.

Κρυμμένος μες στης μνήμης το πιθάρι
και μουλιασμένος αίμα και κρασί
είδα του χρόνου τ’ άσπαστο λιθάρι
κάποιας ελπίδας το στερνό λυχνάρι
για τους αγώνες που
μειναν μισοί
κι άφησαν πίσω άδειο το φεγγάρι.

Μες στα υπόγεια ανένηπταν οι μόνοι
άγγελοι κρύβαν χρόνια το σκοπό
βαθιά στο χώμα στήθηκε η αγχόνη
γέροι και νήπια γίναν ίδια σκόνη
τα δέντρα απαρνηθήκαν τον καρπό
και δίχως γέννα τέλειωσαν οι πόνοι.

Φωτιές ανάψαν σ’ όλες τις πλατείες
κήρυξαν άγιους όλους τους νεκρούς
ξέβγαλαν με νερό τις αμαρτίες
ντύθηκαν γανωμένες πανοπλίες
ρίξαν στη λάμα έρωτες κρυφούς
σίδερα και μπετό στις αγωνίες.

Άλλοι μαρμάρωσαν και δεν μετείχαν.
Κλείνεται στο συρτάρι ο καημός ;
Χαρτί και πέτρα, στίχοι που απείχαν
των ποιητών την τρέλα που δεν είχαν
μες στα τραγούδια αλλιώτικος λιμός
κομμάτι της ζωής μας δεν κατείχαν.

Κρυμμένος μες στης μνήμης το πιθάρι
ψάχνω τη μέθη που
χει το νερό
ο χρόνος δεν ορίζεται με χάρη.
Του Αχιλλέα τα χέρια ή του Πάρη
τον γιο του ήλιου έθαψαν νεκρό
με την ασπίδα όρθια στο χορτάρι ;

Τεφλόν, τχ. 2, 2009