.

.

Gracias a la vida!

Μέσ’ από κείνες τις σελίδες
πρωτόμαθα τις θάλασσες, τα δάση
απόκρυφες βαθύσκιωτες πατρίδες
ριγούσαν ήδη στην αυριανή τους στάχτη.

Η μουσική διαφήμιζε ταξίδια
ακίνητα βαθιά στην πολυθρόνα
τα κύματα μας παίρναν και μας φέρναν
το παρελθόν νανούριζε το μέλλον.

Το τώρα όμως βασίλευε στην πλάση
καθώς ο κόσμος φρέσκος τραγουδούσε
στο Μεξικό! στο Μεξικό και στα μαλλιά σου!
στις μυστικές σελίδες της αρχής μας.

Στις μυστικές σελίδες της αρχής μας
στα σκοτεινά χαμηλοτάβανα σπιτάκια
ήλιος εφύσηξε χρυσός και τραγουδούσε
όπως αγέρι στα μαλλιά, όπως τα δάση.

Αρχή και τέλος τώρα, μ’ αγκαλιάζουν
αθάνατη ζωή χαρά της λύπης
τρεχούμενο νεράκι προδομένο
όνειρο βιαστικό τρελή παντιέρα

Γιατί τα δάση υπάρχουν όσο τα θυμάσαι
γιατί «όσα είπαμε παλιά ισχύουν»
γιατί το γέλιο κελαρύζει στο σκοτάδι
γιατί τα δάση υπάρχουν όσο τα θυμάσαι.

Σημειώσεις, τχ, 56, Ιούνιος 2002

.

Δεν χάσαμε και τίποτα σπουδαίο
στις παρακάμψεις των καλών ελπίδων
ψεύτικοι φάροι μας θαμπώσανε για λίγο
— κάτι χρονάκια που είχαμε τα δώσαμε στο γραίγο.

Ύστερα συνεχίσαμε σονέτο τη μισή ζωή
δεχτήκαμε κατάστηθα το μέλλον
— όσοι ξεφύγαν τις ριπές των αρχαγγέλων
δεθήκαν σε 12σύλλαβο σκοινί.

Μια τέχνη άχρηστη σε όλους.
Όμως ακούω να τρίζει στο κουπί
βήξιμο αποτσίγαρου του πρόγονου η φωνή
«Αν θέλεις τον Παράδεισο, βρες τα με τους διαόλους».

(Μια τέχνη άχρηστη σε όλους. Όμως καλύτερα έτσι, παρά εμι-
γκρές Πολωνός, γράφοντας εγγλέζικα αριστουργήματα.)

Σημειώσεις, τχ. 56, Ιούνιος 2002

 

ρεμπέτικο της Κούβας, 1968

Σαν αληθινό κρασί
σαν τραγούδι ψέμα
ρεματιά στον ουρανό
στο σκοτάδι αηδόνια

σαν αληθινό κρασί
σαν ζωγραφισμένο δάκρυ
τα μάτια σου τα χείλη σου
τώρα του κόσμου η άκρη

όνειρο στο λευκό χαρτί
έρχεσαι κι όμως φεύγεις
ρίμα γυμνή στην αγορά
αγάπη αγάπη αγάπη

σαν αληθινό χαρτί
σάν τραγούδι ψέμα
— χαμηλώνει η ζωγραφιά
χιόνισε στό αίμα.

Σημειώσεις, τχ. 42, Δεκέμβριος 1993

.

υποτροπή, 1993

Λέγε με ήλιο του Σεπτέμβρη
λέγε με ψέμα της αυγής
το ψέμα που ψαχνες να βρεις
κι ήρθε η κόψη του να σ’ έβρει

Κι ήταν η κόψη ενός ονείρου
από τα χρόνια τα παλιά
που οι κήποι ανάβανε πουλιά
κι η ποίηση μνήμες παπύρων

Γιατί όσα φύγαν δεν εφύγαν
κι όπου γυρίσεις θα με βρεις
— λέγε με ψέμα της αυγής
και θα σε πω χλωρή πατρίδα

Λέγε με ήλιο του Σεπτέμβρη
κι άσ’ το κερί μας να καεί
— όσο το ψέμα μας ανθεί
λέγε με ήλιο του Σεπτέμβρη

Σημειώσεις, τχ. 42, Δεκέμβριος 1993

.

Ανάσαινα το δέρμα σου ευλύγιστο ποτάμι
κυμάτισε στα βλέφαρα ο ήσυχος λυγμός
όταν κουράστηκε η φωνή και βρήκε μαξιλάρι
όταν η μέρα εράγισε και βούλιαξε το φως

Έχασα τους συντρόφους μου με πήρε η λησμονιά
με πήρε η γλυκιά βροχή το μαλακό σκοτάδι
έχασα τους συντρόφους μου χιονίζει λησμονιά
σβησμένες οι σημαίες μου κι η νιότη μου σαλπάρει

Τα οράματά μου αράζουνε αργά στα γόνατά σου
μικρά ναυάγια που διψούν της άμμου το φιλί
προσπάθειες που τέλειωσαν λιωμένη μουσική
λιωμένα δάχτυλα κρυμμένα στα μαλλιά σου. . .

Ραγισμένο ταμπούρλο, 1991