.

Πώς ο νους δε χάνει την ελπίδα.
Σε πράγματ’ ασήμαντα μένει κολλημένος
Και με τα χέρια σκάβει, λυσσασμένος,
Για να βρει στο τέλος μιαν ακρίδα!

Μπορεί ν’ ακουστεί τέτοια φωνή
Εδώ, στον κύκλο των πνευμάτων;
Και όμως η ψυχή μου ευγνωμονεί,
Εσένα, τ’ αθλιότερο όλων των πλασμάτων.
Με λύτρωσες απ’ την απελπισία,
Που τις αισθήσεις μού
κανε κουρέλι.
Αχ, με τόσο πελώρια οπτασία
Θα
πρεπε να νιώθω παιδαρέλι.

Εγώ, που μ’ έβλεπα σαν ομοίωμα Θεού
Πίστευα πως άγγιζα την αιώνια αλήθεια,
Ήθελα να γευτώ τη λάμψη τ’ ουρανού
Και ν’ αποβάλω κάθε θνητού συνήθεια.
Εγώ, σα χερουβείμ, που όλο δυναμώνει
Στις φλέβες της φύσης έλεγα κυλώ
Και των Θεών το βίο ζητούσα να χαρώ.
Για το θράσος μου πόσο μετανοώ,
Μια βροντερή φωνή μ’ έκανε σκόνη.

Κακώς είχα το θράσος να σου μοιάσω!
Κι αν είχα δύναμη για να σε πλησιάσω,
Να σε κρατήσω η δύναμη δε σώνει.
Κείνη την άγια στιγμή
Ήμουν παιδί αντρειωμένο.
Μ’ έστειλες πίσω στη γραμμή
Στ’ αβέβαιό μου πεπρωμένο.
Τί ν’ αποφεύγω, ποιος θα μου το μάθει;
Να υπακούω σε κάθε μου ορμή;
Αχ, οι πράξεις μας, το ίδιο και τα πάθη
Της ζωής μας κόβουν τη ροή.

Σα φτάνουμε στου πνεύματος το μεγαλείο
Ξένο σώμα πάνω του κολλάμε
Και το καλό στον κόσμο σα μετράμε,
βλέπουμε πως είναι ψεύτικο, γελοίο.
Αυτοί που μας έδωσαν ζωή και της ψυχής τα κάλλη,
Παγώνουν σα βρεθούν μες στην επίγεια ζάλη.

Όταν με τόλμη τα φτερά ανοίγει η φαντασία
Και στο αιώνιο προσδοκά ν’ ανυψωθεί,
Μια στάλα τόπος μπορεί να της αρκεί,
Μόλις στη δίνη των καιρών χάσει την ευτυχία.
Η έγνοια βαθιά μες στην καρδιά φωλιάζει,
Σκάβει κρυφές πληγές και μας σπαράζει.
Μας κλέβει κάθε μας χαρά, κάθε ηρεμία
Και πάντοτε σκεπάζεται με νέα προσωπεία.
Πότε χωράφι, σπίτι κι οικογένεια εμφανίζει,
Άλλοτε δηλητήριο, μαχαίρι και φωτιά,
Τρέμει κανείς το άγνωστο με κάθε του ματιά,
Κι ό,τι δεν έχασε, με δάκρυ το ποτίζει.

Δε μοιάζω στους Θεούς! Προχώρησα πολύ!
Με το σκουλήκι μοιάζω, που σκάβει μες στη γη.
Σ’ αυτό που σέρνεται και ζει μέσα στη σκόνη,
Ώσπου αγνώστου πέλμα με βία το σκοτώνει!

Δεν είναι σκόνη, αυτός ο τοίχος ο ψηλός,
που με χιλιάδες ράφια με πλακώνει;
Η ανόητη φλυαρία που με ζώνει
Και προς το σκώρο με σπρώχνει διαρκώς;
Εδώ θα βρω ό,τι δεν έμαθα με τόσους κόπους;
Θα ξεφυλλίζω τόμους τα βιβλία,
Για να δω πως τυραννία βασανίζει τους ανθρώπους
Και πως ελάχιστοι κατακτούν την ευτυχία;
Τί μου γελάς, άδεια νεκροκεφαλή;
Κι εσένα το μυαλό σου βρέθηκε θολωμένο,
Έψαξε την αλήθεια σε δύση και ανατολή,
Και βγήκε στο τέλος οικτρά απατημένο!
Με ειρωνευτήκατε όργανα, που με σπουδή,
Μου δίνατε κύλινδρο, τροχό και σμίλη,
Ήμουν στην πόρτα, κι είσαστε το κλειδί,
Γεράσατε μα δεν ανοίγεται την πύλη.
Μέρα καταμεσήμερο, στο φως
Το πέπλο δε σηκώνεται της φύσης
Κι ό,τι δε θέλει να γνωρίσεις
Δεν ξεσηκώνουν τροχαλία και μοχλός.
Εσύ, παλιό και άχρηστο εργαλείο,
Σε κρατώ μόνο για του πατέρα μου τη χάρη
Κι εσύ, παλιά περγαμηνή, που λυχνάρι
Θα σε καπνίζει, όσο φωτίζει το γραφείο.
Κάλλιο το λιγοστό μου βιος να
χα σκορπίσει,
Παρά με λίγα φορτωμένος να ιδρώνω!
Ό,τι απ’ τον πατέρα σου έχεις κληρονομήσει,
Θα το κρατήσεις, αν το κερδίσεις μόνο!
Τ’ άχρηστο είναι βαρύ φορτίο.
Αξίζει μόνο της στιγμής το μεγαλείο.

Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε, Φάουστ, Μια τραγωδία,
Μέρος πρώτο, στ. 602-685, μτφρ. Πέτρος Μάρκαρης, 2001

Advertisements