσα, απ’ την αρχή την πύρα.

Θέλω να πω τα χέρια σου. Μ’ αγγίζουν
και λες πεζεύει ο χάροντας, λες ξαναρχίζει ο χρόνος.
Τα δόντια σου θέλω να πω. Με ορίζουν
με κόβουν και μ’ αλέθουνε. Με ακεραιώνει ο πόνος.

Τα χείλη σου θέλω να πω. Πώς νεύουν,
πώς με καλούν, πώς με ζωγρούν, πώς περιέχουν
το φόβο, πώς τον έρωτα τελούν, πώς θαλασσεύουν.
Ό,τι κι αν πω, τα λόγια σου λέω, που με κατέχουν.

Στον έρωτα τα χέρια μας πληθαίνουν
τα μάτια γίνονται ουρανός αστερωμένος
το σώμα σύμπαν που διαστέλλεται αενάως
και κόσμος γίνεται του άθλιου νου το χάος
Βαραίνουνε στον έρωτα οι λέξεις κι ομορφαίνουν
Κι ο πόθος πάντοτε σκιρτά σαν πτόρθος διψασμένος.

Ρήματα, 2009

Advertisements

.

Λέξη στου λεξικού κρυμμένη τις σελίδες,
πες κοιμωμένη, πες από το χρόνο ηττημένη
αφού αλλάζουν και τα πάθη σύνταξη και τρόπο.
Τυχαία καθήλωσε το μάτι, άλλα ζητούσε,
η λέξη-έρμαιο, τυχαία ξεκλείδωσε τη σκέψη.
Κάποιος πολύ που πόνεσε την έπλασε, ποιος άλλος,
κάποιος που σάλο διένυσε και βγήκε συντριμμένος
και τα συντρίμμια σύναξε να ξαναρμόσει κόσμο.
Κι έφτιαξε λέξη όμορφη, και δύσκολη, και πλήρη,
μέσα να κλείσει τον καημό και να τον φυλακίσει,
μέσα κι ο ίδιος να κλειστεί για να ’χει να γκρεμίσει,
για να ξανάβγει όπυο φως, όπου καημός κι αγάπη,
πάλι να λάβει, να δοθεί, να ξοδευτεί, ν’ ανοίξει,
πάλι το φόβο να γευτεί, το σπαραγμό να ζήσει.
πάλι η χαρά να του δοθεί θάλασσα αγριεμένη,
δίχως λιμάνι πουθενά, δίχως σκαριά σωσίβια.
Λέξη σαν λήμμα ουδέτερο στο λεξικό χαμένο,
σάμπως δεν είναι μάχαιρα η κάθε συλλαβή της,
σάμπως δεν είναι πυρκαγιά το κάθε της το γράμμα,
φωτιά που καίει και καταλεί, φωτιά που αποτεφρώνει.
Καρδιοπονόθλιβος λοιπόν. Λέξη τυχαία, σβησμένη,
που πάλι παίρνει τη φωνή, και τρέμει και τρομάζει.
πάλι τον κόσμο ζωγραφεί, πλήρη και συντριμμένο.
Εφτά καρφιά οι συλλαβές, εφτά γλυκά φαρμάκια.
Καρδιοπονόθλιβος – αυτό. Ποιον τάχα; Ποιον ορίζουν
τα γράμματα κι οι συλλαβές, ηχώντας και σιωπώντας;
Ποιος άλλος απ’ τον έρωτα στον πόνο νόημα δίνει,
τον χρόνο τον περιγελά κι ας μοιάζει ηττημένος;
Ποιο λεξικό ασφαλέστερο, πιο πλούσιο απ’ το σώμα,
όταν φιλάει και φλέγεται, φιλιέται σπαρταράει;
Ποιος λόγος πιο αιματηρός από το σ’ αγαπάω;
ποιον καρδιοπονόθλιβο άλλον να ιστορήσεις
παρά τον που συντρίβει
…………………………………………….καρδιά
……………………………………………………………κορμί
…………………………………………………………………………
και λογισμό;

Ρήματα, 2009

.

Παιδιά παιδάκια οι λέξεις μας, πειράζουνε, πονάνε,
στο πρώτο χάδι ευθύς γελούν, κι ευθύς ξανά πεισμώνουν,
βιάζονται όλα να τα πουν, μπερδεύονται, αγαπάνε,
σωπαίνουν, γίνονται κραυγή, κρύβονται, φανερώνουν.

Παιδιά παιδάκια οι λέξεις μας, και ξέρουν ν’ ανταρτεύουν,
ξέρουν το δάκρυ να το πουν, το γέλιο να το γράψουν.
Πρόθυμοι αμνοί θυσιάζονται, θεριά όταν ιμερεύουν,
όλο τον κόσμο ουρανό ποθούνε να τον βάψουν.

Παιδιά παιδάκια οι λέξεις μας. Σώματα που λυγίζουν,
και πολεμούν, εγείρονται, φτερώνονται, πετάνε.
Σκιάζονται, ονειρεύονται, σμίγουνε και χωρίζουν,
ψυχούλες που τους δόθηκε πάντοτε να διψάνε.

Παιδιά παιδάκια οι λέξεις μας. Μπρος τους λευκός ο χρόνος,
ένα χαρτί για να γραφτεί, πανί για να φουσκώσει,
να βγει ταξίδι όπου η χαρά, ταξίδι όπου ο πόνος.
Η τρικυμία τον έρωτα μπορεί  να ιερώσει.

Ρήματα, 2009

.

Τον έρωτα σε λέξη μια πώς να τον καταφέρω,
πάντως πιο ταιριαστός μου φαίνεται ο σεβντάς,
όχι σεκλέτι ή ντέρτι. Αγρίως υποφέρω
μα στην αγάπη δεν χωράει «ταν ή επί τας».
Δεν είναι δίλημμα η αγάπη, είναι σπαραγμός,
κι όταν μιλιέται κι όταν άρρητα πονάει.
Δεν είναι λίμνη η αγάπη, είναι ποταμός,
κι αν καμωθείς το βράχο, σε σαρώνει όπως ξεσπάει.
Σεβντάς λοιπόν, λαχτάρα που αγριεύει,
και ρήματα σοφίζεται και μουσική
όταν με το κενό και την απόσταση παλεύει,
κι ας ξέρει πως αγιάτρευτη η πληγή.
Νταλκάς, σεβντάς, και ντέρτι και σεκλέτι
– α, γλώσσα ωραία, πλούσια η ελληνική.
Γλώσσα του έρωτα του κόσμου όλες οι γλώσσες
– κι όλες μαζί λαβαίνουν νόημα απ’ τη σιωπή.

Ρήματα, 2009

.

Τώρα μαθαίνω πως η λύπη
γράφεται μ’ έψιλον και γιώτα.
Λείπεις – κι όλος ο κόσμος λείπει.
Λείπεις και νύχτωσαν τα φώτα.

Φωνή που ξεμακραίνει, τρέμει
φωνή ίδια βουνό ένα κλάμα.
Σαν δίχως νήμα μια ανέμη
σαν θαύμα που γυρνάει σε τραύμα.

Φωνή φαρμάκι, και το πίνω
όλο πουλί μου, να γλυκάνεις.
Το νου και το κορμί τα σβήνω,
μόνον εσύ μη μου πικράνεις.

Ακούω πιο βαθιά απ’ τη φωνή σου.
Νιώθω το βλέμμα της σιωπής σου σπαραγμένο.
Αξιώθηκα στιγμούλα της στιγμής σου.
Δώρο πιο τίμιο δεν έχω να προσμένω.

Ρήματα, 2009

.

.

Λοιπόν, το βάθος των ματιών σου είναι γαλάζιο,
το ’νιωσα χθες όταν τα κύματα με πήραν,
σ’ ερημονήσια μ’ εξορίσαν να μονάζω
και ναυαγό μες στην αγκάλη σου με σύραν.

Λοιπόν, το βάθος των ματιών σου πρασινίζει,
το ’ζησα χθες κι ήταν στο δάσος με θηρία,
κι αυτά μου μάθαν ν’ αγαπώ ό,τι κοστίζει,
ό,τι πονάει κι αδειάζει κάθε αρτηρία.

Λοιπόν, το βάθος των ματιών σου μαύρο είναι,
μ’ έζωσε χθες και με ταξίδεψε στη θλίψη.
Να φύγω θέλεις μα μου λες σε λίγο «μείνε»,
ποιος εαυτός σου, ποιος, στο τέλος θα σου λείψει.

Λοιπόν, το βάθος των ματιών σου είναι αίμα,
κόκκινος κίνδυνος, φωτιά, σκληρό λεπίδι.
Επαίτης γίνομαι, μου φτάνει κι ένα ψέμα
απ’ την αρχή χαμένος νά ’μπω στο παιγνίδι.

Ο μάντης, 1994