.

Τυλίγοντας τα κύματα
Σαν τις δαιμονισμένες
Γυρίζουν αφρισμένες
Του μελτεμιού οι ανέμες

Ολημερίς δεν έκοψε
Η πελαγίσια λύσσα
Που χάση κόσμου εφύσα
Γραμμή στην πλώρη σου ίσια

Μα το τιμόνι απόμεινε
Στα χέρια του λοστρόμου
Στα πιο γοργά του δρόμου
Καταμεσής του τρόμου

Στις ξέρες γύρω τίποτα
Παρά μονάχα ξύλα
Και του θανάτου σκύλα
Στου κάβου τη μαυρίλα

Τυλίγοντας τα κύματα
Σαν τις δαιμονισμένες
Γυρίζουν αφρισμένες
του μελτεμιού οι ανέμες.

.

* * *

.

Μάνα νύχτα μέρα μένω
Τον πνιγμένο να προσμένω
Με καμπάνια και τρισάγιο
Στο θαλασσινό μουράγιο
Στην τραγάνα στην αμμούδα
Στη σουρένα στη φυκιάδα
Τον προσμένω μερονύχτια
Φασκιωμένο με τα δίχτυα
Μοσχοθαλασσοπλυμένο
Της γοργόνας χαϊδεμένο

Το μωρό που βρήκε οϊμένα
Την παντοτινή του γέννα.

.

Συλλογή, 1991