Χρήστος Μποκόρος, Της μνήμης, 1998

***

Το φως του δρόμου μόνη συντροφιά
μαχαίρι αμφίστομο κάποτε στομώνει.
Γεράσιμε Γεράσιμε πώς μείναμε μόνοι
και τα κεφάλια μας πνίγει η συννεφιά;

Πουλιά-καράβια ξένη προκοπή
μήτε ο ουρανός μήτε ο γιαλός μάς θέλει
σημαία μαύρη κουρέλι απ’ τα βέλη
του μάταιου κόσμου η συγκοπή.

Τί εικόνα τί πέλαο τί δρυμός!
Βουΐζουν όλα στον κόσμο επάνω
πεδίο βολής το λιγόκαιρο πλάνο
ατάλαντος ζωής λογαριασμός.

Αλλά εάν του θανάτου το στόμα πικρό
νέο δεν είναι τα ξέρεις μη φρίττεις
εδώ το πρόβλημα: κανενός πολίτης
καμιάς πηγής δεν ήπιαμε νερό.

Πηγή:
Ιδιωτικό νεκροταφείο, 1975

Εικονογράφηση:
Χρήστος Μποκόρος, Της μνήμης, 1998

Advertisements

Βαρκούλα μανούλα πού πάμε;

Λέγαμε πάντα αγάλματα δεν υπάρχουν κόκκαλα μόνο
μια χλόη που γέρνει πάλι στο χώμα κι άγρια πουλιά
(όσα ξεφύγαν)· άπιστης χαρμολύπης εν τέλει η σιγαλιά
πλάγιασε μαλακά στο αλεύρι και θέρο και καταχείμωνο.

Πάλι ρωτάς τί απόμεινε; Κονάκι κλειστό στην πόρτα αλυσίδα
(θα φύγουμε απ’ τό σπίτι τελευταίοι) τα υπόλοιπα βήματα
κάπου εδώ γύρω ξερός πηλός στα χέρια κάποιου κανατά —
ψιθύρισε λοιπόν κι εσύ γνωστόν και άγνωστον είδος η ελπίδα.

Βάρκα που μπάζει από παντού και τα ποντίκια έχουν λακίσει
(πόσοι άραγε κατάλαβαν;) δεμένος είναι ο κόσμος, τρομάζει, ………………………ενώ
μεγάλη η τρομερή σιωπή για όλους μα όχι μερίδιο κοινό·

δίκαιο θα ’ναι νά ’ρθουν τα πάμπολλα νερά που έχει η Φύση
ό,τι ονομάστηκε κακό, πλημμύρα ατέλειωτη από μάγισσα βροχή
ίχνος κανένα μην αφήσει — να πάει στο διάολο ή να γυρίσει
……………………….πίσω η Εποχή;

Σημειώσεις, τχ. 42, Δεκέμβριος 1993

05

 

.

 

 

 

 

 

Ράγες κλαριά για πού το ταξίδι
καλό μου πουλάκι, χαμένο πουλί . . .

Μάλλον θάμνος του Νότου εσύ — ενώ τα κόκαλά μου δείχνουν
………………… προς Βορράν
σαν μοίρα τρελής εποχής πολέμησα πιστά κι εγώ τους Ουστάσι
παιδί ακόμα με τη γεύση στον ουρανίσκο από τα τζίτζιφα και το
………………… κεράσι,
πάλι καλά, ο πατέρας μου πήγε λίγο μακρύτερα, εις την Μικράν

Ασίαν — μα τι λέω ο φαντασμένος; Ξεστράτησα Μυρτιά μου, τη
………………… ζωή
σου την πανέμορφη ζηλεύω, βρέχει χιονίζει τα μάτια σου ανθίζουν
πέταλα λευκά, στα χαμηλά ψίθυροι στήμονες του αέρα που
………………… ελπίζουν
στο βουνό, στη ρεματιά, στο ακροθαλάσσι κάτω να γίνουν πνοή.

Πνοή νέας ζωής όχι στεφανωμένου θανάτου, όχι βόγγων και να
θυμάμαι τώρα τη Δάφνη, τον Πυράκανθο, τη Ροδιά, το Πιξάρι
μεταμορφώσεις πονηρές που στολίζουν την έπαρση με αλλότρια
………………… χάρη,

άκου να δεις φίλε μου, την κλέψανε την ωραία την πήγαν στα ξένα
ρώτησαν και τ’ όνομά της, θάμνος αυτή μα βρήκε κουράγιο μεγάλο
ιθαγενής, Myrtus Communis, Μυρτιά, είπε με λένε, τίποτε άλλο.

Σημειώσεις, τχ. 42, Δεκέμβριος 1993

.

Δουλειά της νύχτας τα ποιήματα∙ τα βλέπει η μέρα και δεν εννοεί.

Κόσμος με τ’ άλεκτα σ’ αγαπώ τ’ ανείπωτα δεν υπάρχει τώρα
λύπη κατεβαίνει από τα δέντρα πίκρας αλαλία και σιωπή
ο θάνατος μνήμων πάντοτε κι από του τάφου την οπή
τραγούδια τάχα, νεράκι ευχής, ξανθά σγουρόμαλλα δώρα.

Μάτια μέσα στ’ αόρατα δάκρυα αίμα αθέατο κι όμως ποτάμι
σφάζουν ήλιους καθώς στο μαχαίρι τελειώνουν τα πρόβατα
σκοτάδια μαύρα δηλαδή κι ο σπινθήρας-χλιμίντρισμα δεν απαντά
στο πρόβλημα, δεν το ραγίζει∙ να σκάσουν γαρίφαλα πρωτοετή και ……………………. .. .. .. ….  …………………………………………………………..γάμοι

απελπισμένοι στους αιώνες. Κι εγώ (σαν κάτι να μου κλείνει το ……………………… . . . . . ……………………………………………………………..στόμα)
με τους νεκρούς είμαι λοιπόν; Χνούδια, λένε και μικρά πουλιά
σαλεύουν στον ύπνο – ζεις δεν ζεις όπως τ’ ανοιξιάτικα ζουμπούλια.

Αν τίποτε δεν ειπώθηκε ακριβώς (αέρας, νερό, φωτιά, χώμα)
ας πούμε πάλι τάξη την βραδυπορούσα (μήπως) καλία των ημερών –
Αρματολέ, δυσεύρετε Γρηγόριε Σταυρίδη, απόκοσμος εδώ και
………………………………. . . . . . …………………………………………………….παρών!

Χαιρετισμοί, 1995

.
Γριά κυρα-Λισάβετ θα σε πάω στη Μηχανιώνα
τσίλικο τ’ αμάξι και κρασάκι όπως σ’ αρέσει
μην πονάς θα βρούμε στο φεγγάρι κάποια θέση –
κάντρο των μελλοντικών αντικέρ στον κουφόν αιώνα!

Θα ναι εκεί η Μαρία με τον Σταύρο και τον Τόλη
ούτε γάτα ούτε ζημιά ήσυχα στο περιγιάλι
μοναχά μια νύχτα μακρινά τα φώτα κι η βαβούρα ζάλη –
στο αδειανό κεφάλι μας κολλημένο ένα πιστόλι.

Ζωντανοί νεκροί το χάραμα για τη Σαλονίκη πίσω
μελαγχολικό τραγούδι απ’ τα παλιά λησμονημένο
τα Ντεπώ και τα Κουλέ Καφέ με αεράκι ξένο
και σημερινό –τι λες;– λέω πάλι ν’ αγαπήσω. . .

Στον ίσκιο της γης, 1986

.

( Μικρό διάλειμμα στους άλλους καβγάδες ).

Φίλος είναι μα νευριάζει απερίσκεπτα καθώς
δηλώνω συγγενής των Απάτσι, των Τσερόκι, των Σαγιέν.
Από την Τσικοντότσκα στο Μπάφαλο περπάτησα και δεν
γνωρίζω αν γυρίσω πίσω· λίγα τα ψωμιά μου, άλλο φως

δεν υπάρχει πάρεξ των παιδικών χρόνων εκείνο
που μιλούσε με τη σελήνη με τους γρύλους με τη σιγή,
σταυροπόδι ο καπνός χάιδευε τον ήλιο και των σπαρτών τη γη
για λίγο μόνο κόκκινα μπαϊράκια, παιχνίδι πες, στον αχινό

του βάθους μάς έριξαν. Α, φίλε, πόσο φαρμάκι έχει το Ουράνιο
του χώματός μας που σκεπάζει όσια κόκκαλα, βακούφια ιερά
κι ανώνυμα – για να κομπάζεις τώρα εσύ πατριώτης φανερά

επαγγελματίας μα τίποτε άλλο ωραίο δίκαιο ή σπάνιο
( Τώρα του κόσμου οι άποικοι ανελέητα μας ντουφεκίζουν·
θαρρείς στα ξένα οι μάνες φοβισμένα πίτσκα νανουρίζουν ).


Χαιρετισμοί, 1999

.

Μήπως μια φορά κι έναν καιρόν
άνθρωπος τον άνθρωπο στα μάτια κοιτούσε;

Έναρθρη η Σιωπή ξάφνου μιλάει χαμογελώντας γλυκά,
δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων ημών το αγκάθι του Θανάτου
δικαιωμένο· οι κολασμένοι του κόσμου αμόλυντοι εκεί κάτου
και ιδού, επιτέλους, στ’ ανθρώπινα χέρια προνόμια θεϊκά.

Κύματα ευτυχίας, πεταλούδες λευκές, μέλι, ανθοί και καρποί
απαγορευμένοι και ιδιοτελείς, γνωρίζουμε πώς, προηγουμένως.
Ρυτίδες ελπίδες στη γλώσσα του ο καθείς, κανένας
……………….……μελαγχολημένος,
άλλοτε άδικα σκότωνε η αιμοδιψής πολεμική ριπή.

Χαράζει ( νομίζω ), λιώνουν τα μαύρα βουνά και η ζωή βιαστική
δεν είναι ( θαυμάσια φίλοι μου, δεν έχω την κατάρα
……………….……του τελευταίου ),
παράξενη ησυχία θα πεις όμως έχουμε την υπόσχεση

……………….…… του ευκταίου.

Η φτώχεια δεν κλαίει με τα παιδιά της μήτε η φάλτσα μουσική,
αθάνατο νερό, μόνιμα πρελούντια Χαράς ( και πια δεν περιμένω
τον βαρύ τον πένθιμο τον χαμηλό ρυθμό τον λυπημένο ).

Χαιρετισμοί, 1999