25. Ανθολογία Αυγής, Μνησιβιάδης, 30.11.14

Advertisements

14. Ανθολογία Αυγής, Μαρκίδης, 16.11.14

Νίκος Χουλιαράς-Ζωγραφισμένος σε κλειστό δωμάτιο

88 8

Εσύ που μπήκες μαχαιριά
μες στην καρδιά μου τη θλιμμένη,
αγέλη εσύ δαιμονικιά
που αλλόφρονη και στολισμένη

το ταπεινό μου ήρθες μυαλό
να κάνεις κοίτη σου και χτήμα
– Άνανδρη που ’χεις με δετό
καθώς την άλυσο στο κρίμα,

καθώς τον παίκτη στα χαρτιά,
καθώς τον πότη στο μπουκάλι
και το νεκρό στη σκουλικιά,
– Καταραμένη ας είσαι πάλι!

Είπα του γρήγορου σπαθιού
τη λευτεριά να μου χαρίσει,
είπα του δόλιου φαρμακιού
τη δείλια μου να σταματήσει.

Μ’ αλί! Φαρμάκι και σπαθί
μου αντείπανε με καταφρόνια:
«Δεν πρέπει σου νά ’χεις λυθεί
απ’ τη σκλαβιά σου την αιώνια,

γιατί απ’ Εκείνης τη σκλαβιά
–χαμένε– αν σ’ έλυναν, στοχάσου,
Θ’ ανάσταινες με τα φιλιά
Το πτώμα του βρυκόλακά σου!»

Πηγή:
Μπωντλαίρ, 16 ποιήματα, 1970

Εικονογράφηση:
Nϊκος Χουλιαράς, Ζωγραφισμένος σε κλειστό δωμάτιο

Χρήστος Μποκόρος, Της μνήμης, 1998

***

Το φως του δρόμου μόνη συντροφιά
μαχαίρι αμφίστομο κάποτε στομώνει.
Γεράσιμε Γεράσιμε πώς μείναμε μόνοι
και τα κεφάλια μας πνίγει η συννεφιά;

Πουλιά-καράβια ξένη προκοπή
μήτε ο ουρανός μήτε ο γιαλός μάς θέλει
σημαία μαύρη κουρέλι απ’ τα βέλη
του μάταιου κόσμου η συγκοπή.

Τί εικόνα τί πέλαο τί δρυμός!
Βουΐζουν όλα στον κόσμο επάνω
πεδίο βολής το λιγόκαιρο πλάνο
ατάλαντος ζωής λογαριασμός.

Αλλά εάν του θανάτου το στόμα πικρό
νέο δεν είναι τα ξέρεις μη φρίττεις
εδώ το πρόβλημα: κανενός πολίτης
καμιάς πηγής δεν ήπιαμε νερό.

Πηγή:
Ιδιωτικό νεκροταφείο, 1975

Εικονογράφηση:
Χρήστος Μποκόρος, Της μνήμης, 1998

Λίτσα Μαυρογεώργη, Far away from home, 2012

***

Μνήμη Μανώλη Μ.

Σε κλείσανε άστοργοι καιροί
σε κάγκελα και σε καθρέφτες
έρχονταν ύστερα σαν κλέφτες
να σου ανάψουνε κερί.

Δε μίλαγες, δεν έβγαζες φωνή
βουβός και παραπεταμένος
μες στη ζωή σου ήσουν ξένος
ποιος κλαίει κρυφά και ποιος πονεί;

Έγειρες να ξεκουραστείς
αμέτρητες μέτρησες ώρες
πάνω σου στέγνωσαν οι μπόρες
δεν είχες να τις μοιραστείς.

Εκεί, στο τέλος της ποινής σου
σου ’ταξε η μοίρα μιαν ευχή
τη δέχτηκες σαν προσευχή
και σαν κλειδί του παραδείσου.

Τώρα αναπαύεσαι στο χώμα
βρήκες εκεί μιαν αγκαλιά
μαζί μ’ αδέσποτα σκυλιά
μοιράζεσαι το ίδιο στρώμα.

Μα δε σε νοιάζει, δε λυπάσαι, δεν ρωτάς
αυτός ο κόσμος όλα λάθος τα ζυγιάζει
ανάπηρος περνά, δε λογαριάζει
πόσες ρυτίδες μέσα σου μετράς.

Πηγή:
Σε ξένο ουρανό, 2011

Εικονογράφηση:
Λίτσα Μαυρογεώργη, Far away from home, 2012

Γιάννης Βαρελάς, Sailor, 2010

***

Δεν θα αντέξεις στη βροχή
το είδωλό σου τρεμοπαίζει
απέναντι σ’ ένα τραπέζι
κοιτάς σε άλλην εποχή.

Τζάμια θολά αχνίζει η ψυχή
σταγόνες τρέχει στο λαιμό η αγωνία
όλος ο κόσμος σου σε μια γωνία
κινδύνους η φωνή σου αντηχεί.

Να ’χες κι εσύ μια κάμαρα ζεστή
ένα λιμάνι πλοίο στην αυλή σου
σαν δώρο κάποιου παραδείσου
πατρίδα κι άξιον εστί.

Πηγή:
Σε ξένο ουρανό, 2011

Εικονογράφηση:
Γιάννης Βαρελάς, Sailor, 2010

***Κυριάκος Μορταράκος

***

Έρχεται με παράνομα CD
με σκόρπια μεσημέρια της ζωής του
μόλις ακούγεται η ανάσα της φωνής του
φεύγει με αναπάντητα γιατί.

Οι κόρες των ματιών του ερημιά
νερό που πάγωσε πίσω στα περασμένα
άγριες θάλασσες, κουπιά σπασμένα
και η στεριά, υπόσχεση καμιά.

Θα πάει αλλού να δείξει την πραμάτεια
κι εκεί θα του την αρνηθούν
όχι, δεν θέλουμε, ευγενικά θα πουν
θα στρέψουνε κάπου μακριά τα μάτια.

Δεν περιμένει τίποτε από μας
το ξέρει πως κανείς μας δεν θα πάρει
οι μέρες ένα πρόχειρο παζάρι
αδειάζουν, σβήνουνε τα ίχνη τους με μιας.

Σε κάμαρα μικρή θα κοιμηθεί
φορώντας τους καημούς του θα ξυπνήσει
πουλάκι τα φτερά του θα μετρήσει
σ’ αυτά που ο κόσμος του ’χει αρνηθεί.

Πηγή:
Σε ξένο ουρανό, 2011

Εικονογράφηση:
Κυριάκος Μορταράκος

* * *

1
 
Νυχτώνει μέσα στο κελί,
Νοέμβρης, η μέρα γέρνει κρύα.
της πόρτας η χαραματιά στενή.

Ισχνή διέλευση φωτός – πανωλεθρία,
ελπίδα, μνήμη, υποταγή – σκιές αποτυπώνει
στον τοίχο η αχτίδα ή και σε δάπεδο υγρό.

Ημέρες δύσκολες, Νοέμβρης που νυχτώνει
βαρύ το παρελθόν, βαρύ το σκηνικό.
Ποιός θα σταθεί και ποιο το βάρος που σηκώνει;

Με άπνοια τη νύχτα ή τρικυμία
αβέβαιη χαράζοντας γραμμή
στρεβλή δώσαμε ερμηνεία.

Για ό,τι χάσαμε σκληρή η οφειλή.
    
* * *

2
 
Νύκτιες λάμψεις, τότε και τώρα
ήχος τραχύς, ριπές και σχίσμα.
Απόγευμα Παρασκευής, έξι η ώρα

διάθλαση φωτός μέσα από πρίσμα.
Ασπρόμαυρη, ωστόσο, η Πατησίων
τότε και τώρα, ήχος σκληρός, ζέστη ή κρύο.

Ιούλιος πρόσφατος, Νοέμβρης του ’73, ίδιος καπνός
το ενδιάμεσο πιο σκοτεινό· τόσο νωθρό.
Μα εμείς ακίνητοι εν μέσω ερειπίων

απ’ τα συντρίμμια· της Ταναγραίας τον κορμό
συνθέτουμε, μορφή οριακή, για να φανεί·
τι θα φανεί; τι θα χαθεί;

Πρόσωπο ατελές, ασυνεχές. Εύθραυστο ελληνικό.

* * *

3
 
Απ’ το Νοέμβριο χρόνια 38 ερμητικά
–σήμερα σημαντικά, πριν την κραυγή–
να μας κοιτούν χλευαστικά.

Βαδίσαμε με έπαρση μεθυστική
με βήμα αργό, χωρίς σκοπό
με αγωνία κι ένταση μηδαμινή.

Αλίμονο! Ξεχάσαμε της πορείας τον πλάνο ρυθμό,
τις ψευδαισθήσεις που έφερε ο χρόνος.
Με της ευμάρειας την βολή χτίσαμε στο κενό,

στην ευκολία παραφυλούσε ο πόνος.
Πόσο γλυκιά και βολική ήταν η συνήθεια,
σαν έδιωχνε το βάρος από την ψυχή.

Μα είχαμε φτηνά πουλήσει την σκουριασμένη αλήθεια.

* * *

4
 
Έτσι λοιπόν χωρίς ντροπή
ανερυθρίαστοι και πεπεισμένοι
στης πόλης την σαθρή διαδρομή

–με γνώση σύγχρονη κι ωστόσο νοθευμένη–
χαράξαμε καινούργια εκτροπή.
Σαν σε παράσταση, χωρίς ρυθμό, στημένη

με γλώσσα και κείμενο λειψό
ανήμπορο κοινό, σπαρακτικό
κι ένα άψυχο σκηνικό, παρατημένο.

Στην τελευταία, θυμάμαι, πράξη
το τραύλισμα του λόγου επί σκηνής
την συνοδεία της άχρωμης μουσικής.

Την καταρρέουσα της παράστασης δράση.

* * *

5
 
Ακολουθώ της μνήμης το παιχνίδι.
Ό,τι γερνάει, γεννιέται πάλι διαφορετικό
αυθόρμητα με υπομονεύει, με ξεσηκώνει· επιτακτικό.

Ακολουθώ, στηρίζομαι στον ίδιο τοίχο
βλέπω την πόλη μου  –το είδωλό της–  χρόνια μετά
σαν κόκκινο κοράλλι που έζησε στον μύθο

και ανασύρεται σαθρό στα δίχτυα ενός ψαρά.
Ακούω και θυμάμαι τον κάθε ήχο,
της πόλης την ανυπέρβλητη αγωνία.

Κρότοι σποραδικοί, τρομακτικοί. Εικόνες πάλι του ’73.
Δρόμοι παλιοί· περιπλανήσεις μου νυχτερινές,
αδιάβατοι δρόμοι· αναζητήσεις μου σημερινές.

Κι η συντριβή. Μοίρα ή πεπρωμένο· του χρόνου οι σταθερές.

* * *

6
 
Δρόμοι της πόλης μου, ήχοι παλιοί
σκόνη, καπνοί, νέες απόλυτες  ιδέες·
πορεία που δηλώνει ανατροπή

χωρίς αντίκρισμα, με ψεύτικες σημαίες.
Σκληρό το απόγευμα, το βράδυ θα φανεί
πώς κάθε πρόταση θα ενσωματωθεί.

Κάθε ιδέα με σταυρώνει
στα μάτια με κοιτάει,
την κοιτάω και με τυφλώνει

απ’ το μανίκι με τραβάει
κι ύστερα σκουριάζει και παλιώνει.
Μια μαύρη τρύπα είναι η ιδέα.

Τα πάντα απορροφάει και τελειώνει.

* * *

7
 
Μένω βουβός και κάνω την αναδρομή.
Θέρος θερμό, η έξαψη σκιάζει –
στέκομαι μόνος κι η κάθε εκτροπή

αθέατη, αισθάνομαι, με πλησιάζει.
Άστυ κλινόν και όρος ειμί
της αγοράς τα όρια

αναζητώ τις αποκρίσεις
της πόλης που ήτανε πηγή
και τώρα ζει το τραύμα και τις αποκλίσεις.

Ιούλιος· μεγάλη εντύπωση φωτός
που συγχωνεύει της πόλης τις γραμμές
και καθιστά τα πάντα ομογενή.

Αθήνα· η πόλη ζει ακροθιγώς
σπανίως βρίσκοντας σημείο ευσταθές
κι ισορροπεί μεσ’ στη βουή την ύστατη στιγμή.

Ιούλιος· ανατροπή. Η πλήξη και η ασυνείδητη αναμονή.

Πρώτη δημοσίευση

Εικονογράφηση:
Ανδρέας Δεβετζής, Οδός Μάρνη, 2012

.

Πες μου ποιος
από γιος παραγιός
καταντάει;
Είν’ αυτός
που φεγγάρι-τροφός
ξενυχτάει;

Πες γιατί
βρήκες τέτοια κραυγή
να φωνάξεις!
Μουσική
ήταν όλα στη γη
πριν τ’ αλλάξεις.

Πες μου ποιος
σιδερένιος αετός
βομβαρδίζει·
και το φως,
της ψυχούλας εχθρός,
το μαυρίζει!

Κι αν δε βρεις
μια γωνιά να κρυφτείς
κι ένα χάδι,
πες μου πού
θα σε πάει, παππού,
το σκοτάδι;

many-books.blogspot.com, 2008

.

Μου φυγε ο στίχος κι είμαι πάλι δίχως άλλον
φίλο που να βαθαίνει τις σχισμές της λύπης,
θρύμματα, φύλλα κάτω, χάδι που εκλείπεις
ξανά. Δεν έχω το κεφάλι που να βάλω.

Στα εισαγωγικά προστατευμένη η ρήση
κείνου που λείπει κι όμως πια δεν τον θυμάμαι
στρέφω εκεί την προσοχή, ακούω και να μαι
δίχως γραφτό, ψυχή, να κλαίω· και το μεθύσι

που δεν με σέβεται αρκετά να με τουμπάρει
προσφέρει κατακόκκινη μια ωραία γλώσσα,
ό,τι ζητώ, μια στάλα σάλιου· αραιώσαν
τα χρώματα, οι φωνές, οι μαύροι ιαγουάροι

της σκέψης μου. Σκεβροί, σκισμένοι παλιοκλώνοι,
κρέμονται οί λέξεις σαν παιδιά κι έχω παγώσει:
«Μην την αφήνεις. Δεν το θέλεις. Aς σε νιώσει
όπως το δάκρυ ένα τέλος φαρμακώνει».

Ό,τι φέρει η βροχή, 2010

.

Δεν υπάρχει ελπίδα στο καρνάγιο του χρόνου
μόνο πίσσα και πίκρα και σκυμμένα κεφάλια
αργολειώνουμε μόνοι στην κουβέρτα του πόνου
σαν τους γλάρους που σβήνουν στ’ αραγμένα ποστάλια.

Μόνο πίσσα και πίκρα και σκυμμένα κεφάλια
οι χαρές φωσφορίζουν μα κανείς δεν τις πιάνει
σαν τους γλάρους που σβήνουν στ’ αραγμένα ποστάλια
τριγυρνάμε στο ίδιο στοιχειωμένο λιμάνι.

Οι χαρές φωσφορίζουν μα κανείς δει τις πιάνει
το τρελό καλεντάρι δείχνει πάντα Δευτέρα
τριγυρνάμε στο ίδιο στοιχειωμένο λιμάνι
της ζωής το μαγκάνι στραγγαλίζει τη μέρα.

Το τρελό καλεντάρι δείχνει πάντα Δευτέρα
η πυξίδα στραμμένη στο τραπέζι του Κρόνου
της ζωής το μαγκάνι στραγγαλίζει τη μέρα.
Δεν υπάρχει ελπίδα στο καρνάγιο του χρόνου.

2010

Πρώτη δημοσίευση

.

Όσα δεν φτάνουν τα ποιήματά μας, αναλαμβάνουν να τα καθαρί-
­………………..σουνε τα χέρια μας.
Αφού δεν ονειρεύεσαι, άνοιξε το φως στο κομοδίνο.
Νοέμβρης, Νοέμβρης και Νοέμβριος
κι ύστερα δώστου πάλι καλοκαίρι.
Μη σταματάς. Κάνε κουπί
η θάλασσα αντιπαθεί τη νωχέλεια

Μικρή Πρέσπα τώρα :
Ανάμεσα στις αιώνιες καλαμιές
συνεδριάζουν περί του πρακτέου τα βατράχια.
Δεν είναι μια η Λάμια Φίλε. Είναι πολλές οι Λάμιες
Κατέφυγα πανικόβλητος στ’ απέναντι βράχια

Η νύχτα έπεσε στη θάλασσα
θα γίνει αύριο άκουα μαρίνα.
Η Πηνελόπη Δέλτα κράτησε την αναπνοή της και πέθανε
Εμείς θα ξαναϊδωθούμε στην Αθήνα

Τά ποιήματά μας καταφεύγουν στο χαρτί
αφού έχασαν την πτήση.
Το παρακάνουν τώρα με τα διότι και τα διατί :
Δεν θα βρεθεί μια γομολάστιχα να τα  σβήσει ;

(Εγώ θα της πω : Δεν ήσουν ο έρωτας που ζητάω
Δυστυχώς, Ωραία Ελένη μου, δεν σε πάω).

Σημειώσεις, τχ. 42, 1993

.

ΔΗΜΟΤΙΚΟΦΑΝΕΣ

Έπεσα στις ανηφοριές και πώς να τις ανέβω;
Η γειτονιά σου ανηφοριά,
ανηφοριά το σπίτι σου,
ανηφοριά η καρδιά σου,
ανηφοριά σ’ ανηφοριές κ’ η αγάπη σου.

η λέξη, τχ. 152, Ιούλιος-Αύγουστος 1999

.

ΔΗΜΟΤΙΚΟΦΑΝΕΣ ΙΙΙ

Πήρα τρεις στίχους απ’ τα μάτια σου
και δέκα απ’ τα φιλιά σου,
τρεις από την αλήθεια σου
και δέκα απ’ την ψευτιά σου.

Νέα Εστία, τχ. 1733, Απρίλιος 2001

Βαρκούλα μανούλα πού πάμε;

Λέγαμε πάντα αγάλματα δεν υπάρχουν κόκκαλα μόνο
μια χλόη που γέρνει πάλι στο χώμα κι άγρια πουλιά
(όσα ξεφύγαν)· άπιστης χαρμολύπης εν τέλει η σιγαλιά
πλάγιασε μαλακά στο αλεύρι και θέρο και καταχείμωνο.

Πάλι ρωτάς τί απόμεινε; Κονάκι κλειστό στην πόρτα αλυσίδα
(θα φύγουμε απ’ τό σπίτι τελευταίοι) τα υπόλοιπα βήματα
κάπου εδώ γύρω ξερός πηλός στα χέρια κάποιου κανατά —
ψιθύρισε λοιπόν κι εσύ γνωστόν και άγνωστον είδος η ελπίδα.

Βάρκα που μπάζει από παντού και τα ποντίκια έχουν λακίσει
(πόσοι άραγε κατάλαβαν;) δεμένος είναι ο κόσμος, τρομάζει, ………………………ενώ
μεγάλη η τρομερή σιωπή για όλους μα όχι μερίδιο κοινό·

δίκαιο θα ’ναι νά ’ρθουν τα πάμπολλα νερά που έχει η Φύση
ό,τι ονομάστηκε κακό, πλημμύρα ατέλειωτη από μάγισσα βροχή
ίχνος κανένα μην αφήσει — να πάει στο διάολο ή να γυρίσει
……………………….πίσω η Εποχή;

Σημειώσεις, τχ. 42, Δεκέμβριος 1993

05

 

.

 

 

 

 

 

Ράγες κλαριά για πού το ταξίδι
καλό μου πουλάκι, χαμένο πουλί . . .

Μάλλον θάμνος του Νότου εσύ — ενώ τα κόκαλά μου δείχνουν
………………… προς Βορράν
σαν μοίρα τρελής εποχής πολέμησα πιστά κι εγώ τους Ουστάσι
παιδί ακόμα με τη γεύση στον ουρανίσκο από τα τζίτζιφα και το
………………… κεράσι,
πάλι καλά, ο πατέρας μου πήγε λίγο μακρύτερα, εις την Μικράν

Ασίαν — μα τι λέω ο φαντασμένος; Ξεστράτησα Μυρτιά μου, τη
………………… ζωή
σου την πανέμορφη ζηλεύω, βρέχει χιονίζει τα μάτια σου ανθίζουν
πέταλα λευκά, στα χαμηλά ψίθυροι στήμονες του αέρα που
………………… ελπίζουν
στο βουνό, στη ρεματιά, στο ακροθαλάσσι κάτω να γίνουν πνοή.

Πνοή νέας ζωής όχι στεφανωμένου θανάτου, όχι βόγγων και να
θυμάμαι τώρα τη Δάφνη, τον Πυράκανθο, τη Ροδιά, το Πιξάρι
μεταμορφώσεις πονηρές που στολίζουν την έπαρση με αλλότρια
………………… χάρη,

άκου να δεις φίλε μου, την κλέψανε την ωραία την πήγαν στα ξένα
ρώτησαν και τ’ όνομά της, θάμνος αυτή μα βρήκε κουράγιο μεγάλο
ιθαγενής, Myrtus Communis, Μυρτιά, είπε με λένε, τίποτε άλλο.

Σημειώσεις, τχ. 42, Δεκέμβριος 1993

.

Από τον ύπνο του έδυσε τ’ αστέρι,
και τ’ όνειρό του έχει αμετάκλητα κριθεί.
Α! Δεν έχει πια τίποτα να φοβηθεί
κανείς σ’ αυτά τα μέρη.

Κατά βάθος ασφαλώς το ξέρει:
Το κόμμα κρέμεται από μια κλωστή.
Η ψήφος του όμως έμεινε πιστή
κι αυτή η ψήφος θα το φέρει

αύριο και πάλι τιμημένο στη Βουλή.
Η πάλη για το μέλλον, φίλε, είναι επιστήμη
κι αν είναι εμπόδιο η μνήμη, κάνουμε και δίχως μνήμη.

Βάλε το λοιπόν μακρύ μανίκι, κρύψε την ουλή
και πάψε το τροπάρι με την εξορία.
Απόψε πρόταση μομφής: Προβλέπεται ολονυχτία. . .

Σημειώσεις, τχ. 42, Δεκέμβριος 1993

.

ΓΙΑ ΤΗΖ ΖΩΗΝ

Κατζ’ η ζωή, καλή
η πόρτα της έμ πάντα χαμηλή
τούτομ ποττέ μεν το ξιχάσης
πρέπει να σιύβκεις να περάσης.

.

ΠΡΟΣ ΠΟΙΗΤΗΝ

Μεμ μου λαλής εξιζουμίστηκες ας γράψουν τζ’ άλλοι
τζ’ ο ποιητής έν όπως τ’ όξυνον,
π’ ώσπου το σφίγγεις βκάλλει.

.

ΓΙΑ ΤΗΓ ΚΑΡΔΙΑΝ

Έν η αλήθκεια πως συνέχειαν
έσιει μας πάσ’ στην τζεφαλήν της
αμμά έγ κόσμος τούτος, να χαρής,
να την αφήκης μανισιήν της;

.

Η λέξη, τχ 152, Ιούλιος-Αύγουστος 1999

.
στον Γιώργο Κακουλίδη

Η σκοτεινή της μήτρα αναδεύει
και σάμπως μπάσταρδο κι απόψε σε ξερνά·
στον κύκνο σου λαιμό θηλιά περνά
το χέρι της Σειρήνας· και σε ζεύει.

Τα πόδια σου πριόνισε η προπέλα
κι όλη τη νύχτα αλυχτάς σκυλί λυτό·
πάλι θα λεν τη μάνα σου Λητώ
και τη σπασμένη κάμα σου Μαρκέλλα.
 
Σε ποιο λιμάνι τ’ ουρανού να σκάψω τάφο,
νὰ σε ρουφήξει ποια θεόρατη κοιλιά;
Θα πνίγεις στο σκοτάδι τα σκυλιά
κι εγώ απ’ τον πάτο της ζωής μου θα σου γράφω.

Μετά τα μυθικά, 1996

.

Δουλειά της νύχτας τα ποιήματα∙ τα βλέπει η μέρα και δεν εννοεί.

Κόσμος με τ’ άλεκτα σ’ αγαπώ τ’ ανείπωτα δεν υπάρχει τώρα
λύπη κατεβαίνει από τα δέντρα πίκρας αλαλία και σιωπή
ο θάνατος μνήμων πάντοτε κι από του τάφου την οπή
τραγούδια τάχα, νεράκι ευχής, ξανθά σγουρόμαλλα δώρα.

Μάτια μέσα στ’ αόρατα δάκρυα αίμα αθέατο κι όμως ποτάμι
σφάζουν ήλιους καθώς στο μαχαίρι τελειώνουν τα πρόβατα
σκοτάδια μαύρα δηλαδή κι ο σπινθήρας-χλιμίντρισμα δεν απαντά
στο πρόβλημα, δεν το ραγίζει∙ να σκάσουν γαρίφαλα πρωτοετή και ……………………. .. .. .. ….  …………………………………………………………..γάμοι

απελπισμένοι στους αιώνες. Κι εγώ (σαν κάτι να μου κλείνει το ……………………… . . . . . ……………………………………………………………..στόμα)
με τους νεκρούς είμαι λοιπόν; Χνούδια, λένε και μικρά πουλιά
σαλεύουν στον ύπνο – ζεις δεν ζεις όπως τ’ ανοιξιάτικα ζουμπούλια.

Αν τίποτε δεν ειπώθηκε ακριβώς (αέρας, νερό, φωτιά, χώμα)
ας πούμε πάλι τάξη την βραδυπορούσα (μήπως) καλία των ημερών –
Αρματολέ, δυσεύρετε Γρηγόριε Σταυρίδη, απόκοσμος εδώ και
………………………………. . . . . . …………………………………………………….παρών!

Χαιρετισμοί, 1995

.

Θέλω να πω τα μάτια σου. Σωπαίνω.
Πώς την ηδύτητα να πεις, πώς την αρμύρα,
αν τύχει και συγκατοικούν. Μαθαίνω
απ’ την αρχή τη θάλασσα, απ’ την αρχή την πύρα.

Θέλω να πω τα χέρια σου. Μ’ αγγίζουν
και λες πεζεύει ο χάροντας, λες ξαναρχίζει ο χρόνος.
Τα δόντια σου θέλω να πω. Με ορίζουν
με κόβουν και μ’ αλέθουνε. Με ακεραιώνει ο πόνος.

Τα χείλη σου θέλω να πω. Πώς νεύουν,
πώς με καλούν, πώς με ζωγρούν, πώς περιέχουν
το φόβο, πώς τον έρωτα τελούν, πώς θαλασσεύουν.
Ό,τι κι αν πω, τα λόγια σου λέω, που με κατέχουν.

Στον έρωτα τα χέρια μας πληθαίνουν
τα μάτια γίνονται ουρανός αστερωμένος
το σώμα σύμπαν που διαστέλλεται αενάως
και κόσμος γίνεται του άθλιου νου το χάος
Βαραίνουνε στον έρωτα οι λέξεις κι ομορφαίνουν
Κι ο πόθος πάντοτε σκιρτά σαν πτόρθος διψασμένος.

Ρήματα, 2009