.

Στο φλυτζανάκι βιε παρί τα κατακάθια του καφέ.
Τα νεκρά πλατανόφυλλα στην αποξηραμένη κρήνη.
Το περιστέρι, που σε αυτή νερό ζητά να πιει αλλά δεν πίνει —
κάποια απ’ όσα, φεύγοντας, δημιούργησες εφέ.

Υπάρχουν κι άλλα, όμως. Όπως:

Η σιωπή.
Η επερχομένη κρίση,
που δεν μπορεί κανείς να τη διαλύσει:
Στον ήλιο μαύρη οπή.

Ή, ακόμη:

Ο επερχόμενος χειμών.
Ένας άνευ ουσίας ή ετέρου αποχρώντος λόγου νύκτιος λειμών:

Ο θάνατος.

Πρώτη δημοσίευση

Advertisements

.

λ  υ  κ  ό  φ  ω  ς

Ένα παντούμ μου ζήτησαν να φτιάξω
(ξέρετε, αυτό το μαλαισιανό είδος των τετραστίχων).
Γι’ αυτό θέμα πρωτότυπο οφείλω ευθύς να ψάξω,
να ικανοποιεί, στο ελάχιστο, τα γούστα νέων ήχων.

.

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΠΑΝΤΟΥΜ

.

Ωραίε νεκρέ, μονάρχη εσύ του μυστικού ουρανού μου
αστέρινε, ήρθες πάλι,
σ’ έφερε η νύχτα. . .
.
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
.

Φαντάσματα στο σπίτι μου μαζί μου κατοικούνε.
Το βράδυ, πριν ξεκουραστώ, η ιεροτελεστία του δείπνου.
Είναι σκιές δικές μου. Με ξέρουν. Με αγαπούνε.
Μετά με συντροφεύουν κατά τη διάρκεια του ύπνου.

Το βράδυ, πριν ξεκουραστώ, η ιεροτελεστία του δείπνου.
Αλλά κι εγώ δεν πρόκειται ποτέ να τις αφήσω.
Μετά με συντροφεύουν κατά τη διάρκεια του ύπνου,
μη βήξω, μην ξεσκεπαστώ και κρυώσω, μην ξυπνήσω.

Αλλά κι εγώ δεν πρόκειται ποτέ να τις αφήσω.
Τραβάω τελείως τις κουρτίνες που, ανοιχτές, με τυραννούνε
μη βήξω, μην ξεσκεπαστώ και κρυώσω, μην ξυπνήσω.
Σκιές απτές. Παλιοί έρωτες, που μου χαμογελούνε.

Τραβάω τελείως τις κουρτίνες που, ανοιχτές, με τυραννούνε.
Μια νύχτα ακόμη εξασφάλισαν βουτήματα και τσάι.
Σκιές απτές. Παλιοί έρωτες, που μου χαμογελούνε
μα πάνω απ’ όλους, η δική σου η μορφή, ορθή, να με κοιτάει.

Μια νύχτα ακόμη εξασφάλισες βουτήματα και τσάι.
Είσαι εδώ, πριν κοιμηθώ. Τα μάτια μου δεν με γελούνε.
Πάνω απ’ όλους, η δική σου η μορφή, ορθή, να με κοιτάει.
Φαντάσματα στο σπίτι μου μαζί μου κατοικούνε.

.

λ  υ  κ  α  υ  γ  έ  ς

Ξέρετε, με αυτό το μαλαισιανό είδος των τετραστίχων,
καθώς η μέρα επιβεβαιώνεται, το κερί της φωνής μου θα κάψω
για να ικανοποιηθούν, στο ελάχιστο, τα γούστα Νέων Ήχων,
που ένα παντούμ, μόνο, μου ζήτησαν να φτιάξω. . .

.

Πρώτη δημοσίευση

209

.

Εκεί ήταν και η Πριγκίπισσα Ζένα. Νά τη!
Φοράει ένα εξαίσιο περιδέραιο από αχάτη.
(Αχάριστη η ζωή, κατά τον Καρλ, μόνο για τον εργάτη).

Στο πλάι της ο ποιητής Μέρριλλ της κρατάει το χέρι.
Είναι γλυκό το απόγευμα. Είμαστε νέοι. Και είναι καλοκαίρι.
(Σημάδια πιθανής βροχής δεν ἐχει ακόμη ο Χρόνος φέρει).

Μα ξάφνου από την Αίγινα ο ουρανός ανοίγει
Θυμήσου από εκείνο το στενό πόση χαρά, κι ας ήταν λίγη
(Επρόκειτο για μια υπόσχεση, βεβαίως. Μετά, όπως πρώτα,
……….το κυνήγι).

Έτσι, λοιπόν, απ’ του Λυκαβητού τα μουσκεμένα χιόνια
Μιας μπόρας ξαφνικής, μέσ’ από εκλάμψεις, χάνεις τον
……….λογαριασμό μετρώντας χρόνια
(Κοσμήματα πριγκίπισσας που κάηκαν — και ας μας
……….διαβεβαίωσαν ότι θα είναι αιώνια!).

Μένει, ευλόγως, η ανάμνησις χαρούμενης γιορτής. Το πάρτυ.

Πάλλει ακόμη του στρατιωτάκου η καρδιά πλάι στης χορεύτριας
..……..το αστέρι.

Ο θρίαμβος μιας Κοκκινοσκουφίτσας τις κραυγές του λύκου πνίγει.

(Όμως γιατί έτσι αμείλικτα ένα-ένα πέφτουνε τα πιόνια;)

η λέξη, τχ. 161, 2001